Δεν είμαι σίγουρη αν υπάρχει άλλος εκτός του Σαίξπηρ δραματουργός που να έχει αποτελέσει μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία νέων έργων, είτε αυτά αφορούν κατατεθειμένο δραματουργικό υλικό (π.χ. «Άμλετ ο Β΄», «Ολόκληρος ο Σαίξπηρ σε μία ώρα») είτε «εφήμερες» σκηνοθετικές εμπνεύσεις, καθώς ο πλούτος των θεμάτων και το εύρος της διάνοιάς του αποδεικνύονται πρόσφορος και ελκυστικότατος καμβάς για πειραματισμούς. Ο Κώστας Γάκης μαζί με την Αθηνά Μουστάκα και τον Κωνσταντίνο Μπιμπή βασίστηκαν σε μία δοκιμασμένη και εν πολλοίς εγγυημένη συνταγή και δημιούργησαν το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο», που επαναλαμβάνεται για δεύτερη χρονιά: μία αγαπημένη ιστορία (αγάπης) -και ένα ζευγάρι σύμβολο- διασκευάζεται για δύο ηθοποιούς (Αθηνά Μουστάκα, Κωνσταντίνος Μπιμπής), που υποδύονται τα φαντάσματα των δύο ερωτευμένων και που, με τη συμβολή του Κώστα Γάκη ως μουσικού και ενορχηστρωτή (δικού τους και της παράστασης), εκθέτουν στους θεατές την (πασίγνωστη) ιστορία τους.

Η μεταφορά του μύθου σε έργο για δύο πρόσωπα συνεπάγεται τη χρήση συγκεκριμένων θεατρικών στοιχείων: εναλλαγή πολλών ρόλων για κάθε ηθοποιό συχνά σε φρενήρεις ρυθμούς, και άρα υποκριτική βασισμένη σε μια χαρακτηριστική τυπολογία για κάθε ήρωα, μαζί και έντονη σωματικότητα· συνεχείς εναλλαγές μεταξύ αφήγησης και δράσης· ακολουθία των σημαντικότερων -κομβικών- γεγονότων της πλοκής αλλά και έμφαση στις λεπτομέρειες -συχνά εφευρημένες- που εξυπηρετούν τη θεατρικότητα· ευρηματικότητα όσων αφορά την όψη, τα σκηνικά αντικείμενα κυρίως, που καλούνται πολύ άμεσα και πολύ γρήγορα να εξυπηρετήσουν την ταχέως μεταβαλλόμενη πλοκή, να δημιουργήσουν χώρους και ατμόσφαιρες και να σηματοδοτήσουν τους ρόλους. Με λίγα λόγια, απαιτεί ευρηματικότητα στη σκηνοθεσία, η οποία παίρνει κυρίαρχο ρόλο καθοδηγώντας τους ηθοποιούς σε αυτές τις διαρκές εναλλαγές από ρόλο σε ρόλο και από αφηγητή σε δρων πρόσωπο και υποκαθιστώντας το βάθος του κειμένου που τώρα παρατίθεται κάπως γραμμικά.

Όλα τα παραπάνω ήταν σίγουρα εμφανή ως προθέσεις στην παράσταση των τριών συν-δημιουργών, μαζί με την κυρίαρχη διάθεση να διαβαστεί το έργο κωμικά – όχι όμως ως παρωδία, καθώς διατηρήθηκε η δραματικότητα στην έκβασή του-, ενώ η κωμική πρόθεση διέτρεχε τη ραχοκοκαλιά της παράστασης εν γένει, όπως φανερώθηκε με τη χρήση κι άλλων τυπικών χαρακτηριστικών που φέρουν αυτού του είδους οι παραστάσεις: την επικοινωνία με το κοινό, το σπάσιμο της σύμβασης, τη σκηνική εκμετάλλευση του τυχαίου συμβάντος κ.ο.κ. Στα συν της παράστασης, η αστείρευτη ενέργεια των δύο ερμηνευτών -όχι όμως η τεχνική τους αρτιότητα, με αποτέλεσμα να χάνονται σημεία του λόγου ή να θολώνουν κάποιες σκηνές-, κάποιες από τις σκηνοθετικές ιδέες, η σηματοδότηση των ρόλων, η αισθητική της όψης (σκηνικά-κοστούμια: Έλλη Λιδωρικιώτη). Από την άλλη, διακρινόταν ένας υπερβάλλων σκηνοθετικός ζήλος που φόρτωσε ίσως την παράσταση με εφέ ή ιδέες -όχι ιδιαίτερα λειτουργικές όλες- και, κυρίως, υπήρχε σε στιγμές η πρόθεση εκβίασης του κωμικού, η οποία συν τοις άλλοις είχε το αποτέλεσμα η παράσταση να κάνει κοιλιά όταν έφτασε στα δραματικά της σημεία, καθώς έμειναν μετέωρα μες στο κυρίαρχο κωμικό κλίμα.

Πάντως, η παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο» χωρίς να φέρνει κάτι νέο αποτελεί μια αξιόλογη προσπάθεια -και μια απολαυστική σκηνική εμπειρία κατά την ετυμηγορία του ενθουσιώδους κοινού- που εκτός των άλλων επιβεβαιώνει το λαϊκό έρεισμα του σαιξπηρικού μύθου αλλά και τη δύναμη της ανάγκης καλλιτεχνών και θεατών να συμπορευτούνμέσα από ένα σκηνικό παιχνίδι εν προκειμένω- με τα μεγάλα έργα.

Info: Η παράσταση «Ρωμαίος και Ιουλιέτα για δύο» επαναλαμβάνεται στο Θέατρο Θησείον για 3η χρονιά, από τις 8 Οκτωβρίου