«Ο Τζον Ρομπ, πρώην αξιωματικός της επίλεκτης δύναμης μυστικών αποστολών Delta Force … σε ένα πολυδιαβασμένο μανιφέστο που έγραψε για το περιοδικό Fast Company αναφέρει ότι το «τελικό αποτέλεσμα» του πολέμου κατά της τρομοκρατίας θα είναι «μια νέα, περισσότερο ελαστική προσέγγιση για την εθνική ασφάλεια, η οποία δεν θα δομείται γύρω από το κράτος αλλά γύρω από ιδιώτες και ιδιωτικές εταιρίες. Η ασφάλεια θα εξαρτάται από το που ζεις και για ποιόν εργάζεσαι, όπως ήδη συμβαίνει στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης». Και ο Ρομπ συνεχίζει «Οι πλούσιοι και οι πολυεθνικές εταιρίες θα είναι οι πρώτοι που θα εξαγοράσουν την έξοδό τους από το συλλογικό μας σύστημα, επιλέγοντας να μισθώνουν τις υπηρεσίες ιδιωτικών παραστρατιωτικών εταιριών … για να προστατεύουν τις κατοικίες τους και τις εγκαταστάσεις τους και για να δημιουργούν μια προστατευτική περίμετρο γύρω από την καθημερινή τους ζωή. Παράλληλα δίκτυα μετακινήσεων, που θα εξελιχτούν με πρότυπο εταιρίες εκμίσθωσης αεριωθούμενων … θα φροντίζουν για τις ανάγκες αυτής της ομάδας ανθρώπων, επιτρέποντάς τους να πηδούν σαν βάτραχοι από το ένα ασφαλές νούφαρο στο επόμενο». Οι ελίτ ζουν ήδη σε αυτόν τον κόσμο, όμως ο Ρομπ προβλέπει ότι σύντομα θα μιμηθεί το παράδειγμά τους και η μεσαία τάξη, «σχηματίζοντας προαστιακές κοινότητες που θα μοιράζονται το κόστος της ασφάλειας». Αυτά τα «”θωρακισμένα προάστια” θα είναι εξοπλισμένα με εφεδρικές τηλεπικοινωνιακές συνδέσεις και γεννήτριες» και θα περιπολούνται από ιδιωτικές πολιτοφυλακές «εκπαιδευμένες από ιδιωτικές εταιρίες, οι οποίες και θα διαθέτουν τα δικά τους εξελιγμένα συστήματα αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων».

Με άλλα λόγια ένας κόσμος Πράσινων Ζωνών στα προάστια των μεγαλουπόλεων. Όσο για εκείνους που θα βρίσκονται έξω από την ασφαλή περίμετρο, «θα πρέπει να ανταπεξέλθουν με ό,τι θα έχει απομείνει από το εθνικό σύστημα. Θα συρρέουν στις αμερικάνικες μεγαλουπόλεις, όπου θα ζουν ανάμεσα στις πανταχού παρούσες κάμερες παρακολούθησης, με ελάχιστες ή ανύπαρκτες κοινωφελείς υπηρεσίες. Για τους φτωχούς δεν θα υπάρχει κανένα άλλο καταφύγιο».

Το απόσπασμα αυτό από το «Το Δόγμα του Σοκ» της Ναόμι Κλάιν προβλέπει έναν ζοφερό αυριανό κόσμο στηριμένο σε στοιχεία του σημερινού, στοιχεία για τα οποία μιλάει και ο «Ιρλανδέζικος Δρόμος», η τελευταία ταινία του Κέν Λόουτς. H ιδιωτικοποίηση του πολέμου. Οι χωριστοί κόσμοι. Η Πράσινη Ζώνη και η υπόλοιπη Βαγδάτη. Ο δρόμος που ενώνει την Πράσινη Ζώνη με το αεροδρόμιο της Βαγδάτης, ο πιο επικίνδυνος δρόμος του κόσμου, ο ιρλανδέζικος δρόμος. Δυο επιστήθιοι φίλοι από το Λίβερπουλ. Ο ένας ήταν στο Ιράκ με τον κανονικό βρετανικό στρατό. Μετά πήρε μεταγραφή για μισθοφορικό σώμα, για μια από τις παραστρατιωτικές εταιρίες στις οποίες σιγά σιγά εκχωρείται ο πόλεμος. Προτρέπει τον κολλητό του να τον ακολουθήσει. Δέκα χιλιάρικα τον μήνα αφορολόγητα. Ο κολλητός πάει και σκοτώνεται. Τα νέα βρίσκουν τον φίλο στο Λίβερπουλ, όπου είχε στο μεταξύ επιστρέψει. Από εκεί ψάχνει να βρει τι ακριβώς κρύβεται πίσω από το θάνατο του, με πρώτη ύλη βίντεο και μηνύματα από το κινητό του (όπως στην «Κοιλάδα του Ηλά» που κι εκεί το κινητό ενός μακαρίτη βετεράνου του Ιράκ αποκρυπτογραφείται και αποκαλύπτει πράγματα φρικτά). Καθόλου περίεργο που οι κακοί του έργου είναι οι επικεφαλής της εταιρίας, η οποία στη διάρκεια της ταινίας ανθίζει κι επεκτείνεται με νέα συμβόλαια.

Υπάρχει στην ταινία μια σκηνή εικονικού πνιγμού, του βασανιστηρίου που γνώρισε πιένες και νομική κάλυψη στα κατάμαυρα χρόνια του Μπους. Στα γυρίσματα δεν έβγαινε πειστική. Ο ηθοποιός που το υφίσταται πρότεινε στον Λόουτς να του το κάνουν στην πραγματικότητα. Ο Λόουτς δέχτηκε. Πρόκειται για μια επιλογή που μου φαίνεται περίεργη τόσο από πλευράς αποτελεσματικότητας (Μοιάζει να αποδεικνύει το αντίθετο από ό,τι ήθελε. Ότι δεν είναι και τόσο τρομερό πράγμα: «να, ορίστε, μέχρι και σε ταινίες το κάνουν»), όσο και από πλευράς ηθικής (Αν είναι τόσο αποτρόπαιο πώς δέχεσαι να το κάνεις στον ηθοποιό σου;). Το «Νo blood, no foul» («Δεν τρέχει αίμα – δεν τρέχει τίποτα»), το μότο που συνόδευε τέτοιου είδους βασανισμούς στηλιτεύεται με λόγια, αλλά η μη αναπαράσταση του βασανιστηρίου και η αντ’ αυτής τέλεσή του, το κάνει να μοιάζει με μπούμερανγκ που πέφτει ειρωνικά πάνω στην ταινία. Βέβαια δεν υπάρχει το ψυχολογικό σκέλος, ο ηθοποιός ξέρει ότι δεν θέλουν να του κάνουν κακό και ότι θα σταματήσουν, ενώ δεν είναι και δεμένος όπως κανονικά συμβαίνει, γεγονός που απαλύνει την κατάσταση του. Το χειρότερο απ’ όλα όμως είναι ότι δεν πρόκειται για μια σκηνή που θα στοιχειώσει τη μνήμη μας. Κάθε άλλο παρά παράλογο είναι βέβαια να μπλοκάρεις μπροστά στο πώς θα την κινηματογραφήσεις, αλλά αφού τη γυρνάς που τη γυρνάς, όφειλες να ξεμπλοκάρεις για να αξίζει τουλάχιστον τον κόπο. Σε αντιδιαστολή έρχονται στο μυαλό πληθώρα βασανισμών από το «24». Ιδού λοιπόν το παράδοξο: σίριαλ με αμφιλεγόμενες έως ντιπ καταδικαστέες αντιλήψεις περί της σκοπιμότητας των βασανισμών, τους δείχνει με τρόπο δραματικό, ταινία που θέλει να τους καταδικάσει τους δείχνει με τρόπο συγκρατημένο. Ενώ στην μια περίπτωση γίνεται ουσιαστικά επίκληση στο σαδιστικό ένστικτο του θεατή ή πάντως σε κάτι ανάμικτο (ξέροντας πάντα ότι ο βασανισμός γίνεται επειδή υπάρχει μια επιτακτική ανάγκη αποκάλυψης μιας πληροφορίας που θα σώσει χιλιάδες ζωές ή που εν πάση περιπτώσει θα ωφελήσει το γενικότερο καλό), εδώ που υπάρχει σαφώς καταγγελτική διάσταση η κάμερα έχει συστολή. Κι όμως ο αληθινός ο βασανισμός συμβαίνει στη δεύτερη περίπτωση.

Ο Λόουτς με τον σεναριογράφο του Πολ Ράβερτι στην έρευνα που έκαναν εντόπισαν αληθινό βετεράνο που τυφλώθηκε στο Ιράκ και του έδωσαν αντίστοιχο ρόλο. Υπάρχει μια σκηνή με αληθινό ποδόσφαιρο τυφλών που -άθελά της- θα μπορούσε να ανήκει στις πιο ακραίες στιγμές κωμωδίας των αδελφών Φαρέλι. Ο Λόουτς φαίνεται πως, όπως στη σκηνή με το βασανισμό, επιλέγει να δείξει την πραγματικότητα χωρίς δικό του «σχόλιο», χωρίς να την κινηματογραφήσει με διαφορετική φόρτιση. Προφανώς σχόλιο αποτελεί και η επιλογή να τη δείξει αποστασιοποιημένα, φυσικά, μη μελό και χωρίς να εκβιάσει το συναίσθημα, είναι μια επιλογή όμως που νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις δεν δικαιώνεται καθόλου από το αποτέλεσμα.

Γενικότερα μιλώντας, το σενάριο και η σκηνοθεσία μοιάζουν να νοιάζονται περισσότερο να υπηρετήσουν τις ιδέες τους. Ιδέες με τις οποίες προσωπικά συμφωνώ και τις προσυπογράφω, αλλά και πάλι: η αποτύπωση της γενικότερης πολιτικής εικόνας φαίνεται να τους ενδιαφέρει περισσότερο από τους ήρωές τους. Ο Τόμι Λι Τζόουνς ας πούμε ξεκινά την «Κοιλάδα του Ηλά» με την έπαρση της σημαίας της Αμερικής και καταλήγει να την κρεμά ανάποδα. Μεσολαβεί ένα ταξίδι του. Ο τρόπος με τον οποίο απεικονίζονται οι επιζώντες βετεράνοι φίλοι του γιου του είναι ανατριχιαστικός. Εδώ το ανθρώπινο στοιχείο είναι σε δεύτερη μοίρα. Παρά ταύτα η ταινία έχει ρυθμό, η φωτογραφία του Κρις Μένγκες είναι υποβλητική, ο πρωταγωνιστής παίζει με δύναμη και οι δυο επικεφαλής της μισθοφορικής εταιρίας με φινέτσα. Μια όχι σπουδαία ταινία, με έναν καίριο προβληματισμό. Αρκεί; Μάλλον όχι. Αλλά έχει πάντως την αξία του.