Ο Γιώργος Μαραζιώτης εκθέτει στη Nitra Gallery, έξι χρόνια μετά την τελευταία ατομική του έκθεση στην Αθήνα. Ο εικαστικός καλλιτέχνης εργάζεται στην Ολλανδία κι επιστρέφει αυτή τη φορά για να στήσει στο χώρο της γκαλερί μια site-specific εγκατάσταση που καταδεικνύει την έρευνα του καλλιτέχνη αναφορικά με τις έννοιες του χώρου, του τόπου και του τρόπου που οι σύγχρονες κοινωνίες κατοικούν τα διάφορα τοπία, είτε σωματικά, είτε ιδεατά.

Γεννημένος στην Αθήνα το 1984, ο Γιώργος Μαραζιώτης είναι κάτοχος Μεταπτυχιακού στις Καλές Τέχνες (Γλυπτική) από τη Βασιλική Ακαδημία της Αμβέρσας, έχει σπουδάσει Μεταξοτυπία στο School of Visual Arts στη Νέα Υόρκη ενώ τέλος, έχει πτυχίο στις Οπτικές Τέχνες από το Πανεπιστήμιο του Wolverhampton.

Ως καλλιτέχνης χρησιμοποιεί διάφορα μέσα όπως γλυπτική, εγκαταστάσεις, ζωγραφική και εκδόσεις ενώ συχνά δουλεύει σε συγκεκριμένες θεματικές ενότητες. Από το 2008 είναι μέλος της συμμετοχικής ομάδας November. Ζει και εργάζεται στην Αμβέρσα και μιλώντας για τη ζωή ενός νέου εικαστικού στο εξωτερικό λέει ότι:

«ας μη νομίζουμε πως στο εξωτερικό είναι πιο εύκολα τα πράγματα, απλώς η τέχνη υπάρχει στην καθημερινότητά τους και βλέπουν και αγοράζουν νέες δουλειές, έτσι τα πράγματα κινούνται με ρυθμό πιο ομαλό από όσο εδώ. Υπάρχει αγορά».

Η έκθεση Rush, Rash, Rush του Γιώργου Μαραζιώτη αποτελεί μια πρόσκληση σε έναν φαινομενικά οικείο και γαλήνιο τόπο, όπου όμως υπόγεια κρύβει την επικίνδυνη και ανησυχητική πραγματική του υφή:

«Εδώ στήνω έναν τόπο που προσπαθώ να είναι φαινομενικά οικείος αλλά σε κάθε έργο και στο σύνολό τους να βγαίνει η αίσθηση του κινδύνου και της επικινδυνότητας. Η φόρμα, η επιφάνεια, οι υφές και το σχήμα παίζουν μεταξύ τους, και αυτό αντλεί και από τα διαβάσματά μου, τη διάλεξη Bauen, Wohnen, Denken του Γερμανού φιλοσόφου Martin Heidegger, που έδωσε στο Darmstadt το 1951 και τα φιλοσοφικά ερωτήματα που έχει θέσει σχετικά με τις έννοιες του κτίζειν, του κατοικείν ή ακόμα και για το πώς σκεφτόμαστε την παρουσία μας σε έναν τόπο», λέει.

«Θέλω να αφήνω τα έργα να έχουν χώρο και να αναπνέουν και να συνομιλήσουν με την αντίδραση του κοινού»

Οι επισκέπτες της έκθεσης καλούνται να περιηγηθούν στο χώρο, να γίνουν μέρος της όλης εγκατάστασης και προσεκτικά να διαπιστώσουν πώς πίσω από την ισορροπημένη φαινομενικότητα του κάθε έργου, κρύβεται μια αλλόκοτη αίσθηση αποξένωσης, βίας, κινδύνου και απειλής. Η υπνωτική αισθητική που χαρακτηρίζει την εγκατάσταση κάνει ακόμα πιο έντονη την προσπάθεια συγκερασμού αντιφατικών εννοιών όπως ωμότητα/λεπτότητα, δημόσιο/ιδιωτικό, κίνδυνος/ασφάλεια.

«Φυσικά η έκθεση δεν είναι μια φιλοσοφική ανάγνωση», λέει ο Γιώργος Μαραζιώτης, «θέλω να αφήνω τα έργα να έχουν χώρο και να αναπνέουν και να συνομιλήσουν με την αντίδραση του κοινού. Αυτή τη φορά έχω χρησιμοποιήσει ένα συνδυασμό διαφορετικών μέσων όπως γλυπτική, ψηφιακά τυπώματα, υφάσματα, φυσική ύλη. Σκέφτομαι σαν ζωγράφος αλλά ακόμα και μέσα από τη ζωγραφική σκέπτομαι την τρίτη διάσταση».

Το έδαφος του εκθεσιακού χώρου είναι κόκκινο, δίνει μια κινηματογραφική αίσθηση και ένταση και ορίζει την αίθουσα. Μια ανεμόσκαλα ανάμεσα στα έργα συνδέει το έδαφος με το ταβάνι, με αιχμηρά ορειχάλκινα σκαλοπάτια που δίνει ακριβώς και την έννοια της αντιδιαστολής στην επιθυμία να ανέβεις ψηλά και τον κίνδυνο που ελλοχεύει στα αιχμηρά σαν λεπίδες σκαλοπάτια της. Μαλακό, βαρύ, λευκό και μαύρο, ασφαλές και επικίνδυνο, οι έννοιες του έργου του Γιώργου Μαραζιώτη κινητοποιούν έναν κόσμο εσωτερικό και ανήσυχο που εξωτερικεύεται ακόμα και με την περιήγηση και το βηματισμό του θεατή. Έργο που κυριαρχεί στο χώρο ένα τεράστιο τυπωμένο πανί ένα μαλακό υλικό που πολλαπλασιάζει τη λεπτομέρεια μιας εικόνας ενώ ευαισθησία και ωμότητα συνυπάρχουν σε μια συμφιλίωση αντιθετικών ιδεών.

Κατά τη διάρκεια της έκθεσης, ο καλλιτέχνης θα συνεργαστεί με τον αρχιτέκτονα και ακαδημαϊκό, Δημήτρη Θεοδωρόπουλο για τη δημιουργία ενός συμμετοχικού έργου που θα έχει σαν σκοπό την επισφράγιση του περιεχομένου της όλης έκθεσης. Μέσω της διαλεκτικής, μέσω της γραφής και της αφήγησης, ο Μαραζιώτης και ο Θεοδωρόπουλος θα προσπαθήσουν να γεφυρώσουν αρχιτεκτονική και οπτικές τέχνες και να ιχνηλατήσουν την ιερότητα που υπάρχει σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητάς μας. Το αποτέλεσμα αυτής της συμμετοχικής κίνησης, που μπορεί να είναι ένα βιβλίο, ένα soundtrack, μια ψηφιακή παρουσίαση ή μια συλλογή από σκέψεις που δεν μπορούν να εκφρασθούν δημόσια, θα παρουσιαστούν τον Μάρτιο στο χώρο της γκαλερί.

Info έκθεσης:

Rush, Rash, Rush | Έως 23 Μαρτίου 2019 | Nitra Gallery Athens