«Τι κοινό έχουν ο χρόνος και η ηθική; Είναι και τα δύο σχετικά», θα πει κάποια στιγμή η Νάντια, η πρωταγωνίστρια του “Russian Doll“. Κι επειδή αν κάπου είναι κατεξοχήν σχετικός ο χρόνος, είναι στην εποχή του Νetflix, μήπως το “Russian Doll” που βγήκε την 1η Φεβρουαρίου κι έκανε και με το παραπάνω την αίσθησή του, είναι μόλις ενάμιση μήνα μετά ήδη κάπως παλιά ιστορία; Μήπως έπρεπε να το δει κανείς ολόκληρο αμέσως μόλις βγήκε, ώστε να μιλήσει για αυτό τις αμέσως επόμενες μέρες; Μήπως νέες, ολοένα και πιο νέες, σειρές, ή νέοι κύκλοι παλαιότερων, έχουν προλάβει να κερδίσουν την προσοχή; Πώς θα τα προλάβει κανείς όλα; Πρέπει να τα προλάβει κανείς όλα;

Η Νάντια γιορτάζει τα 36α της γενέθλια απόψε. Απόψε; Τι σημαίνει ακριβώς απόψε; Το «απόψε» σημαίνει ότι έρχεται και δεν θα ξανάρθει ξανά. Ένα επαναλαμβανόμενο «απόψε», θα έπαυε να είναι ακριβώς απόψε, θα άλλαζε έννοια και λειτουργία. Στη Νάντια λοιπόν το απόψε έρχεται και ξανάρχεται. Ζει τη δική της «Μέρα της Μαρμότας», με τη διαφορά να είναι ότι εδώ δεν ξυπνάει μετά από κάθε βραδινό ύπνο στην ίδια μέρα, αλλά επανέρχεται κάθε φορά στο απόψε αφού πρώτα πεθάνει. Ο Μπιλ Μάρεϊ ξυπνούσε στη «Μέρα της Μαρμότας» με το “Ι got you babe”, η Νατάσα Λιόν που τα κάνει περίπου όλα στη σειρά και φυσικά πρωταγωνιστεί, παίζοντας τη Νάντια, βρίσκεται μετά από κάθε νέο της θάνατο μπροστά σε έναν καθρέφτη σε μια τουαλέτα, καθώς εμείς ακούμε το “Gotta get up” του Νίλσον.

Αν ο πρώτος θάνατος της Νάντια μπορεί να σοκάρει τον θεατή, οι επόμενοι τον βάζουν σταδιακά σε μια θέση που τον σχετικοποιεί κι αυτόν -αυτόν, το μεγάλο απόλυτο της ζωής- σε μια θέση που τον υπονομεύει, σε μια θέση που οριακά τον ξεφτιλίζει. Άλλωστε, αν το απόψε παύει να σημαίνει το ίδιο πράγμα αν επαναλαμβάνεται και δεν είναι μοναδικό, το ίδιο και με το παραπάνω συμβαίνει και με τον θάνατο. Υπάρχουν φορές όπου η Νάντια θα πεθάνει και θα ξαναπεθάνει αμέσως, με αποτέλεσμα ο θάνατός της να παύει να έχει οτιδήποτε το τραγικό, είναι πια ένας θάνατος σχεδόν βιντεοπαιχνιδιού, η ίδια η Νάντια είναι άλλωστε σχεδιάστρια βιντεοπαιχνιδιών, όπως και ο ήρωας στο “Βandersnatch” (πόσο πάρα πολύ παλιό πια, ε; – στις 28 Δεκεμβρίου βγήκε), στο τελευταίο δηλαδή διαδραστικό επεισόδιο του “Βlack Mirror”.

Τι θα γινόταν λοιπόν αν η ζωή δεν ήταν ένα κουτί με σοκολατάκια, όπως έλεγε ο Φόρεστ Γκαμπ, αλλά ένα κουτί με timelines, όπως λέει η Νάντια; Τι θα γινόταν αν υπήρχε η δυνατότητα να ζούμε ταυτόχρονα, παράλληλα πολλές ζωές, είτε γνωρίζοντας την ύπαρξη των άλλων timelines είτε αγνοώντας την; Τι θα έλεγε αυτό για τη μοναδικότητα του εαυτού μας, τι θα έλεγε αυτό για την ταυτότητά μας, τι θα έλεγε αυτό για το ποιοι είμαστε στα αλήθεια; Τι θα γινόταν αν αυτό που είμαστε στα αλήθεια δεν είναι ένα πράγμα, αλλά πολλά διαφορετικά: στη μία ζωή πήραμε στο τάδε σταυροδρόμι τη μία απόφαση, στην άλλη την εντελώς αντίθετη, στην τρίτη το σταυροδρόμι δεν εμφανίστηκε ποτέ. Και πάει λέγοντας. Όλη μας η σπουδαιότητα και όλη μας η τραγικότητα προκύπτει από το ότι ζούμε υποτίθεται μια φορά (αν και ο Μίλαν Κούντερα στις πρώτες σελίδες της «Αβάσταχτης Ελαφρότητας του Είναι» μοιάζει να υποστηρίζει το αντίθετο). Οι θρησκείες προσπαθούν να αντιπαρέλθουν την προσωρινότητα και το εφήμερο της ζωής μας, αλλά ειδικά στη Δύση του 21ου αιώνα που η θρησκεία δεν παίζει το ρόλο που έπαιζε άλλοτε, ειδικά στη Δύση του σήμερα που πάρα πολλοί άνθρωποι νιώθουν ότι αυτή εδώ η μία και μόνη ζωή είναι το μόνο μερίδιο που τους αναλογεί στην ύπαρξη, ίσως ένας τρόπος να αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο βάρος είναι η αμφισβήτηση αυτής της θεμελιώδους υπαρξιακής συνθήκης με εναλλακτικά περί ζωής σενάρια, με δημιουργία νέων εναλλακτικών περί ζωής αφηγήσεων. Αν στο “Bandersnatch” κάθε διαφορετική επιλογή του θεατή – παίκτη οδηγούσε τον ήρωα σε διαφορετική έκβαση της ιστορίας του, στο “Russian Doll” βρισκόμαστε μεν ξανά στα συνήθη, μη διαδραστικά, μονοπάτια, στα οποία μας οδηγούν οι συντελεστές της σειράς χωρίς τη δυνατότητα δικής μας παρέμβασης και πειραματισμού, ωστόσο και στη μια και στην άλλη περίπτωση στους πρωταγωνιστές αντιστοιχεί ένα κουτί με timelines.

Αν όμως στη μία και μόνη ζωή που ζούμε, το απόψε έχει το βάρος του χρόνου που κυλά και δεν ξαναγυρνά, αν ο θάνατος έχει το βάρος του τέλους, από την άλλη ο θάνατος είναι κι ένα νόημα, το ίδιο και ο χρόνος, ο χρόνος κυλά προς τα μπροστά, τα πράγματα οδηγούνται κάπου, η ανθρώπινη ιστορία έχει αρχή, μέση και τέλος, τέλος αναμφίβολο, με τη μόνη αμφιβολία να είναι αν αργεί πάρα πολύ ή αν παραμονεύει στην επόμενη γωνία. Στη συνθήκη του “Russian Doll” η μοναδικότητα δίνει τη θέση της στη λούπα. Και η λούπα έχει το δικό της, διόλου ευκαταφρόνητο, βάρος: οι άλλοι ζουν στο δικό τους γραμμικό χρόνο τα πράγματα για πρώτη φορά, εκείνη όμως τους βλέπει και ξαναβλέπει σε ένα παιχνίδι όπου είναι σικέ μόνο για την ίδια. Και μεγαλύτερο από το βάρος της επαναληψιμότητας είναι το βάρος της απώλειας νοήματος: αν αρχίζεις να ζεις σε ένα σύμπαν που σου φαίνεται σικέ, είναι πάρα πολύ εύκολο να σου στρίψει μια και καλά και να παγιδευτείς σε έναν εφιάλτη διαρκούς επιστροφής, γιατί πείτε ό,τι κακό θέλετε για τη θνητότητα, αλλά στην χειρότερη, όταν τα πράγματα είναι άσχημα, ξέρεις πως αν μη τι άλλο όλα έχουν ένα τέλος.

Οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να ψάχνουμε για νόημα και για σκοπό: αν αλλάξουν τα βασικά συστατικά της ύπαρξης και η ματαιότητα της θνητότητας αντικατασταθεί με τη ματαιότητα της αέναης επανάληψης, θα προσπαθήσουμε σαν τους πρωταγωνιστές της «Μέρας της Μαρμότας» και του “Russian Doll”, να φτιάξουμε την τέλεια μέρα ή να βρούμε τι πήγε λάθος στις προηγούμενες επιστροφές μας. Και μολονότι η Νάντια κάθε άλλο παρά φαν της ερμηνείας περί ηθικών παραβάσεων για τις οποίες τιμωρείται είναι (υπάρχει από τη μια το καζάνι που βράζει ο Χίτλερ και από την άλλη το καζάνι που βράζουμε λίγο πολύ οι υπόλοιποι, θα πει), θα προσπαθήσει στη λούπα της να φτιάξει τα πράγματα, επιστρέφοντας όχι τόσο σε κακές δικές της πράξεις, αλλά σε βαθιά της τραύματα που έχουν κάνει κακό στην ίδια, έχουν μπλοκάρει την ίδια, έχουν καθηλώσει την ίδια, με αποτέλεσμα να φέρεται και η ίδια ενίοτε άσχημα.

Για να μην υπάρχει πάντως καμία παρεξήγηση, το βασικό χαρακτηριστικό του “Russian Doll” είναι ότι όλα αυτά σερβίρονται σε ένα τελικό προϊόν, το οποίο δεν διακρίνεται από κανενός είδους σπουδαιοφάνεια και κανενός είδους επιτήδευση. Όσα σκοτάδια κι αν σκαλίζει είναι εντελώς ποπ και εντελώς ψυχαγωγικό. Είναι περισσότερο Φρανκ Κάπρα παρά Φραντς Κάφκα.

Δεν αλλάζω θέμα, αλλά έτυχε να δω χθες το «Οι Αδελφοί Σίστερς», ένα γουέστερν ενός σκηνοθέτη που κατά τ’ άλλα αγαπώ, του Γάλλου Ζακ Οντιάρ, ο οποίος πήγε κι έπεσε πάνω στο είδος σαν auteur, με στόμφο και διανουμενίστικες αποσκευές. Αυτό την ίδια ώρα -ο χρόνος στο σινεμά παραμένει λιγότερο σχετικός από ό,τι στις σειρές- που οι αδελφοί Κοέν στην «Μπαλάντα του Μπάστερ Σκραγκς» αποθέωσαν το είδος με το ίδιο εντός ή εκτός εισαγωγικών κέφι που έχει στο δικό του πεδίο το “Russian Doll”, την ίδια άνευ εισαγωγικών ζωντάνια, την ίδια έλλειψη πένθους, την ίδια κυτταρική του πολιτισμού τους και της νοοτροπίας τους απενοχοποιημένη πεποίθηση ότι μπορείς να μιλάς για πράγματα πάρα πολύ σκοτεινά και πάρα πολύ βαθιά, χωρίς να παίρνεις πόζα ατέλειωτης μελαγχολίας, χωρίς να βαράνε από πίσω ατελείωτα βιολιά. Μια βασική διαφορά Ευρωπαίων και Αμερικάνων είναι αυτό το πιο χαλαρό, το λιγότερο επίσημο, το λιγότερο βαρύγδουπο των δεύτερων. Ο Ευρωπαίος είναι σαν να λογοδοτεί διαρκώς σε μια βαριά σκιά κουλτούρας, σε μια σκιά την οποία πρέπει να σηκώσει στους ώμους του οπλισμένος με τεράστια αντοχή κι αυταπάρνηση, είναι σαν να βγαίνει μέσα από μια μακραίωνη παράδοση, την οποία δεν μπορεί να πάρει αψήφιστα, πρέπει να πληρώσει πρώτα το τίμημα για να μπορέσει τελικά να πει δικαιούμαι να καταθέσω κι εγώ την οπτική μου, αφού έχω πρώτα ξεκαθαρίσει και δείξει σε κάθε τόνο πόσο πολύ πονάω για αυτό που παραδίδω τώρα μπροστά σας.

Το “Russian Doll” έχει κι ένα ακόμη καταλυτικό προσόν: ένα από τα καλύτερα φινάλε σειράς ή κύκλου σειράς που μπορεί να θυμηθεί κανείς, ένα φινάλε απροσδόκητο και μαζί απογειωτικό, ένα φινάλε που σε ταράζει και σε συνεπαίρνει, ένα φινάλε που έρχεται σχεδόν από το πουθενά, ένα φινάλε αληθινής καλλιτεχνικής ελευθερίας, με την καλλιτεχνική ελευθερία να σημαίνει ακριβώς τη μη ανάγκη να είναι όλα μα όλα εντελώς εξηγήσιμα, εντελώς κομμάτια του παζλ που περιμένουν να κλείσουν τη συνολική εικόνα, με την καλλιτεχνική ελευθερία να υπακούει σε άλλου τύπου εξηγήσεις, σε εικόνες που έρχονται ίσως από κάπου πολύ βαθιά μέσα μας, από κάπου που δεν υπάρχει καμία εξήγηση, μόνο η βαθιά λαχτάρα να ζήσουμε τη μία ή τις πολλές, τη μοναδική ή τις επαναλαμβανόμενες, την πραγματική ή τη ζωή που φτιάχνουμε, όλοι μαζί με ένα τραγούδι, με μια γιορτή, κι όλα αυτά όχι εντελώς ακίνδυνα, όχι εντελώς καθησυχαστικά, αλλά στο βάθος και κάπου απειλητικά, στο βάθος και κάπου ενάντια στην τάξη αυτού του κόσμου.