Το ντεμπούτο μυθιστόρημα του πρωτοεμφανιζόμενου Σκοτσέζου Ντάγκλας Στιούαρτ είχε τη σπάνια τύχη να βραβευτεί με ένα από τα σημαντικότερα και πιο προβεβλημένα διεθνή λογοτεχνικά βραβεία – το βραβείο Μπούκερ, κάτι που από μόνο του φαίνεται πως έχει εξασφαλίσει τη συγγραφική του καριέρα. Όσο ασυνήθιστη κι αν είναι μια τέτοια βράβευση για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, όσο αναμφίβολες κι αν είναι οι αρετές του Στιούαρτ (στις οποίες θα αναφερθώ πιο κάτω), το τελικό αποτέλεσμα δεν με κέρδισε ποτέ πραγματικά, δεν κατάφερε ποτέ να με κάνει ως αναγνώστη να ανυπομονώ να χαθώ στον κόσμο του, κάτι το οποίο εν μέρει οφείλεται και στη μετάφραση.

Καταρχάς ο ίδιος ο μυθοπλαστικός (και ως ένα βαθμό αυτοβιογραφικός) κόσμος του μυθιστορήματος είναι μια παρατεταμένη άσκηση μιζέριας. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται τη δεκαετία του ογδόντα στη Γλασκώβη (και τα περίχωρά της), σε μια περίοδο όπου η πολυετής πολιτική λιτότητας της Θάτσερ οδήγησε στη φτωχοποίηση σε ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα στον αγγλικό βορρά και στη Σκωτία, όπου χτυπούσε η καρδιά της βρετανικής βιομηχανίας που είχε αρχίσει να καταρρέει.

Όμως η οικονομική εξαθλίωση ου γαρ έρχεται μόνη. Η ιστορία του Στιούαρτ θίγει τον εθισμό και τις αυτοκαταστροφικές του προεκτάσεις, την ενδοοικογενειακή κακοποίηση, την απόλυτη περιθωριοποίηση, αλλά και τους δεσμούς της οικογένειας μέσα σε ένα τόσο βαρύ πλαίσιο. Στο επίκεντρο βρίσκεται η Άγκνες, μια όμορφη γυναίκα με τρία παιδιά από προηγούμενο γάμο, η οποία βρίσκεται χαμένη σε ένα σπιράλ αλκοολισμού και της αυτοκαταστροφικής σχέσης πρώτα με τον ταξιτζή νυν σύζυγό της και κατόπιν ευρύτερα με τους λάθος άντρες. Ο Λικ και η Κάθριν είναι τα δύο μεγαλύτερα παιδιά της Άγκνες, ενώ ο Σάγκι είναι με διαφορά ο μικρότερος, ο πιο εύθραυστος και πλέον εξαρτημένος από τη μητέρα του.

Μιλάμε για ένα σύμπαν τόσο μουντό που ο αναγνώστης νιώθει ασφυξία. Η βροχή πέφτει συνέχεια, τα χρώματα μοιάζουν να έχουν αντικατασταθεί από ένα διαρκές γκρίζο, οι ουρές στο ταμείο ανεργίας τεράστιες, η βίαιη συμπεριφορά μεταξύ των ανθρώπων μια βασική σταθερά. Στο μυαλό έρχονται τα kitchen sink δράματα της δεκαετίας του πενήντα. Όμως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι το ότι ο μικρός Σούγκι μεγαλώνει και βρίσκει τη σεξουαλική του ταυτότητα ανακαλύπτοντας την ομοφυλοφιλία του σε ένα τόσο δύσκολο περιβάλλον, το οποίο θα μπορούσε κάλλιστα να του αφαιρέσει την ανθρωπιά ή ακόμα και τη ζωή. Όμως ο Σάγκι μεγαλώνει όπως ένα βλαστάρι που πετάγεται μέσα από μια ρωγμή στο τσιμέντο, κάτι που αποτελεί μια όμορφη και ενίοτε συγκινητική νοηματική όσο και αισθητική αντίθεση.

Το βιβλίο θυμίζει λίγο Ρόντι Ντόιλ, το Trainspotting του Έρβιν Γουέλς, μέχρι και Ντίκενς. Όμως όλα τα παραπάνω χαρακτηρίζονταν από χιούμορ, ένα χιούμορ που ενίοτε ήταν μαύρο ή καυστικό, αλλά το οποίο εξισορροπούσε το κρεσέντο εξαθλίωσης. Το Σάγκι Μπέιν όμως στερείται εντελώς την αίσθηση του χιούμορ. Είναι στατικό και βουτηγμένο στη μιζέρια. Το ύφος του Στιούαρτ είναι έντονα περιγραφικό, με αναντίρρητο ταλέντο στη γλώσσα, σχεδόν ιμπρεσιονιστικό στην αποτύπωση των εξωτερικών ερεθισμάτων όπως αυτά βιώνονται από τα αισθητήρια όργανα: χρώματα, μυρωδιές, γεύσεις, ήχοι, προφανώς λόγω του ότι ο συγγραφέας εστιάζει στον τρόπο που ένα μικρό παιδί ανακαλύπτει τον κόσμο, κυρίως μέσα από τις αισθήσεις του. Όμως η εκτενής περιγραφικότητα ενίοτε γίνεται κουραστική, ακόμα κι αν χαρακτηρίζεται από συχνά λυρικά ξεσπάσματα μιας ποιητικά φορτισμένης γλώσσας.

Ίσως να παίζει ρόλο και η μετάφραση. Αν και δεν συνηθίζω να σχολιάζω μεταφράσεις, γνωρίζοντας εξ ιδίων πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσεις ανάμεσα σε αγεφύρωτες αποστάσεις, πρέπει να κάνω μια μικρή αναφορά εδώ. Αν και η μεταφράστρια ακολουθεί με επάρκεια τα πυκνά, εκτενή περιγραφικά αποσπάσματα του Στιούαρτ (το οποίο θα έλεγε κανείς ότι είναι και το δυσκολότερο), δεν μπορεί να τον ακολουθήσει στην απόδοση των ιδιωματισμών της βρετανικής αργκό, ακόμα κι όταν αυτή έχει να κάνει με σχετικά απλές εκφράσεις. Το αποτέλεσμα είναι αρκετές αμήχανες (και αδόκιμες) φράσεις. Το ζήτημα εδώ είναι πως ένα τέτοιο μυθιστόρημα γύρω από την αστική αποξένωση, την εξαθλίωση, τη φτώχεια, βασίζεται στην ντοπιολαλιά, στην καθημερινή αργκό, για την επίτευξη μιας αυθεντικότητας.

Επιστρέφοντας στην ουσία, τα εκτενή περιγραφικά αποσπάσματα του Στιούαρτ μπορεί να επιδεικνύουν το χάρισμά του στη γλώσσα (μια ψυχαναγκαστική σχεδόν παρενέργεια της γραφής των πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων, οι οποίοι νιώθουν την ανάγκη να δείξουν πόσο καλά γράφουν), αλλά αυτό συντελεί σε στατικά και ανιαρά τμήματα στο βιβλίο, τα οποία δεν προσφέρουν κάτι ουσιαστικό, ούτε και ενισχύουν το όραμα του δημιουργού τους.

Παρ’ όλα αυτά είναι άδικο να αρνηθώ την ικανότητα του Σκωτσέζου να καλλιεργεί μια μουντή και φορτισμένη ατμόσφαιρα, να αποτυπώνει αυθεντικά ένα στρώμα της ωμής πραγματικότητας, να μπορεί να γράφει ορισμένες πραγματικά όμορφες προτάσεις. Το ζήτημα είναι αν αυτό αρκεί. Την απάντηση μπορεί να τη δώσει ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, πάντως για μένα δεν είναι αρκετό.

Το βιβλίο «Σάγκι Μπέιν» του Ντάγκλας Στιούαρτ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο