Με τούτα και με κείνα, με την πολλή μουσική να ακούγεται ήδη στην πόλη και με την -κάπως «μονοφωνική» φέτος- Ευρωπαϊκή Ημέρα Μουσικής να πλησιάζει, δε θέλαμε και πολύ να ανακηρύξουμε τον Ιούνιο άτυπο μήνα μουσικής για τούτο δω το μικρό ηλεκτρονικό ημερολόγιο πόλης.

Επιχείρησα κι άλλες φορές να εντοπίσω τη μουσική συχνότητα της Θεσσαλονίκης, να καταγράψω τις μουσικές ταυτότητές της. Ο ήχος της όμως παραμένει ακαθόριστος. Μια βόλτα μόνο στην Παραλία θυμίζει χαλασμένη βελόνα ραδιοφώνου: ποπ, ροκ, electro, τζαζ, κλασική, σύγχρονη, πειραματική, άπειροι μουσικοί κόσμοι μέσα σε λίγα μόλις αστικά τετράγωνα. Και παρά τις ευφάνταστες πρωτοβουλίες και τις ηρωικές προσπάθειες, γιατί εξακολουθώ να έχω την αίσθηση ότι η μουσική παραμένει εν πολλοίς ένα χαλί για τις υπόλοιπες δραστηριότητες της πόλης ή υπόθεση για λίγους, περιχαρακωμένους στα μουσικά τους γκέτο;

Καταφεύγω στη μουσική εγκυκλοπαίδεια της πόλης. Διατρέχω γρήγορα τη λίστα περιεχομένων και λίγο αργότερα βρίσκομαι να συνομιλώ με ένα από πιο εκτενή λήμματά της, τον μουσικό Σάκη Παπαδημητρίου, ένα όνομα που συνυφαίνεται συστηματικά με τις αναφορές στην τζαζ, σύγχρονη ή αυτοσχεδιαστική μουσική, αλλά και τη γενικότερη πολιτισμική πραγματικότητα στην πόλη και τη χώρα.

Μια πορεία πέντε δεκαετιών και πολλαπλών ιδιοτήτων: πιάνο, σύνθεση, λογοτεχνία, αρθρογραφία, ραδιόφωνο, διδασκαλία, και μέσα σ’ όλα αυτά, ένα δημιουργικό μπόλιασμα των τεχνών μέσα από τη μουσική: κινηματογράφος, θέατρο, χορός, εικαστικά, video art. 19 δίσκοι (ανάμεσά τους ο πρώτος ελληνικός τζαζ δίσκος σε συνεργασία με τον Φλώρο Φλωρίδη), 22 βιβλία, μουσικά και λογοτεχνικά, επιτυχημένη δισκογραφία και συναυλιακή παρουσία στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μια διαρκής διαδικασία πειραματισμού και αυτοσχεδιασμού πάνω «στη μητέρα των τεχνών».

Μια πολύπτυχη πορεία, που στον πυρήνα της όμως μοιάζει ουσιαστικά να ταλαντώνεται ανάμεσα στη μουσική και τον λόγο. Είναι άραγε κοινές οι ιστορίες που αφηγούνται οι λέξεις και οι νότες του; Στα κείμενά του θα δούμε την πιο προσωπική ματιά του, τη φιλοσοφία ή την ειρωνεία του για τον κόσμο και την πραγματικότητα. Στη μουσική του, θα ακούσουμε την αφαίρεση. Περιγραφές άνισων σχημάτων, οι ήχοι της πόλης και ένας ύμνος στην ομορφιά της δυσαρμονίας. Η αρμονία είναι καταδικασμένη, μου αναφέρει, ακόμη κι αν όλη η κουλτούρα μας είναι στημένη πάνω στη αναζήτησή της, για να συμπληρώσει γλαφυρά: «Και η ύψιστη ομορφιά θέλει ένα στραβό δοντάκι».

Συζητάμε για τη μουσική που είναι πολλαπλή, όσο πολλαπλοί είναι και οι δημιουργοί και οι ακροατές της. Η μουσική του ακροατή είναι κάτι που μπαίνει μέσα μας όχι μόνο από το αυτί, αλλά από όλους τους πόρους του σώματος, υποστηρίζει, και μας κινητοποιεί παντού, διανοητικά και σωματικά. Η μουσική του δημιουργού είναι η στάση που έχεις απέναντι στα πράγματα, είναι μια πράξη που κάνεις, όχι η παρτιτούρα που θα γράψεις.

Ακολουθεί σύντομο σεμινάριο πάνω στον άλλον τρόπο να δημιουργείς, αυτόν που μας έμαθε η τζαζ: να παίρνεις το δεδομένο και να το κάνεις κομμάτια, να το επανεφευρίσκεις και να το κάνεις ολότελα δικό σου. Ένας άλλος τρόπος για μια άλλη μουσική που δε βγαίνει από άψυχα πιάνα, με κλειστά καπάκια, φορτωμένα με σεμεδάκια και μπιμπελό, αλλά από ζωντανά όργανα, με τα σωθικά τους εκτεθειμένα, που γίνονται κρουστά, και νυκτά και έγχορδα, αδιαχώριστες προεκτάσεις παλλόμενων σωμάτων.

Μου μιλά για την ανάγκη να υπερβαίνεις τον μιμητισμό που επιβάλλει η βιομηχανία και τα ΜΜΕ, να αποφεύγεις πρότυπα και παραλλαγές και να κάνεις πράγματα που φέρουν ξεκάθαρα την υπογραφή σου. Να μη διστάζεις, να βρίσκεις τον τρόπο να αποκτήσεις την αυτοπεποίθηση να δημιουργείς δείχνοντας, κατά Ταρκόφσκι, «εμπιστοσύνη στο αυθόρμητο». Να αποσυνδέεις τη δημιουργία και την ανάγκη έκφρασης από τη δημοφιλία ή τις εισπράξεις.

Όλη αυτή η κοσμοθεωρία βρίσκεται συμπυκνωμένη στο μικρό, καλαίσθητο βιβλιαράκι που κρατώ στα χέρια μου. Η λιτή, ασπρόμαυρη έκδοση «Η ποίηση των δίσκων», το πλέον πρόσφατο πόνημά του, αποτελεί στην ουσία μια επιλογή παλαιότερων κειμένων που προέκυψαν από τις εκπομπές του στο τρίτο πρόγραμμα ή δημοσιεύτηκαν σε μουσικά και λογοτεχνικά περιοδικά, τα οποία ανιχνεύουν και συγκεντρώνουν τους πολλούς διαφορετικούς τρόπους να δημιουργήσεις χωρίς συνταγή. Ποιήματα του Langston Hughes, λέξεις του Georges Braque και πολλών άλλων, όπως έχουν συνδιαλλαγεί στη δισκογραφία με μουσικές του Stephen Micus, του Steve Lacy και πολλών άλλων, πολλαπλές προσεγγίσεις ως προς το πώς μπορούν να συνυπάρξουν λέξεις και ήχοι: ως τραγούδια με μελωδική ή ρυθμική εκφορά του λόγου ή με τα ποιήματα να λειτουργούν ως έμπνευση και τη μουσική ως μια αλλιώτικη ηχητική αντανάκλαση των λέξεων.

Συζητάμε για τη μουσική της Θεσσαλονίκης και για τις μικρές παρέες που έγραφαν πάντα την πολιτισμική Ιστορία της πόλης, όπως εκείνες της Διαγωνίου και της «Τέχνης», χωρίς όμως να καταφέρνουν ποτέ κάτι μεγάλο. Μουσική ιστορία σε κύκλους. Για να το ερμηνεύσουμε θα πρέπει να σκεφτούμε την αποτυχία των επίσημων θεσμών και φορέων να παίξουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας μεγαλύτερης κίνησης, την εμμονή τους στο κριτήριο της δημοφιλίας, την όχι ιδιαίτερα δυναμική στάση των καλλιτεχνών και τη γενική απροθυμία της πόλης να αγκαλιάσει τα πράγματα που ξεφεύγουν από το κυρίαρχο ρεύμα.

Από τα μικρά θέατρα, όμως, υποστηρίζει, τα υπόγεια, τα δωμάτια και τις ταράτσες ξεχύνεται μια περιρρέουσα ανησυχία και τόλμη για πράγματα που τινάζουν στον αέρα όλα αυτά που ξέρουμε, που χρειάζεται όμως να οργανωθεί και να υποστηριχθεί. Αναφέρεται με ενθουσιασμό στην εξαιρετική ντόπια πολυμελή μπάντα τζαζ και αυτοσχεδιαστικής μουσικής, τους Plus n’Minus Collective και κλείνει το μάτι στους τεχνοκράτες: Ευρωπαϊκά προγράμματα δεν υπάρχουν μόνο για να χτίζεις δρόμους, αλλά και για να κάνεις μουσική.

Στο ξεπροβόδισμα, έρχεται η ώρα για λίγη φιλοσοφία. Τον ρωτώ από πού προέρχεται η μουσική, αν κατοικεί κάπου εντός μας, αν εκπορεύεται από εμάς ή αν εμείς λειτουργούμε απλώς σα δοχεία που πρόσκαιρα την περιέχουν, αν κάποια στιγμή τελειώνει. Χαμογελώντας, μου δείχνει στο αυτί της «Ποίησης των δίσκων» ένα παράθεμα από τον σπουδαίο σαξοφωνίστα της τζαζ, Steve Lacy:

«Δεν ορίζουμε εμείς τη μουσική. Η μουσική μάς προσδιορίζει. Εμείς απλώς την ακολουθούμε ως το τέλος της ζωής μας. Μετά συνεχίζει χωρίς εμάς. Το μόνο που ζητά είναι να γεννηθεί και να πάρει μόνη το δρόμο της. Εμείς συνδεόμαστε μαζί της και μετά την αφήνουμε ελεύθερη. Η μουσική ομιλεί αφ’ εαυτής και δεν χρειάζεται καμιά εξήγηση ή δικαίωση: Ή είναι ζωντανή ή δεν είναι».

Επιστρέφω σπίτι από την Παραλία. Στήνω αυτί. Όχι, η μουσική δεν τελειώνει.

Το βιβλίο του Σάκη Παπαδημητρίου «Η ποίηση των δίσκων» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ