Για κλασικές ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου έχει δοθεί αφορμή να μιλήσουμε σε αυτή τη στήλη μόνο με την ευκαιρία επανέκδοσής τους και προβολής τους στα θερινά σινεμά. Ζούμε εδώ και καιρό σε μια συνθήκη που δεν έχει σινεμά, δεν έχει καν πρώτες προβολές. Αλλά και όταν ακόμα είχαμε κανονικά σινεμά και κανονικές προβολές, το “Salo” είναι μια ταινία, που από το 1975 που πρωτοκυκλοφόρησε ως και τώρα, γνώρισε πάρα πολλά προβλήματα και παρά πολλές απαγορεύσεις, για λόγους μάλλον προφανείς σε όποιον την έχει δει. Οπότε η αφορμή για να πούμε δυο λόγια για το τελευταίο κινηματογραφικό έργο του Πιερ Πάολο Παζολίνι (ο οποίος δολοφονήθηκε σε ηλικία 53 ετών, ακριβώς την εποχή που ήταν να προβληθεί η ταινία, μια δολοφονία που δεν έχει αποκλειστεί το ενδεχόμενο να σχετίζεται με τις αντιφασιστικές και μαρξιστικές του απόψεις και με το ίδιο το “Salo”) δεν δίνεται ούτε από κάποια ειδική προβολή, ούτε από κάποια επέτειο, αλλά από την ατμόσφαιρα που επικρατεί στην Ελλάδα τις αρκετές τελευταίες εβδομάδες. Πολλοί και διαφορετικοί παλιοί θεατές του “Salo”, διαπιστώνουν ότι επανέρχεται στη μνήμη τους, το επικαλούνται, βρίσκουν συνδέσεις και αναλογίες.

Δεν ξέρω πώς αντιλήφθηκε ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ τις δικές του «120 Μέρες στα Σόδομα», δεν έχω διαβάσει το βιβλίο του για να γνωρίζω ποιο το είναι το πνεύμα του και ποια είναι η διερεύνηση των ορίων της σεξουαλικότητας και της ελευθεριακότητας σε αυτό, η ταινία του Παζολίνι πάντως δεν θέλει να μιλήσει για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, δεν θέλει να μιλήσει καν για διαστροφές, ο Παζολίνι απεικονίζει και μιλά, εν μέρει κυριολεκτικά – εν μέρει αλληγορικά, για κάτι διαφορετικό: βρισκόμαστε στη φασιστική δημοκρατία του Σαλό, στο γερμανοκρατούμενο δηλαδή τμήμα της Ιταλίας, στο οποίο οι ναζί διατήρησαν τον Μουσολίνι στην εξουσία, τα τελευταία χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Επαρχία, μια έπαυλη, τέσσερις φασίστες τοπικοί άρχοντες, τέσσερις μεσήλικοι άνδρες, ο Πρόεδρος, ο Δούκας, ο Δικαστής και ο Επίσκοπος, τέσσερις μεσήλικες γυναίκες επιφορτισμένες να λένε σκανδαλιστικές ιστορίες και να παίζουν μουσική, λίγοι ένοπλοι φρουροί, λίγοι υπηρέτες και εννιά αγόρια κι εννιά κορίτσια στην εφηβεία τους που έχουν απαχθεί. Α, κι ένα βιβλιαράκι με κανόνες, με τη «νομοθεσία» της συνθήκης. Μια νομοθεσία που ενώ έχει κανονιστική διάσταση όπως κάθε νομοθεσία, στερείται εντελώς την οποιαδήποτε διάσταση κοινωνικού συμβολαίου ή την οποιαδήποτε αναγωγή σε κάποιο γενικότερο κοινό καλό. Όλα τα καθεστώτα, ακόμη και τα πιο απολυταρχικά έχουν ως δικαιολογητικό λόγο κάποια υπέρτερη αξία, έχουν κάποια πρόφαση που τους νομιμοποιεί έστω κατ΄όνομα. Όχι όμως στην έπαυλη του Σαλό, όπου ένας από τους τέσσερις άνδρες εξηγεί στους εφήβους: εδώ βρισκόμαστε σε έναν τόπο που κανείς δεν ξέρει ότι βρίσκεστε, εδώ βρισκόμαστε σε μια συνθήκη που μπορούμε να σας κάνουμε ό,τι θέλουμε.

Ο Παζολίνι στήνει μια συνθήκη απόλυτου εξουσιασμού, μια συνθήκη απανθρωποποίησης, μια συνθήκη αμοιβαίας αποκτήνωσης εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων, μια συνθήκη δημιουργίας τεράτων. Τα αγόρια και τα κορίτσια που έχουν παρθεί αιχμάλωτα δεν βρίσκονται εκεί για να ικανοποιήσουν σεξουαλικές ορέξεις των τεσσάρων ανδρών. Βρίσκονται εκεί για να πραγματοποιηθεί στο έπακρο η πιο βαθιά απ’ όλες τις διαστροφές, η εξουσία ανθρώπων πάνω σε ανθρώπους, ο χωρισμός των ανθρώπων σε κυρίαρχες και υποτελείς τάξεις. Δεν είναι σεξ, δεν είναι καν σαδισμός, είναι το μπορώ να κάνω ό,τι απολύτως θέλω χωρίς κανέναν φραγμό νομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, αξιακό, ταμπού, ανθρώπινο, παραμένουμε άνθρωποι βιολογικά, αλλά απαλλασσόμαστε από οτιδήποτε εσωτερικό μας συγκροτεί ως ανθρώπους, δεν μας ενδιαφέρει κυρίαρχα ούτε να γαμήσουμε ούτε να βασανίσουμε, μας ενδιαφέρει κυρίαρχα να εξουσιάσουμε ολοκληρωτικά άλλους ανθρώπους, νέους ανθρώπους, αθώους ανθρώπους, να τους ασκήσουμε τον πιο καθολικό έλεγχο, την πιο καθολική βία, την πιο καθολική εξουσία, την εξουσία πάνω στα σώματά τους.

Δεν είστε πια άνθρωποι, είστε σκυλιά, είστε συναρθρώσεις μελών σώματος, τα μέλη του σώματός σας μπορούμε να τα βγάλουμε, μπορούμε να τα βασανίσουμε, μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε ως πηγές παραγωγής ακαθαρσιών και ταυτόχρονα ως πηγές παραγωγής τροφής, τα ανθρώπινα σώματα δεν φέρουν πια ανθρώπους, είναι αντικείμενα που παράγουν σωματικά υγρά.

Είναι άραγε καρικατούρα όλο αυτό; Ακόμα κι ο φασισμός, ακόμα κι ο ναζισμός δεν είχαν τα δικά τους ιδεώδη; Ολοσκότεινα και κατάμαυρα μεν, ιδεώδη δε; Είναι πολιτικά εύστοχο να μιλάς αλληγορικά για τον φασισμό μέσω αυτής της δίχως αρχή και τέλος κτηνωδίας; Δεν αποκλείεται και να είναι: η κάστα μου, το αίμα μου, η τάξη μου είναι πιο πάνω απ’ τη δική σου, δικαιούμαι να σου κάνω ό,τι θέλω και οι ειδικότερες κάθε φορά αιτιολογίες που μπορεί να χρησιμοποιώ δεν είναι παρά πέπλα που τώρα πέταξα από πάνω μου.

Μπορώ να σου φερθώ απάνθρωπα και μπορώ να σε συντρίψω ψυχικά και σωματικά, χωρίς να με ελέγξει και να με τιμωρήσει κανείς, γιατί είμαι πάνω από σένα, είμαι άλλο από σένα, είμαι ηλικιακά, ταξικά, μορφωτικά, κοινωνικά ανώτερός σου. Το σεξ δεν έχει να κάνει τίποτα με όλα αυτά, η ηδονή και η ελευθεριότητα δεν έχουν να κάνoυν τίποτα με όλα αυτά, γιατί ίσως αν είχαν, θα υπερασπιζόμουν τον τρόπο ζωής μου και όταν καλούμουν να πληρώσω τις συνέπειες, δεν θα θυμόμουν ξαφνικά να μιλήσω για ιδεολογικές «διαστροφές» και «παρεκκλίσεις» των άλλων. Σεξουαλική ικανοποίηση που δεν προέρχεται μέσα από την αμοιβαία ηδονή, σεξουαλική ικανοποίηση που προέρχεται μέσα από την επιβολή και την ισοπέδωση και την ταπείνωση του άλλου, δεν έχει ως κώδικα αναφοράς το σεξ, τον ερωτισμό και το σώμα, έχει ως κώδικα αναφοράς την εξουσία, την ποινή, το μίσος για το σώμα, το μίσος για τον ερωτισμό, το μίσος για τον έρωτα, το μίσος.