«Χωρίς μουσική, η ζωή θα ήταν ένα λάθος» είπε ένας σοφός και η φράση έχει καρφωθεί στο μυαλό μου καθένα από τα τρία βράδια που ανεβαίνω τα σκαλιά του Αρχαίου Θεάτρου του Πυθαγορείου για να παρακολουθήσω τις τρεις τελευταίες συναυλίες στο πλαίσιο του Samos Young Artists Festival 2021.

Η αυθεντικότητα του νησιού, το γνήσιο βλέμμα των κατοίκων και η μαγική τοποθεσία του θεάτρου συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο το Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών έρχεται και ανθίζει, με τις νότες να παίρνουν μεγαλύτερες διαστάσεις και να βρίσκουν τη θέση τους κατευθείαν μέσα στην ψυχή των θεατών. Αλλά ας κάνουμε ένα rewind για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Έντεκα Αυγούστου και η άφιξη στη Σάμο συνοδεύεται από έναν ζεστό αέρα, ο οποίος σε κάνει να νιώθεις πως δύσκολα μπορείς να αναπνεύσεις – η πανταχού παρούσα όμως θάλασσα δίνει την απάντησή της με την αφοπλιστική δροσιά της. Διαπιστώνω γρήγορα πως το νησί έχει γεμίσει με τα καλαίσθητα banners του Φεστιβάλ Νέων Καλλιτεχνών για το οποίο βρίσκομαι εκεί και πολύ γρήγορα αντιλαμβάνομαι ότι δεν θα μπορούσε να είχε επιλεχθεί καλύτερη «βάση» για αυτό το «ήσυχο» φεστιβάλ από τη Σάμο – ένα νησί που ξεχωρίζει για την ειλικρίνειά του, νησί που δεν χρειάζεται πολλά φτιασίδια. Η «Υψηλή» ξετυλίγεται μπροστά σου πράσινη αλλά και βραχώδης, με τις μικρασιατικές ακτές σε απόσταση μιας ανάσας και πλέον φέροντας τον τίτλο του «μουσικού προορισμού», αφού φιλοξενεί ένα από τα πιο ιδιαίτερα μουσικά φεστιβάλ της χώρας.

Μιλώντας με τους δύο καλλιτεχνικούς διευθυντές του Φεστιβάλ, τον Αλέξη Καραϊσκάκη – Νάστο και τη Masha Ilyashov, καταλαβαίνω ότι αυτή η γνησιότητα του νησιού εξυπηρετεί και το όραμα του φεστιβάλ. Το να πραγματοποιείς ένα φεστιβάλ μουσικών του κόσμου σε μια τοποθεσία όπως η Σάμος έχει ως πράξη τον δικό της ενωτικό συμβολισμό.

Η Masha Ilyashov μου αναφέρει σχετικά: «Η Σάμος βρίσκεται στο σταυροδρόμι Ευρώπης και Ασίας και αυτό το περιβάλλον είναι πολύπλοκο, ιστορικά και πολιτικά. Η μουσική φέρνει κοντά τους ανθρώπους, είναι μια κοινή ανθρώπινη εμπειρία που ξεπερνά όλους τους τεχνητούς τοίχους που είναι σχεδιασμένοι για να μας χωρίζουν».

«Η αρχική ιδέα του Ιδρύματος Schwarz και της οικογένειας Schwarz ήταν να δημιουργήσουν κάτι ξεχωριστό και όμορφο στο νησί αλλά και για το νησί».

Ο Αλέξης Καραϊσκάκης – Νάστος τονίζει την ανάγκη να προσκαλεί ανθρώπους με τους οποίους συνδέεται σε ανθρώπινο επίπεδο και μοιράζεται τη χαρά του που το φεστιβάλ, μετά από την προσωρινή παύση της πανδημίας, επιστρέφει ξανά:

«Οι καλλιτέχνες που καλώ προσωπικά είναι άνθρωποι με τους οποίους συνδέομαι καλλιτεχνικά και ανθρώπινα και μέσα στη σεζόν. Άνθρωποι με τους οποίους έχω δουλέψει και θαυμάζω τόσο το καλλιτεχνικό τους αποτύπωμα όσο και τον επαγγελματισμό τους. Το να είναι ωραίοι τύποι είναι πολύ σημαντικό, να περνάς μια εβδομάδα με ευχάριστους ανθρώπους είναι ανεκτίμητο».

«Τα συναισθήματά μου που το Φεστιβάλ επέστρεψε είναι χαρά και ανακούφιση. Ικανοποίηση με την προσέλευση του κόσμου και την συνειδητοποίηση πως είχανε λείψει οι συναυλίες στο κοινό μας όσο είχε λείψει και αυτό σε εμάς».

μια γέφυρα επικοινωνίας | ένα ξεχωριστό δοχείο μουσικότητας

Το Ίδρυμα Schwarz, με επικεφαλής τη Χιόνα – Ξανθοπούλου Schwarz, φαίνεται να έχει στήσει στη Σάμο μια ετήσια γιορτή που λειτουργεί ως μια γέφυρα επικοινωνίας διεθνών καλλιτεχνών μεταξύ τους και ταυτόχρονα ως ένα δοχείο μουσικότητας που χωράει ένα σωρό διαφορετικά όργανα και είδη, ήχους και ηχοχρώματα που ενώνονται κάτω από τον ίδιο ουρανό και γεμίζουν μελωδίες το Αρχαίο Θέατρο του Πυθαγορείου – έναν χώρο ο οποίος κουβαλάει μια ανεξήγητη γοητεία, σαν απάτη, σαν μαγγανεία που σαγηνεύει τον επισκέπτη και μαζί με τους ήχους των οργάνων τον ταξιδεύει σε ένα διαφορετικό περιβάλλον, σχεδόν υπερκόσμιο.

Η Masha Ilyashov επισημαίνει το στοιχείο της διαφορετικότητας που χαρακτηρίζει αυτό το Φεστιβάλ:

«Προσπαθήσαμε να αναδείξουμε τον πλούτο και τα οφέλη της διαφορετικότητας τα τελευταία χρόνια με καλλιτέχνες από γειτονικές χώρες, Τουρκία, αραβικό κόσμο και Ισραήλ. Υποδεχτήκαμε καλλιτέχνες από πολλές διαφορετικές χώρες που ερμήνευσαν είδη από κλασική έως μπαρόκ, από τζαζ έως λαϊκή, από μοντέρνα έως παγκόσμια μουσική.

Επίσης, είχαμε την τύχη να παρουσιάσουμε πολλούς υπέροχους Έλληνες μουσικούς που παίζουν στο Φεστιβάλ. Φυσικά το κριτήριο για την επιλογή μουσικών ήταν καταρχήν η αριστεία. Είχαμε την ευλογία να ζήσουμε αξέχαστες συναυλίες στο αρχαίο θέατρο του Πυθαγορείου, που πραγματοποιήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο των διεθνών προτύπων. Επικεντρωθήκαμε εξίσου στην παροχή ευκαιριών για νέους ερμηνευτές».

οι διαφορετικές όψεις της μουσικής δωματίου | κατάβαση προς το χαμένο βασίλειο της Αγκάρθα

Η πρώτη συναυλία που έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω είναι αυτή της 11ης Αυγούστου, ένα αφιέρωμα στη μουσική δωματίου με έργα των Schubert, Conesson και Brahms. Στο πιάνο βρίσκεται η Αλεξία Μουζά, στο βιολί ο Δημήτρης Καρακαντάς, στη βιόλα η Léa Hennino και στο βιολοντσέλο ο Jérémie Billet.

Η συναυλία είναι μια εξαιρετική εισαγωγή για μένα στο πάθος που χαρακτηρίζει αυτό το φεστιβάλ εν γένει. Από τα πρώτα λεπτά καταλαβαίνει κανείς ότι οι μουσικοί που βρίσκονται επί σκηνής, πέραν από εξαιρετικοί επαγγελματίες – και παρά τον περιορισμένο χρόνο που είχαν για κοινή πρόβα – είναι ιδιαίτερα παθιασμένοι με την τέχνη τους και καταφέρνουν να κοινωνήσουν στους θεατές που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής τη γοητεία των οργάνων που καλούνται να παίξουν.

Ξεχωρίζω το μαγικό έργο του Conesson «Τα άσματα της Άγκαρθα» που ερμηνεύουν εξαιρετικά οι μουσικοί καθώς οι ήχοι από το βιολοντσέλο και το πιάνο με ταξιδεύουν σε αυτό το υπόγειο βασίλειο το οποίο επισκέπτεται μεταφορικά ο συνθέτης. Οι μουσικοί μας διηγούνται ένα ταξίδι που δεν συντελείται μόνο με την κατάβαση ενός βραχώδους μονοπατιού προς τη χαμένη ένδοξη πόλη αλλά και με τη δική τους διαδρομή στη μουσική, τον δρόμο της δημιουργίας μιας δυνατής μουσικής σχέσης και της εις βάθος γνωριμίας του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας.

συνάντηση κορυφής | τα δάκρυα της Λύρας όταν συνάντησε τη Βιόλα ντα γκάμπα

Διαβάζω στο πρόγραμμα πως η ελληνική λύρα και η βιόλα ντα γκάμπα είναι τα κατ’ εξοχήν όργανα για να εκφράσουν τη μελαγχολία. Sounds fair. Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς μελαγχολία το συναίσθημα που μου προκάλεσαν τα έργα του John Dowland που ακούγονται στη συναυλία της 12ης Αυγούστου αλλά σίγουρα το συναίσθημα που γεννιέται είναι καμωμένο με τα ίδια υλικά.

Ο Σωκράτης Σινόπουλος στη λύρα και το σύνολο L’Achéron (Ανδρέας Λινός, François Joubert-Caillet, Aude – Marie Piloz, Sarah Van Oudenhove) στη βιόλα ντα γκάμπα δημιουργούν μια σχεδόν μυσταγωγική ατμόσφαιρα, υποβοηθούμενοι από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του υπέροχου θεάτρου και χαρίζουν στο κοινό μία από τις πιο συγκινητικές συναυλίες του Φεστιβάλ.

Καλλιτεχνική πρόθεση της βραδιάς είναι να συναντηθούν κατ’ έναν τρόπο ο ελισαβετιανός με τον βυζαντινο – οθωμανικό κόσμο. Τα κοινά στοιχεία που συνδέουν τα δύο μουσικά σύμπαντα, η συνύπαρξη δακρύων και χαράς, λύπης και ενθουσιασμού, μελαγχολίας και ενεργητικότητας, σκοταδιού και θαμπωτικού φωτός, είναι εκεί για να προκαλέσουν συναισθήματα στους θεατές και να εγείρουν το θυμικό. Ξενιτιά, πατρίδα, έρωτας, χαμός και λύτρωση.

Η λύρα και η βιόλα ντα γκάμπα λένε τις ιστορίες των ανθρώπων που χάσανε και θρηνήσανε, που έψαξαν και δεν βρήκαν, αυτών που αναζητούν και αναζητούνται. Οι ήχοι των ποδιών που χόρεψαν στη γη, των δακρύων που την πότισαν, της χαράς αυτών που τη βρήκαν και της μελαγχολίας εκείνων που τη νοσταλγούν. Στα δικά μου μάτια, ο σαγηνευτικός χώρος του αρχαίου θεάτρου – σε ένα απροσδόκητο ταίριασμα με το πέταγμα των νυχτερίδων γύρω από τους μουσικούς – συμβάλλει καταλυτικά στο να συσταθεί μια ατμόσφαιρα υπερβατική, μια αίσθηση transcendence που μαγεύει εκτός από το κοινό και τους ίδιους τους καλλιτέχνες που ερμηνεύουν τα έργα.

η ανθρώπινη φωνή & η τιμητική της

Η τελευταία μέρα του Φεστιβάλ είναι αφιερωμένη στη γιορτή της ανθρώπινης φωνής. Ο Καταλανός κόντρα τενόρος Xavier Sabata συναντά επί σκηνής τον Πάνο Ηλιόπουλο (τσέμπαλο), την Αλεξία Μουζά (πιάνο), τον Jérémie Billet (βιολοντσέλο), από κοινού με το σύνολο L’Achéron (Ανδρέας Λινός, François Joubert-Caillet, Aude – Marie Piloz, Sarah Van Oudenhove) για να ερμηνεύσουν Mozart, Schubert, Purcell, Strauss αλλά και Χατζιδάκι. Ο «Μεγάλος Ερωτικός» συναντιέται με το «O Solitude» σε μια συναυλία όπου στο πρώτο πλάνο βρίσκεται ένα διαφορετικό μουσικό όργανο αυτή τη φορά, αυτό της ανθρώπινης φωνής.

Ο Xavier Sabata ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο τα διαφορετικά μεταξύ τους έργα και πλαισιωμένος από τους υπέροχους μουσικούς παραδίδει τον καλύτερο επίλογο που θα μπορούσε να έχει ένα φεστιβάλ υψηλής καλλιτεχνικής αισθητικής. Άλλοτε ευαίσθητος και άλλοτε επιβλητικός, καλεί το κοινό σε μια συνεχή διαδικασία συναισθηματικής ανταλλαγής που ολοκληρώνεται με το ζεστό και συνεχές χειροκρότημα των θεατών με το πέρας της συναυλίας.

Φαντάζομαι τον άνεμο να μεταφέρει τους ήχους της μουσικής δωματίου, το άγγιγμα των δαχτύλων στις χορδές του βιολοντσέλου, τη χαρμολύπη της λύρας, τις νότες του Xavier σε ολόκληρο το νησί, να μπαίνει στα σπίτια και να τα γεμίζει λυρισμό, να μεταμορφώνει τη Σάμο σε ένα μεγάλο χωνευτήρι επιρροών, μια πολιτιστική γωνιά όπου διασταυρώνεται καθετί το διαφορετικό, ένα μέρος που γίνεται τόπος συγκίνησης και εξέλιξης. Και όταν τα καθίσματα στο Αρχαίο Θέατρο αδειάσουν, όταν τα φώτα στο λιμάνι του Πυθαγορείου θα έχουν σβήσει και το Βαθύ και το Καρλόβασι θα κοιμούνται, εμείς ακόμη θα κουβαλάμε τις μελωδίες κάποιων μουσικών που έκαναν τις νότες, συναισθήματα και τα συναισθήματα, αναμνήσεις.

Ρωτώ τον Αλέξη Καραϊσκάκη – Νάστο για τα συναισθήματά του:

«Νιώθω νοσταλγία ήδη αμέσως μετά το πέρας της τελευταίας συναυλίας. Κάνω πολλά όνειρα για το επόμενο…»

Τα συναισθήματα της Masha Ilyashov για τα μουσικά φεστιβάλ χωράνε σε μια της μόνο φράση:

«Είμαστε πεπεισμένοι ότι τα μουσικά φεστιβάλ κάνουν τον κόσμο μας ένα καλύτερο μέρος».