Κείμενο: Αναστασία Σταθά

Η ιδέα για τον Μεγάλο Δικτάτορα γεννήθηκε το 1937, όταν ο φίλος του Τσάρλι Τσάπλιν, Αλεξάντερ Κόρντα, του πρότεινε να κάνει μία κωμωδία αξιοποιώντας την ομοιότητά του με τον Χίτλερ. Αν και στην αρχή δεν του άρεσε η πρόταση αυτή, αφού την περίοδο εκείνη επεξεργαζόταν ήδη ένα σενάριο, η διαμόρφωση του πολιτικού τοπίου της Ευρώπης τον έκανε να την ξανασκεφτεί.

Όπως διηγείται ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του: «Προχωρούσαν οι ζυμώσεις ενός καινούργιου πολέμου κι εγώ προσπαθούσα να φτιάξω ένα καινούργιο σενάριο για την Πολέτ (συμπρωταγωνίστρια και σύζυγό του). Όμως μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω. Πώς μπορούσα να ασχοληθώ με τις γυναικείες ιδιοτροπίες ή να σκεφτώ ένα ρομάντζο ή τα προβλήματα του έρωτα όταν ο φρικτός γκροτέσκο Αδόλφος Χίτλερ ξεσήκωνε τη θύελλα της τρέλας;».

Ως σκηνοθέτης, λοιπόν, σεναριογράφος, πρωταγωνιστής σε διπλό ρόλο αλλά και παραγωγός, ο Τσάπλιν προχώρησε στη δημιουργία της πρώτης του ομιλούσας ταινίας, μίας καυστικής αντιχιτλερικής σάτιρας. Σε αυτήν ένας Εβραίος κουρέας τραυματίζεται πολεμώντας κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για το φανταστικό έθνος της Τομανίας και καταλήγει ως αμνησιακός σε νοσοκομείο βετεράνων. Μετά από χρόνια και ενώ εξακολουθεί να πάσχει από αμνησία επιστρέφει στην πόλη του για να συνειδητοποιήσει ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει ριζικά. Ο μεγαλομανής δικτάτορας Αντενόιντ Χίνκελ βρίσκεται στην εξουσία προπαγανδίζοντας την υπεροχή και την κυριαρχία της άριας φυλής. Όταν το κουρείο του, το οποίο αποτελεί πλέον μέρος ενός γκέτο, αρχίζει να δέχεται επιθέσεις, εκείνος  το υπερασπίζεται και αντιστέκεται στις στρατιωτικές δυνάμεις που περιπολούν στην περιοχή για να οδηγηθεί εντέλει στη σύλληψη. Χωρίς να το καταλάβει ο κουρέας θα αναχθεί σε ηγετική μορφή της αντίστασης και θα μπλεχτεί σε περιπέτειες λόγω της απίστευτης ομοιότητάς του με τον δικτάτορα Χίνκελ.

Ο Άγγλος δημιουργός συνάντησε πολλά εμπόδια καθόλη τη διάρκεια της υλοποίησης του παράτολμου, όπως αποδείχτηκε, κινηματογραφικού εγχειρήματός του γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμα ουδέτερες και δεν σκόπευαν να εμπλακούν στον Πόλεμο. Παρά τα απειλητικά γράμματα όμως που λάμβανε από τους πολέμιούς του και τις προειδοποιήσεις ότι θα συναντούσε προβλήματα με τη λογοκρισία και ότι η ταινία δε θα προβαλλόταν ποτέ στην Αγγλία και στην Αμερική, εκείνος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει, επειδή, όπως ο ίδιος ανέφερε στην αυτοβιογραφία του, «έπρεπε ο κόσμος να αρχίσει να γελά με τον Χίτλερ».

Χρόνια αργότερα βέβαια δήλωσε πως «Αν γνώριζα την πραγματική φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης δε θα μπορούσα να φτιάξω το Μεγάλο Δικτάτορα. Δε θα μπορούσα να αστειεύομαι με την ανθρωποκτόνα παραφροσύνη των ναζί».

Τον Σεπτέμβριο, του 1939, λίγες μόλις ημέρες μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ξεκίνησαν τα γυρίσματα κι ένα χρόνο περίπου αργότερα, στις 15 Οκτωβρίου του 1940, η ταινία έκανε πρεμιέρα στους αμερικάνικους κινηματογράφους. Οι κριτικές ήταν ανάμεικτες αλλά το κοινό αγάπησε τον Μεγάλο Δικτάτορα καθιστώντας τον τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της φιλμογραφίας του Τσάπλιν.

Στηριζόμενος στο εύρημα της εκπληκτικής ομοιότητας των δύο κεντρικών ηρώων και αναλαμβάνοντας να υποδυθεί τον Εβραίο κουρέα και τον Αντενόιντ Χίνκελ ο Τσάπλιν έχτισε μία σειρά από παρεξηγήσεις, τις οποίες εμπλούτισε με άφθονα γκαγκς, και δημιούργησε σεκάνς που έγραψαν κινηματογραφική ιστορία.

Με όπλο το οξυδερκές του χιούμορ δεν δίστασε να παρωδήσει τον Χίτλερ και να επιτεθεί «ανελέητα» στον ναζισμό. Σύμφωνα μάλιστα με τον βιογράφο του, τον Τζέφρι Βανς: «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ είναι η πρώτη σημαντική σάτιρα του κινηματογράφου και αποτελεί μία αριστοτεχνική ενσωμάτωση κωμωδίας, πολιτικής και σάτιρας».  Τόλμησε, ωστόσο, να κάνει ένα βήμα παραπέρα απεκδυόμενος τον διπλό του ρόλο και απευθύνοντας ως Τσάρλι  Τσάπλιν πλέον ένα ανθρωπιστικό μήνυμα στο κοινό του. Αξιοποίησε για πρώτη φορά τον ήχο και μέσα από των τεσσάρων λεπτών μονόλογό του που αποτελεί ίσως τον πιο μνημειώδη και εμβληματικό στην ιστορία του κινηματογράφου καταδίκασε τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και τη μισαλλοδοξία και εξύμνησε τη δύναμη της ανθρωπιάς αναφέροντας μεταξύ άλλων πως:

«Λυπάμαι αλλά δε θέλω να γίνω αυτοκράτορας. Δεν είναι αυτή η δουλειά μου. Δεν θέλω να κυβερνήσω ή να κατακτήσω κανέναν. Θα ήθελα να βοηθήσω όλο τον κόσμο αν είναι δυνατόν. Όλοι μας θέλουμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον. Θέλουμε να ζήσουμε ο ένας με την ευτυχία του άλλου. Δεν θέλουμε να μισούμε και να περιφρονούμε ο ένας τον άλλο. Η απληστία δηλητηρίασε τις ψυχές των ανθρώπων. Σκεφτόμαστε πάρα πολύ και αισθανόμαστε πάρα πολύ λίγο. Περισσότερο από τις μηχανές χρειαζόμαστε την ανθρωπιά. Περισσότερο από την εξυπνάδα χρειαζόμαστε την ευγένεια και τη λεπτότητα. Χωρίς αυτές τις ιδιότητες η ζωή θα είναι γεμάτη βία. Μην απελπίζεστε! Το μίσος των ανθρώπων θα περάσει και οι δικτάτορες θα πεθάνουν. Και η δύναμη που έκλεψαν από τον λαό θα ξαναγυρίσει σε αυτόν».

Σήμερα που ο νεοναζισμός αναδύεται σε διάφορες χώρες της Ευρώπης «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ» εξακολουθεί να φαντάζει τραγικά επίκαιρος.