“I Care a Lot” και “White Tiger” («Mα Φυσικά Και Νοιάζομαι» και «Ο Λευκός Τίγρης», οι  αντίστοιχοι ελληνικοί τίτλοι με τους οποίους προβάλλονται στο Netflix): Δυο πρόσφατες ταινίες με πολύ παραπλήσια θεματική, αφού και στις δυο οι πρωταγωνιστές, για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους, περιγράφουν με voice over την κοινωνία ως ζούγκλα στην οποία ή θα φας ή θα φαγωθείς, περιγράφουν ως μονόδρομο της οικονομικής ανέλιξης και της επιτυχίας το πάτημα επί πτωμάτων. Κεντρικό μότο της ηρωίδας στο “I Care a Lot” είναι το:

«Υπάρχουν μόνο δύο κατηγορίες ανθρώπων σε αυτόν τον κόσμο. Εκείνοι που παίρνουν και εκείνοι που τους τα παίρνουν. Τα αρπακτικά και τα θηράματα. Τα λιοντάρια και τα πρόβατα. Ε, εγώ είμαι λέαινα», κεντρικό μότο του ήρωα στο “White Tiger” είναι το: «Υπάρχουν μόνο δύο κάστες. Οι άνθρωποι με τις μεγάλες κοιλιές και οι άνθρωποι με τις μικρές κοιλιές». 

Τώρα το «ηρωίδα» και το «ήρωας» ας μην το δέσουμε και κόμπο, μπορεί κάλλιστα κάποιος να τους χαρακτηρίσει αντιήρωες και είναι σίγουρα μεγάλο προτέρημα και των δύο ταινιών, ότι η θέση τους στην αφήγηση και τα συναισθήματά μας για αυτούς δοκιμάζονται στην πορεία, έχουν διακυμάνσεις, υπάρχουν στιγμές που δεν μπορούμε με τίποτα να πάρουμε το μέρος τους και υπάρχουν στιγμές που μας είναι δύσκολο ως αδύνατο να μην το πάρουμε. Και οι δύο ταινίες εκ των πραγμάτων ανηθικολογούν, μεταφέροντάς μας την κυνική αντίληψη των πρωταγωνιστών τους. Όχι όμως χωρίς κάποιες σημαντικές μεταξύ τους διαφορές: ο κόσμος του “Ι Care a Lot” έχει λιγότερες αποχρώσεις, υπάρχει ένας πολύ πιο σαφής άξονας καλού – κακού, τον οποίο η πρωταγωνίστρια παραβιάζει, ενώ στην περίπτωση του “White Tiger” υπάρχει μια αντιδιαστολή ατομικού αδίκου με ένα ευρύτερο κοινωνικό άδικο. Η παραβατικότητα στο “I Care a Lot” έχει σχεδόν αμιγώς ποινική διάσταση, ενώ στο “White Tiger” έχει μια κοινωνική ρίζα με την οποία συνομιλεί και αντιπαρατίθεται.

Στην Ινδία του “White Tiger” υπάρχουν κάστες, υπάρχουν φεουδάρχες και φτωχοί χωρικοί, υπάρχουν αφεντικά και υπηρέτες, στις ΗΠΑ του “Ι Care a Lot” το θέμα είναι πιο δικαιωματικό, η γυναίκα που δεν δέχεται να κάνει ό,τι της λένε οι άντρες και η αντίδρασή της φτάνει σε καρτουνίστικες υπερβολές, ο νάνος που έχει μυθοπλαστικό δικαίωμα και παίζει κι αυτός τον ρόλο του σκληρού καριόλη κακοποιού.

Η  πρωταγωνίστρια του “Ι Care a Lot” έχει στήσει μια νόμιμη υπηρεσία, η οποία αναλαμβάνει τη δικαστική συμπαράσταση ατόμων, τα οποία λόγω έκπτωσης των νοητικών τους λειτουργιών εξαιτίας των γηρατιών δεν μπορούν να φροντίσουν τις υποθέσεις τους. Και αναλαμβάνει να τις φροντίζει εκείνη για λογαριασμό τους. Αφού πρώτα τα άτομα κηρυχθούν δικαστικά ανίκανα κι εκείνη η κηδεμόνας των υποθέσεών τους, τα παρκάρει σε γηροκομεία, ρευστοποιώντας και απομυζώντας την περιουσία τους, είτε μέσω της νόμιμης αμοιβής της είτε μέσω υπεξαιρέσεων. Και ακόμη χειρότερα δεν αρκείται σε άτομα όντως ανίκανα, αλλά με τη συνέργεια επίορκων γιατρών και καλόπιστων σε βαθμό ηλιθιότητας δικαστών κηρύσσει ανίκανα και άτομα ικανά. Όλα μοιάζουν να δουλεύουν ρολόι, μέχρι που θα επιλέξει ως θήραμά της το λάθος πρόσωπο με τους λάθους συγγενείς και θα κληθεί να τα βάλει με ένα πολύ μεγαλύτερο αρπακτικό από την ίδια.

Το “Ι Care a Lot” ξεκινάει με πολύ ικανοποιητικό τρόπο και τελειώνει με πολύ ικανοποιητικό τρόπο. Και ενώ με το τελευταίο του δεκάλεπτο κερδίζει τις εντυπώσεις, πετάγοντάς σου δυο ανατροπές που στέκονται η κάθε μία στο δικό της επίπεδο και που σε πείθουν ότι ο σκηνοθέτης και σεναριοράφος Τζέι Μπλέικσον είχε κάτι συνεκτικό στο μυαλό του και αφηγείται μια ιστορία που ξέρει τι θέλει να πει, παραμένει σημαντικό κατ’ εμέ μειονέκτημα της ταινίας το ότι για ένα μεγάλο διάστημα στο μέσο της κάνει μια στροφή προς λίαν αναληθοφανείς και εντελώς κλισέ απιθανότητες που έρχονται η μία μετά την άλλη, θυμίζοντας βήτα διαλογής θρίλερ των νάιν-τις.

Aπό τέτοιου είδους κατασκευαστική ανισότητα δεν πάσχει το “White Tiger”, το οποίο έχει έναν πολύ πιο συνεπή βηματισμό από την αρχή ως το τέλος του. Παρουσιάζει έναν πολύ πιο πολυδιάστατο κοινωνικό καμβά από το “Ι Care a Lot”, έχοντας καθ’ όλη τη διάρκειά του τη ματιά του στραμμένη στη μεγάλη εικόνα της κοινωνίας της Ινδίας με τις ανισότητες, τη διαφθορά και το βαθιά ταξικό και ρατσιστικό σύστημα με τις κάστες. Παρομοιάζει τους ανθρώπους που ανήκουν στις κατώτερες κάστες με τις κότες σε ένα κοτέτσι. Στο κοτέτσι οι κότες βλέπουν τις άλλες κότες να σφάζονται μπροστά τους, μυρίζουν το αίμα τους, αλλά δεν αντιδρούν, δεν προσπαθούν να βγουν απ’ τα κλουβιά τους, περιμένουν απλώς να έρθει η ώρα τους, υπάκουες, ήσυχες και υποταγμένες. Αυτή είναι η θέση τους στην τροφική αλυσίδα, αυτή είναι η μοίρα τους.

Ο πρωταγωνιστής θέλει να ξεφύγει από τη μοίρα της κάστας του. Κάνει την πρώτη του υπέρβαση, φεύγοντας απ’ το χωριό του για να γίνει υπηρέτης στην πόλη. Θα γίνει σοφέρ της οικογένειας των τσιφλικάδων που οδήγησαν στην καταστροφή τη δική του οικογένεια και εμπόδισαν έτσι τον ίδιο να έχει ένα καλύτερο μέλλον. Κι όμως. «Είστε η οικογένειά μου», λέει και ξαναλέει. Δουλικότητα εσωτερικευμένη. «Εμείς οι υπηρέτες μισούμε τους κυρίους μας πίσω από τo προσωπείο της αγάπης; Ή μήπως τους αγαπάμε πίσω από το προσωπείο του μίσους;» θα αναρωτηθεί. Η μετάβαση από τη δουλικότητα στην εξέγερση θα του πάρει χρόνο. Και τότε θα κάνει πράγματα ανεπίτρεπτα. Παρόλο το κοινωνικό υπόβαθρο δεν μπορούμε να τον δικαιολογήσουμε ηθικά. Η ούτως ή άλλως καταδικαστέα πράξη του έχει επιπτώσεις σε αθώους ανθρώπους. Από την άλλη, βλέπουμε ότι αυτός ο μη ηθικά δικαιολογημένος ήρωας, αρχίζει να δρα (αν πιστέψουμε τουλάχιστον όσα λέει) με τρόπο κοινωνικά θετικότερο. Στην ατομική του ηθική αντιδιαστέλλεται η κοινωνική του συνείδηση, καθώς καλυτερεύει κάπως τη ζωή των γύρω του και του κοινωνικού συνόλου.

Και στις ΗΠΑ του “Ι Care a Lot” και στην Ινδία του “White Tiger” όλα θα καταλήξουν στον καπιταλισμό. Καμία μεμονωμένη αρπαγή χρημάτων και κανένα μεμονωμένο έγκλημα δεν είναι ικανό να σε απογειώσει. Αν θες απογείωση μπες στο μεγάλο παιχνίδι. Οσοδήποτε μεγάλο, δεν είναι ένα παγωμένο κεφάλαιο που θα κερδηθεί αυτό που θα κάνει τη διαφορά. Τη διαφορά θα την κάνει το κεφάλαιο που θα επενδυθεί και θα αυγατίσει. Η γιγάντωση. Η επέκταση και συστηματοποίηση της μπίζνας. Το όραμα για κέρδη χωρίς τέλος.