Βρισκόμαστε στο 1930 στο χωριό Γκουλέμα Ρέκα όπως το αποκαλούσαν οι ντόπιοι, στο Μέγα Ρέμα, στο Ροδοχώρι Ημαθίας όπως θα μετονομαστεί μετά την Κατοχή. Ένα σκηνικό σκοτεινό και γκρίζο για τις γυναίκες, ένας παράλογος κόσμος με το βλέμμα της σύγχρονης εποχής αλλά και κάθε ελεύθερου πνεύματος. Η γυναίκα έχει προκαθορισμένη θέση και η μοίρα της την θέλει υποταγμένη σε ένα ρόλο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, υποταγμένη στον άνδρα, πατέρα και σύζυγο, ακόμα και όταν με τον καιρό εκείνη δυστυχισμένη μπορεί να μαραίνεται, να σβήνει.

Η προξενήτρα Βάγια, ο πρόεδρος του χωριού Νέστορας Κουβάρης, ο παπάς, η αθώα μικρή αδελφή Ματίνα, οι κουτσομπόλες της γειτονιάς, η υποταγμένη μάνα Αλκμήνη που δε σηκώνει κεφάλι, ο πατέρας «τέρας» Νώντας και πολλοί ακόμα που έπαιξαν τον δικό τους ρόλο στο κουβάρι της ζωής της, και η Ζαχαρώ το κεντρικό πρόσωπο, η γυναίκα με τη ζωή της οποίας θα ταυτιστούμε, θα κλάψουμε και θα γελάσουμε σε κάθε μια από τις συγκλονιστικές της εξομολογήσεις.

Η Ζαχαρώ με το κοφτερό της βλέμμα, την ατίθαση καρδιά, και το αιχμηρό στόμα θα μας συστηθεί από την παιδική της ηλικία μέχρι και σήμερα που στηριγμένη στο μπαστούνι της σφίγγει το κόκκινο πολυκαιρισμένο της φουστάνι από την κασέλα δίπλα της και μας σεργιανάει στα καλντερίμια της ζωής της. Μιας ζωής δύσκολης, καταπιεσμένης που συνεχώς αναζητά ένα αδιέξοδο από τον ασφυκτικό κοινωνικό κλοιό που επιβάλλεται συνεχώς στη μοίρα της.

Με συντροφιά τα τσιγάρα Σαντέ και το λικέρ τριαντάφυλλο η Ζαχαρώ θα μας αφηγηθεί τη ζωή της από το 1933 έως τα βαθιά της γεράματα. Πεντακόσιες σελίδες θα μας γυρίσουν σε ένα σκοτεινό για τις γυναίκες παρελθόν, παρασύροντάς μας σε μια φορτισμένη ζωή με πολλαπλές ανατροπές. Από την παιδική αθωότητα, τη γλυκύτητα και την αφέλεια, στη νεανική έξαρση αλλά και την επίγνωση της κοινωνικής καταπίεσης, της διάψευσης των προσδοκιών. Και ο κοινωνικός ιστός της Ελλάδας θα ξεδιπλώνεται μαζί με τη ζωή της.

«Ούλοι είμαστε φυλακισμένοι κι ας μην το ξέρουμε. Μα ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που διαλέγουν το κελί τους. Που το στολίζουν και το φτιάνουν κατά πως λαχταράει η καρδιά τους. Όχι εκείνοι που αναγκάζονται να ζουν σε φυλακές που τους έφτιαξαν άλλοι. Και εγώ τη φυλακή μου τη διάλεξα», μας λέει η Ζαχαρώ σε πρώτο πρόσωπο.

Γιατί η Πασχαλία Τραυλού στο νέο της μυθιστόρημα «Σαντέ και λικέρ τριαντάφυλλο» επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση για να προσθέσει την τόλμη, και τη ζωντάνια που απαιτούσε η σκιαγράφηση της ηρωίδα της, και το κάνει έξοχα. Μιλάει «αφτιασίδοτα», όπως άλλωστε επιτάσσει και η μάλλον, λαϊκή και αμόρφωτη ηρωίδα της, κάποιες φορές πρόστυχα, ντόπρα, λαϊκά, άλλες πάλι σοφά και ουσιαστικά, άλλες πάλι ο λόγος της ξεχειλίζει με χιούμορ. Αλλά κάθε φορά μας πετυχαίνει στην καρδιά.

Η αφήγηση της ηρωίδας της Ζαχαρώς ξεκινάει στο κέντρο της Αθήνας το 2020 εν μέσω καραντίνας. Η ευφράδεια ακόμα και τώρα στα γεράματα είναι το φόρτε της. Ένα τσιγάρο σαντέ άφιλτρο στο στόμα. Ένα ζαχαρωτό που βουλιμικά μασουλούσε, το δάκρυ που έσταζε πότε πότε όταν άνοιγε την κασέλα της και έμενε ενώπιος ενωπίω με τη ζωή που δεν έζησε ή εκείνη που δεν θέλησε να ζήσει, το λικέρ τριαντάφυλλο που έπινε κάθε απόβραδο σε κρασοπότηρο κοντόχοντρο και το «δόξα την Παναγία» για όσα απόλαυσε ως το μεδούλι της. Κάπως έτσι θα ξεκινήσει η ιστορία δια στόματος Φαίδρας Καραδήμα της δημοσιογράφου που η Ζαχαρώ θα αποκαλύψει την πολυτάραχη ζωή της. «Ότι κι να συμβεί στη ζωή σου, εσύ έχεις το μαχαίρι, εσύ και το πεπόνι. Του λόγου σου αποφασίζεις προς τα πού θα τραβήξεις και πώς θα πορευτείς…».

Και πορεύτηκε η Ζαχαρώ μια ζωή σαν ρόλερ-κόστερ. Η πίκρα, η θλίψη, η απογοήτευση, η απώλεια και ο φόβος εναλλάσσονται συνεχώς σαν μια ρόδα που γυρίζει από την παιδική της κιόλας ηλικία. Στην αρχή διαβάζουμε για τα πρώτα της χρόνια και την παιδική της ζωή στο χωριό που συγκλονίζεται και ρημάζεται από αναπάντεχες εξελίξεις και σταδιακά την ακολουθούμε να αναλαμβάνει νέους ρόλους, να ωριμάζει, να μεγαλώνει.

Το βιβλίο με το ένα πόδι πατάει στα θραύσματα της ζωή της Ζαχαρώς επικεντρωμένο στην προσωπική της θρυμματισμένη ζωή αλλά με το άλλο πόδι πατάει στην ελληνική ιστορία, το ξέσπασμα του  ελληνοϊταλικού πολέμου, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, και αργότερα τα χρόνια της δικτατορίας και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αλλά και τα κοινωνιολογικά φαινόμενα της εποχής που δυστυχώς τα χαρακτηρίζει η διαχρονικότητα. Η ενδοοικογενειακή βία, η υποκρισία, η σιωπή και το ψέμα των μικρών κοινωνιών, ο βιασμός, ο στιγματισμός, ο γάμος των ανήλικων παιδιών, τα πατριαρχικά στερεότυπα που μαστίζουν, η πορνεία είναι μερικές μόνο από τις παθογένειες που η Πασχαλία Τραυλού φωτογραφίζει με τη γραφή της σε αυτό το μυθιστόρημα.

Όπως η ίδια η συγγραφέας αναφέρει στον πρόλογό της, η ιστορία της προέκυψε ως συρραφή κάποιων πραγματικών, τραγικών περιστατικών που έτυχε να ακούσει κατά την παιδική της ηλικία όπως η ιστορία της κυρά Θοδώρας ή Τσουρίνας που κάθε φορά που αφηγούνταν τα παθήματά της, η συγγραφέας έτρεχε να ακούσει αλλά και κάποιες ιστορίες πιο πρόσφατες όπως εκείνη της Μελέκ Ιπέκ, της Τουρκάλας που δολοφόνησε τον βίαιο σύζυγό της έπειτα από δώδεκα χρόνια μαρτυρικής ζωής, στην οποία και είναι αφιερωμένο το βιβλίο.

Το μυθιστόρημα «Σαντέ και λικέρ τριαντάφυλλο» της Πασχαλίας Τραυλού διαβάζεται απνευστί παρά τις πεντακόσιες σελίδες του. Και αν «η ζωή είναι ένα εκκρεμές που κινείται μεταξύ πόνου και απελπισίας», όπως είχε δηλώσει κάποτε ο Άρθουρ Σοπενχάουερ τότε εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο αποτύπωση της ίδιας της ζωής. Γιατί η ζωή της Ζαχαρώς και της κάθε γυναίκας σαν τη Ζαχαρώ είναι μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι αληθινή, είναι σίγουρα σκληρή και δεν πρέπει να επαναληφθεί. Ας την ακούσουμε και αυτή τη φορά να μην σιωπήσουμε.

Μια ζωή σκληρή όσο οι προκαταλήψεις…
Πικρή σαν το άφιλτρο Σαντέ…
Φλογερή σαν το λικέρ τριαντάφυλλο…