Ο οίκος δημοπρασιών Sotheby’s, πούλησε 297 γράμματα, που αντάλλαξαν η Σιμόν ντε Μποβουάρ και η Βιολέτ Λεντίκ την περίοδο ανάμεσα στο 1945 και το 1972. Η αλληλογραφία που μέχρι τώρα δεν είχε έρθει ποτέ στο φως αποκαλύπτει «μια πολύπλοκη και διφορούμενη σχέση όπου το ανεπιθύμητο πάθος και η δυσπιστία αναμιγνύονται» ενώ αποκαλύπτει παράλληλα και τους δεσμούς βαθιάς φιλίας και εκτίμησης μεταξύ των δύο γυναικών, που αναδείχθηκαν σε κορυφαίες φυσιογνωμίες του σύγχρονου φεμινιστικού κινήματος. Η αδημοσίευτη αλληλογραφία της Μποβουάρ με την «προστατευόμενή» της Λεντίκ έγινε σε μια περίοδο που οι σεξουαλικές της προτιμήσεις όχι μόνο δεν ήταν αποδεκτές αλλά και τα πεζογραφήματά της όσο και η ποίησή της μέσω των οποίων διηγήθηκε τις εμπειρίες της ως νόθο παιδί, τους συχνά ατελέσφορους έρωτές της με γυναίκες και τις αμβλώσεις της είχαν θεωρηθεί σκανδαλώδεις.

Η Λεντίκ υπέφερε από κατάθλιψη εξαιτίας του παθιασμένου αλλά πλατωνικού έρωτα για την Μποβουάρ, η οποία δεν ενέδωσε ερωτικά στην προστατευόμενή της αν και τη στήριζε μέχρι το τέλος της ζωής της το 1972. Πολλές επιστολές της Μποβουάρ γράφτηκαν από τα ταξίδια της σε χώρες του εξωτερικού, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.

Η Μποβουάρ ενθάρρυνε και πίεζε τη Λεντίκ να γράφει και να της υπενθυμίζει ότι πρέπει να εργάζεται καθημερινά. Συνήθιζε να διαβάζει τα χειρόγραφα της Λεντίκ, ενώ είχε πείσει και τον σύζυγό της, Ζαν-Πολ Σαρτρ να διορθώνει τα κείμενά της.

Το βιβλίο “Ravages” που εξέδωσε η Λεντίκ το 1949 λογοκρίθηκε από τις γαλλικές αρχές ως άσεμνο. Οι άρρενες υπάλληλοι του εκδοτικού οίκου Gallimard φέρονται να περιέγραψαν κρίσιμη για την πλοκή τη λεσβιακή σκηνή του βιβλίου ως «τερατωδώς άσεμνη». Η απόρριψη από τον εκδοτικό οίκο κατάφερε ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα στον ήδη εύθραυστο ψυχικό κόσμο της Λεντίκ.

Η συγγραφέας εξασφάλισε εντέλει την αναγνώριση που της άξιζε χάρη στο μυθιστόρημα «Η Μπάσταρδη», το οποίο εκδόθηκε το 1964, με διθυραμβική εισαγωγή από την Μποβουάρ. Το μυθιστόρημα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Η Λεντίκ πέθανε, όμως, το 1972 από καρκίνο του μαστού. Το πλήρες κείμενο του “Ravages” δημοσιεύθηκε το 2000.

Η αλληλογραφία των δύο γυναικών αφορά κυρίως τις λογοτεχνικές εξελίξεις στη μεταπολεμική περίοδο στη Γαλλία. Η Λεντίκ γράφει για τη Μαργκερίτ Γιουρσενάρ και το «Αδριανού απομνημονεύματα» ότι πρόκειται για αφόρητα πληκτικό έργο με μεγαλοστομία και ψευτιά και τολμά να το χαρακτηρίσει λογοτεχνικά άχρηστο και αργό αυτάρεσκο ρητορικό γουργουρητό. Από την κριτική της Λεντίκ δε γλυτώνει ούτε ο Ζορζ Μπατάιγ για τον οποίο γράφει: «Αυτό το είδος διανοούμενου μου φέρνει ναυτία. Ανίκανος, εξεζητημένος, ένα ψεύτικο μείγμα σπέρματος και φαιάς ουσίας».

Παρά την υποστήριξη του έργου της από διανοούμενους όπως ο Αλμπέρ Καμύ και ο Ζαν Ζενέ, η Λεντίκ δεν κέρδισε φήμη αντάξια του έργου της μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της, με την ειλικρινή απεικόνιση του λεσβιακού σεξ να θεωρείται απαράδεκτη. Παρόλη τη δυσπιστία που έζησε στην εποχή της σήμερα θεωρείται από τις πιο σημαντικές φεμινίστριες συγγραφείς του 20ου αιώνα.