Ένα εργοστάσιο στη Γαλλία που κλείνει παρότι είναι κερδοφόρο. Δεν είναι αρκετά κερδοφόρο όμως, αν μεταφερθεί στη Ρουμανία, θα γίνει πολύ περισσότερο, οι μετοχές του πολυεθνικού ομίλου στον οποίο ανήκει θα ανέβουν κι άλλο, τα μερίσματα των μετόχων επίσης. Χίλοι εκατό εργαζόμενοι θα μείνουν χωρίς δουλειά, αφού πάρουν πρώτα μια αποζημίωση απόλυσης βέβαια. Πριν δυο χρόνια είχαν έρθει συλλογικά σε συμφωνία με την εργοδοσία να μειώσουν τις αποδοχές τους, να εργάζονται περισσότερο, είχαν κληθεί να βάλουν πλάτη και έβαλαν πλάτη, να μην είναι πια τόσο πάρα πολύ καλομαθημένοι Γάλλοι, να συναισθανθούν λίγο ότι δεν παλεύεται αλλιώς η παγκοσμιοποιημένη αγορά.

Το 2014 ο Στεφάν Μπριζέ, με τον Βενσάν Λιντόν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μας δίνει τον εξαιρετικό «Νόμο της Αγοράς». Εκεί ο Λιντόν είναι ένας μεσήλικος απολυμένος από εργοστάσιο που, αφού περνάει διάφορα στην ανεργία κι αφού αποφασίζει ότι δεν έχει πια νόημα να κυνηγά δικαστικά τα πρώην αφεντικά του, βρίσκει τελικά δουλειά ως υπεύθυνος ασφαλείας σε σούπερ μάρκετ, με ένα από τα βασικά του καθήκοντα να είναι η παρακολούθηση των εργαζομένων. Εδώ, στο «Σε Πόλεμο» ο Λιντόν απολύεται πάλι από εργοστάσιο, αλλά αυτή τη φορά είναι η ηγετική φιγούρα των εργαζομένων, η ηγετική φιγούρα των εργαζομένων που μετατρέπονται σε απεργούς.

Γιατί θα απεργήσουν. Και θα διαπραγματευτούν. Και θα συγκρουστούν. Θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν. Και μετά την απόλυση είναι σχεδόν αδύνατο να βρουν δουλειά στην περιοχή. Οι δικαστικές αποφάσεις. Το Σύνταγμα. Η ελευθερία της οικονομίας. Η ελευθερία της αγοράς. Το δικαίωμα των επιχειρηματιών να ανοίξουν και να κλείσουν επιχειρήσεις. Το δικαίωμα των εργαζομένων που θέλουν να δουλέψουν και να σπάσουν την απεργία, να δουλέψουν και να σπάσουν την απεργία. Οι κυβερνήσεις που θέλουν να βρεθεί λύση αλλά μεσολαβώντας σαν Πόντιοι Πιλάτοι, νίπτοντας τας χείρας τους και διοργανώνοντας συναντήσεις χωρίς αποτέλεσμα. Η βία. Η αιώνια καταδίκη της βίας. Η βία με τη στενή της έννοια, η βία η σωματική που κάνει τζιζ και αλλάζει όλα τα δεδομένα. Η βία που σκανδαλίζει, η βία που δεν επιτρέπεται, σε αντίθεση με τη βία που δεν σκανδαλίζει, αλλά εκλογικεύεται και ιδεολογικοποιείται, σε αντίθεση με τη βία που επιτρέπεται επειδή δεν λέγεται βία, αλλά κάπως αλλιώς. Είναι δικαίωμά μου να σε οδηγήσω στην ανεργία. Εγώ σου έδωσα δουλειά, εγώ μπορώ και να στην πάρω. Κόψε το κεφάλι σου. Δεν στο κόβω εγώ. Βία θα ήταν αν στο έκοβα εγώ κυριολεκτικά. Το να σου λέω μεταφορικά κόφτο μόνος σου είναι η πηγή της παγκόσμιας ευημερίας και αναφαίρετο συνταγματικό μου δικαίωμα.

Το «Σε Πόλεμο» είναι γεμάτο ένταση, φωνές, συγκρούσεις. Μολονότι ο Λιντόν είναι παρών σε κάθε σκηνή σχεδόν της ταινίας, αληθινός πρωταγωνιστής είναι η ίδια η απεργία, η ίδια η σύγκρουση, ο ίδιος ο «πόλεμος». Βαριά η λέξη πόλεμος του τίτλου; Φωνάζει πολύ; Χάνει το μέτρο, λαϊκίζει, χειραγωγεί; Και θα πει καλόπιστα ίσως κάποιος άλλος, μα ο λαϊκισμός δεν είναι ακριβώς το μείζον πολιτικό πρόβλημα της Ευρώπης αλλά και των ΗΠΑ σήμερα;

Εδώ και δεκαετίες πια, κάθε σκέψη ουσιαστικής αμφισβήτησης (πόσο μάλλον ανατροπής) του γενικού οικονομικού πεδίου έχει μετατραπεί σε αστείο. Οι νόμοι της αγοράς, έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός, There Is No Alternative, ακόμα και ειδικότερες συστημικές εκδοχές του όπως η Ευρωζώνη. Μας κουράζει και να τα συζητάμε πια όλα αυτά. Πλησιάζουμε στο τέλος μιας δεκαετίας που θεωρήσαμε ότι είδαμε το φως το αληθινό και ότι μπορούσαμε να ξαναδούμε τα πράγματα από την αρχή, είδαμε γιοτουμπάκια για το χρήμα και πώς δημιουργείται, για τα δάνεια και τους τόκους, κάναμε συνελεύσεις γειτονιών για ανταλλακτικές οικονομίες κοινοτήτων, ψαχτήκαμε με όλων των ειδών τα εναλλακτικά, συζητήσαμε για τα της αυτάρκειας μιας οικονομίας σε συνθήκες αποκλεισμού, σκεφτήκαμε διάφορα, φωνάξαμε, κάναμε, δείξαμε, συγκρουστήκαμε, διαπραγματευτήκαμε, στεναχωρηθήκαμε με σωματικά συμπτώματα στα χείλια μας, υποχωρήσαμε, υπογράψαμε, παραδοθήκαμε όλοι μαζί, αρχίσαμε από εκείνη ουσιαστικά τη στιγμή κι ας μην το συνειδητοποιούσαμε να πηγαίνουμε για άλλα, ο κόσμος ξαναμπήκε στη θέση του, διαφορές προφανώς και εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και στον οικονομικό τομέα, αλλά είναι πια διαφορές διαχείρισης και επιλογών που οσοδήποτε σημαντικές κι αν εξακολουθούν να παραμένουν για τη ζωή των ανθρώπων, δεν αφορούν πάντως καμία μεγαλύτερη εικόνα.

Έτσι μια ταινία που μας δείχνει μια απεργία θα μας φέρει είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι σε μια δύσκολη θέση. Δεν είναι αυτοί οι τομείς της ζωής για σινεμά, όπως δεν είναι και για τα δελτία ειδήσεων. Είναι για να τα απωθούμε και να μην τα σκεφτόμαστε κι όχι για να τα βλέπουμε σε μεγαλύτερες ή μικρότερες οθόνες. Είναι λυμένα αυτά τα πράγματα. Ζούμε δηλαδή σε ένα καθεστώς σκέψης που τα θεωρεί λυμένα. Εντάξει, αν δουν το «Σε Πόλεμο» αρθρογράφοι της Καθημερινής και νεοφιλελεύθερων σάιτ, μπορεί πιθανότατα να εντοπίσουν τα χίλια κρυμμένα δίκια των εργοδοτών και τις χίλιες κρυμμένες αδικίες των εργαζομένων, μπορεί να πουν ότι η μεγάλη εικόνα κακώς δυσφημείται γιατί φέρνει ευημερία σε όλες τις γωνιές του πλανήτη και όχι σε επιλεγμένα γαλατικά χωριά του, μπορεί να σκεφτούν ότι μια περιοχή της Ρουμανίας θα ανθίσει ή και ότι το τελικό προϊόν θα φτάσει έτσι λίγο φτηνότερα στον καταναλωτή και ότι όλοι τελικά θα είναι ευχαριστημένοι, με την εξαίρεση των 1.100 Γάλλων που έλεος όμως θα πάρουν κι αυτοί την αποζημιωσάρα τους, μακάρι να ήταν όλοι της γης οι κολασμένοι έτσι. Αλλά και μη νεοφιλελεύθεροι να το δουν, θα στραβώσουν με τα αφεντικά, θα στραβώσουν διπλά που είναι Γερμαναράδες, γιατί αυτό τους δίνει και κανονάκια κακίας εθνικών χαρακτηριστικών δίπλα στα καπιταλιστικά, θα στραβώσουν με τη μεγάλη εικόνα αντί να συμφωνήσουν, αλλά θα συμφωνήσουν κι αυτοί σε κάτι μάλλον σημαντικότερο: ότι έτσι είναι τα πράγματα, έτσι κι όχι αλλιώς.

Photo by Alix Desplats

Photo by Alix Desplats

Κι έχοντας τελικά συμφωνήσει όλοι στα των θεμελιωδών αρχών της παγκόσμιας οικονομίας, η διαφορά δεξιάς – αριστεράς θα εντοπιστεί πια (αν όχι και στη θεωρία, πάντως σίγουρα στην πράξη) σχεδόν αποκλειστικά αλλού: στα του εθνικισμού, στα της μισαλλοδοξίας, στα των δικαιωμάτων. Το οικονομικό μοντέλο είναι αυτό, νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό, αυτό δεν παλεύεται, ό,τι αποκαλούσαν αριστερό λαϊκισμό αργά ή γρήγορα έφαγε τα μούτρα του, γιατί καμώθηκε πως θα συγκρουστεί μαζί του, ενώ ό,τι αποκαλούν δεξιό λαϊκισμό, έναν καλπάζοντα κι όλο και πιο απενοχοποιημένο ημιφασιστικό λόγο, βρίσκει πεδίο δόξης λαμπρό, θα βρει λαμπρότερο στις προσεχείς ευρωεκλογές και γενικά έχουμε μάλλον πολλά να δούμε μπροστά μας.

Ταινίες σαν το «Σε Πόλεμο» δεν είναι μάλλον από αυτά που θα βλέπουμε μπροστά μας. Μας ενοχλούν σε ένα επίπεδο λιγότερο συνειδητό. Αν είναι να φτιαχτούμε επαναστατικά θα φτιαχτούμε με το “Βella Ciao” του “La Casa De Papel”, που γίνεται και χιτ στα κλαμπάκια μετά, δεν θα φτιαχτείς με απεργούς βιομηχανίας. Δεν έχουν τίποτα το φτιαχτικό οι απεργίες. Ή οι βιομηχανίες. Ή όσοι εργάζονται σε αυτές. Είμαστε αλλού, σε άλλη εποχή. Άλλα είναι τα ζητούμενά μας. Ο πόλεμος ο συγκεκριμένος χάθηκε. Ή κερδήθηκε θα πουν άλλοι. Είναι σαφώς θέμα οπτικής και ιδεολογίας. Πάντως δόθηκε. Τελείωσε. Σε αυτό θα συμφωνήσουν όλοι. Ξέροντας κατά βάθος ότι κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου.