Το ελληνικό sea, sex and sun βρίθει στερεοτύπων. Επώνυμα «ηλιοβασιλέματα» και ωραίοι Έλληνες, ξέφρενα πάρτι και διασκέδαση χωρίς όρια, ο ψυχαναγκασμός του προγραμματισμού των διακοπών στο «νησί-μυστικό» και το νησί «που δεν έχουν ανακαλύψει άλλοι».

Όπως είναι φυσικό μεγαλώνουμε με την αποθέωση του ελληνικού καλοκαιριού, τη νοσταλγία των διακοπών σε μέρη «που δεν υπήρχε ρεύμα» και τις «Ανν Λόνμπεργκ» που ανακάλυπταν τον ερωτικό πρωτογoνισμό, αλλά μισούμε και τα στενά δωμάτια, το συνωστισμό του Αυγούστου, τη χωριάτικη που έχει δώδεκα ευρώ. Αυτό είμαστε. Αποθεώνουμε το καλοκαίρι αλλά το θέλουμε όλο δικό μας, με έναν παράδοξο τρόπο. Μισούμε τα πυκνοκατοικημένα νησιά και εκεί πήγαμε και χτίσαμε σπίτια. Τα ελληνικά νησιά, το ελληνικό καλοκαίρι σημαίνει μια βεντάλια αναμνήσεων από την εφηβεία μέχρι το πρόσφατο παρόν μας, τα μεθύσια και τους έρωτες, τα περιπετειώδη ταξίδια και τα γέλια και τα κλάματα και τις λάντζες και τα εγκαύματα, δηλαδή το καλοκαίρι του 2020 που πήγαν κυριολεκτικά περίπατο για τους περισσότερους και κάμπινγκ και αχινοσαλάτες και Airbnb και αστακομακαρονάδες και κάθε σχέδιο για πάρτι μέχρι το ξημέρωμα.

Ανέστης Αζάς | Photo: BEETROOT

Οι «Ερωτικές Καρτ Ποστάλ από την Ελλάδα», η παράσταση που ετοίμασαν για τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ο Ανέστης Αζάς και η Λένα Κιτσοπούλου και θα έκανε πρεμιέρα πέντε μέρες πριν το λοκντάουν του Μαρτίου, έκανε τους συντελεστές της παράστασης να ζήσουν και εκείνοι ένα καλοκαίρι που πρόσφερε μια πρωτόγνωρη εμπειρία και ο καθένας το αντιμετώπισε με το δικό του μοναδικό τρόπο όπως και τα έντεκα εκατομμύρια των Ελλήνων που ομοίως το αντιμετωπίσαμε με τον δικό μας πρωτότυπο τρόπο αφού δεν υπήρχε και μοντέλο να αντιγράψουμε. Η αναγκαστική «ανάπαυλα» των καλλιτεχνών έδωσε την ευκαιρία στη Λένα Κιτσοπούλου να κοιτάξει ξανά το κείμενο και στο «αιώνιο ελληνικό καλοκαίρι» την ευκαιρία να έχει τα πρώτα δραματοποιημένα του κείμενα.

Με το ελληνικό καλοκαίρι του 2020 να ανήκει στο παρελθόν και να έχει εγγραφεί με πολύ συγκεκριμένο τρόπο στη συλλογική μνήμη, με αναμνήσεις και πρωτίστως τις ματαιώσεις του να έχουν κυριαρχήσει σε οικονομία και καθημερινότητα, οι «Ερωτικές Καρτ Ποστάλ» έχουν μια επίδραση που διαλύει πολλούς μαζεμένους φόβους και μας κάνει να κοιτάξουμε ακόμα και τη σκοτεινή πλευρά του που κρατά δεκαετίες με πολύ χιούμορ και ένα σαρκαστικό χαμόγελο.

Λίγο πριν ζωντανέψουν στη σκηνή η μυθολογία του greek summer, τα μαυρισμένα κορμιά, τα summer hits, οι Greek lovers και τα καμάκια των 70s, οι εφήμεροι έρωτες, τα χάπια, οι αφραγκίες, αλλά και οι άνθρωποι που σιχαίνονται το καλοκαίρι, συναντήσαμε τον Ανέστη Αζά για να μιλήσουμε για αγάπες και παθογένειες, τη θερινή εικονογραφία μιας χώρας με  3000 ώρες ηλιοφάνειας ετησίως:

Πώς ξεκίνησε αυτή η ιδέα;

Την ιδέα την είχα από το καλοκαίρι του 2018 για μια παράσταση που ήθελα να κάνω με μια θεματική γύρω από τον τουρισμό, τον υπερτουρισμό, την εκμετάλλευση του θέματος σε συνδυασμό με την έμπνευση που μου είχαν δώσει οι ερωτικές καρτ ποστάλ που υπήρχαν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 με σάτυρους και ερωτικές σκηνές και φαλλικά στοιχεία και την πρότεινα στη Λένα (Κιτσοπούλου)  με την οποία γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και είμαστε φίλοι, και θέλαμε να κάνουμε κάτι μαζί. Είναι ένα θέμα που της ταιριάζει και αρχίσαμε να το δουλεύουμε και το έργο πήρε άλλη τροπή με τη σφραγίδα της Λένας στα κείμενα και τα λογοτεχνικά στοιχεία που υπάρχουν πάντα στα γραπτά της. Δουλέψαμε σε δυο φάσεις, μία πέρσι το χειμώνα πριν το λοκντάουν και μία μετά που το ξαναδουλέψαμε και η Λένα πρόσθεσε δύο καινούργιες σκηνές που είναι στην ουσία σχόλια για την κατάσταση που επικράτησε με τον κορονοϊό. Έτσι ετοιμάστηκε ένα έργο σπονδυλωτό, που αποτελείται από αυτοτελή επεισόδια δεμένα με μουσική σε στιλ επιθεώρησης και με επίκεντρο τη μυθολογία του ελληνικού τουρισμού που είναι μια σκοτεινή ιστορία του ελληνικού καλοκαιριού και με σχόλιο για την πατριαρχία και τον σεξισμό και τη macho κουλτούρα που υπάρχει στη χώρα μας με πολύ χιούμορ.

Η δική σου εικόνα για το ελληνικό καλοκαίρι;

Ζούμε και μεγαλώνουμε με έναν τρόπο που το ελληνικό καλοκαίρι έχει μια πολύ σημαντική θέση. Μπορείς να φανταστείς καλοκαίρι και να μην είσαι σε αυτή τη χώρα; Εννοώ είμαστε από τους λαούς που κάνουμε διακοπές στη χώρα μας αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ο ψυχαναγκασμός του ελληνικού καλοκαιριού. Είναι φυσικό να εκμεταλλευόμαστε αυτά που έχουμε, αλλά έχει σημασία και η εικόνα που φτιάχνεις για τον εαυτό σου, τι θέλεις να προβάλλεις και αν τελικά αυτό  μπορεί να λειτουργεί και σε βάρος άλλων πραγμάτων.

Ο τουρισμός είναι και μια μορφή οπισθοχώρησης;

Αυτό αφορά την κουλτούρα που έχει μια χώρα σε σχέση με την εικόνα της. Εμείς επιστρέφουμε και μέσω αυτής σε έναν ελληνοκεντρισμό με τον τουρισμό και την προβολή του ελληνικού καλοκαιριού να γίνεται μια «μονοκαλλιέργεια» με αποτέλεσμα να ατροφήσουν πολλοί άλλοι τομείς και δραστηριότητες και παραγωγής και να είμαστε μια χώρα που πουλάει υπηρεσίες σε τουρίστες που είναι και κάπως θλιβερό. Το καλοκαίρι δε θα έπρεπε να σημαίνει μόνο αυτό, να πουλάς δηλαδή μια φαντασίωση, μια ανάμνηση των πέντε ημερών που ήρθες και πέρασες καλά.

Η σκοτεινή περιοχή του έργου σας ποια είναι λοιπόν;

Εμείς δεν κάναμε ένα έργο για τον τουρισμό, προχωρήσαμε σε ένα πιο σκοτεινό υπαρξιακό έργο. Έχει να κάνει με την κουλτούρα του σεξισμού, τον ερωτισμό που γίνεται εργαλείο κυριαρχίας στα πράγματα αλλά και ιστορίες διαψεύσεων των ονείρων που κάνει ο καθένας για ένα ερωτικό ελληνικό καλοκαίρι. Έτσι, παρελαύνουν από μπροστά μας μια σειρά από χαρακτήρες – φιγούρες /τέρατα που κάπως προσπαθούν μέσα σε ένα καλοκαίρι να πετύχουν και να εκπληρώσουν ένα όνειρο. Ωστόσο τα πράγματα πηγαίνουν στραβά στην πορεία και επανέρχονται σε μια προηγούμενη κατάσταση. Είναι σαν να φεύγουν από το καλοκαίρι με «άδεια χέρια». Είναι τελικά όλοι αυτοί οι χαρακτήρες και τα μύχια όνειρά τους που κάνουν στο τέλος της παράστασης ένα rebranding για τη χώρα, το πόσο τη γουστάρουμε και πόσο γαμάτοι είμαστε σε αυτή τη συνθήκη. Ακόμα αυτό που δείχνουμε στο έργο είναι η τερατώδης μορφή αυτού του περίφημου καλοκαιριού που συνοψίζει και όλη την κουλτούρα της νεότητας και του ωραίου σώματος, του αψεγάδιαστου και τι σημαίνει κάτω από αυτό το εκτυφλωτικό και αποκαλυπτικό φως να γερνάς. Με αυτά τα θέματα παίζουμε στην παράσταση και τα αντιμετωπίζουμε από την αρνητική τους πλευρά με τα λόγια της Κιτσοπούλου που είναι αστεία αλλά σου κάθονται στο τέλος στον λαιμό, αλλά είναι και σαν κινούμενη άμμος, γλιστράνε από το φως στο σκοτάδι και από την επιφάνεια σε μια υποδόρια επίδραση και από τον αυτοσχεδιαστικό λόγο της καθομιλουμένης σε έναν οργανωμένο δομημένο λόγο και συγκροτημένη σκέψη και αντίληψη των γύρω μας.

Εσένα σου αρέσει το ελληνικό καλοκαίρι;

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω πάει σε πολλές χώρες και επειδή έφαγα πολλά χρόνια στο Βορρά, διακοπές μόνο σε ξεραΐλες κάνω,  βροχές και δέντρα και βλάστηση δε τα συμπαθώ. Τη λατρεύουμε τη χώρα μας αλλά υπάρχουν και πράγματα που μας κάνουν να τη μισήσουμε και αυτή είναι μια δημιουργική κατάσταση εν τέλει.  Πρέπει να σε πονάει κάτι για να ασχοληθείς και αυτό που τελικά μας κινητοποιεί για να κάνουμε κάτι είναι αυτή ακριβώς η σχέση αγάπης- μίσους που έχουμε με την Ελλάδα, ακόμα και με το ελληνικό καλοκαίρι.

Info παράστασης:

Ερωτικές Καρτ Ποστάλ από την Ελλάδα | 22 Οκτωβρίου –  8 Νοεμβρίου 2020 | Στέγη Ιδρύματος Ωνάση