Τον Τρεβάνιαν (ψευδώνυμο του Αμερικανού Ρόντνεϊ Γουίλιαμ Γουίτακερ, 1931-2005) τον είχα ακούσει ως έναν συγγραφέα ευπώλητων κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων αλλά χωρίς να γνωρίζω κάτι παραπάνω. Όταν το μάτι μου έπεσε στην έκδοση του πλέον χαρακτηριστικού του μυθιστορήματος Σιμπούμι (1979) από τις εκδόσεις Πόλις, διάβασα εν συντομία τον πρόλογο του αξιόλογου Αναστάση Βιστωνίτη, στον οποίο χαρακτήριζε τον Τρεβάνιαν ως ένα σπάνιο αμάλγαμα μπεστελερίστα με ιδιαίτερα λογοτεχνική γραφή και βάθος στη θεματική και τα ενδιαφέροντά του. Συνδυάζοντάς το με πολλά αντίστοιχα σχόλια και κριτικές από τον διεθνή τύπο, ήμουν περίεργος να διαπιστώσω σε ποιο βαθμό αυτός ο ισχυρισμός θα μου φάνταζε αληθής.

Το μυθιστόρημα έχει ως πρωταγωνιστή του τον υπέρτατο εκτελεστή Νικολάι Χελ, έναν άνθρωπο χωρίς πατρίδα, ο οποίος γεννήθηκε στην Κίνα από Ρωσίδα μητέρα και Γερμανό πατέρα και έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ιαπωνία. Ένα μεγάλο τμήμα του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις συνθήκες που οδήγησαν τον Χελ στο να γίνει εκτελεστής και αναφέρεται ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων στην υπό συμμαχική κατοχή της Ιαπωνίας. Η κύρια πλοκή του έχει να κάνει με το παρόν (μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα) όπου ο Χελ τίθεται αντιμέτωπος με τη μητρική εταιρία, ένα κονσόρτιουμ πολυεθνικών που ελέγχουν όλες τις δυτικές κυβερνήσεις και τις μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών, το σύμβολο όλων όσων μισεί.

Ας ξεκινήσουμε από τα θετικά. Τόσο ο Βιστωνίτης όσο και πολλές κριτικές έχουν δίκιο στο ότι ο Τρεβάνιαν δεν χαρακτηρίζεται από την αδιάφορη ή τυποποιημένη γραφή του συμβατικού συγγραφέα ευπώλητων. Ο Τρεβάνιαν γράφει αναμφίβολα καλά, με κομψότητα, έχει την ικανότητα να πλάσει όμορφες παρομοιώσεις και μεταφορές, ενώ επιδεικνύει και εξαιρετική αναλυτική ικανότητα και ρητορική δεινότητα, η οποία προφανώς παραπέμπει στο επάγγελμα που εξασκούσε παράλληλα ως καθηγητής μέσων επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο. Εκτός αυτού, είναι σαφές ότι μπολιάζει το έργο του με πληθώρα πολιτισμικών αναφορών, κοινωνικό-πολιτικών σχολίων, εξαντλητικών περιγραφών διαφόρων δραστηριοτήτων (ορισμένες εκ των οποίων, αν δεν ενδιαφέρουν άμεσα τον αναγνώστη συχνά γίνονται ανιαρές). Σα να μην έφταναν τα παραπάνω, ο Τρεβάνιαν προσθέτει αρκετά αυτοαναφορικά στοιχεία στην αφήγησή του, σατιρίζοντας εν μέρει το ίδιο το είδος του κατασκοπευτικού μυθιστορήματος. Είναι λοιπόν σίγουρο ότι το Σιμπούμι είναι καλογραμμένο και πλούσιο σε ερεθίσματα για τον αναγνώστη, αν και αναμφίβολα υπερφίαλο σε σημαντικό βαθμό. Είναι επίσης προφανές ότι είναι ψυχαγωγικό για κάθε είδους αναγνώστη, πράγμα που από μόνο του είναι ένα διόλου ευκαταφρόνητο επίτευγμα και εξηγεί τόσο την εμπορική όσο και τη (σχετική) κριτική του επιτυχία.

Όμως κάπου εδώ ξεκινάνε τα ουκ ολίγα προβλήματα. Καταρχάς ο τόνος του Τρεβάνιαν είναι κουραστικά συγκαταβατικός και διδακτικός. Υποτίθεται ότι η κοσμοθεωρία του Νικολάι Χελ και του αφηγητή είναι αντίθετη στον ματεριαλισμό και τις κούφιες μόδες της δύσης ενώ εξιδανικεύεται η πνευματικότητα της ανατολής και ιδιαίτερα της Ιαπωνίας. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι τελικά αυτές οι θεωρίες δεν αποτελούν παρά τη συρραφή όλων των κλισέ και της μόδας των δεκαετιών του εξήντα και του εβδομήντα στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα όσον αφορά τον φετιχισμό γύρω από κάθε τι που προερχόταν από την Άπω Ανατολή, ενώ δεν αντανακλά παρά την εποχή της αμφισβήτησης των αμερικανικών θεσμών, η οποία ήδη αποτελούσε τμήμα του mainstream πάνω από μία δεκαετία πριν.

Όμως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο ίδιος ο χαρισματικός πρωταγωνιστής του Τρεβάνιαν. Ο Νικολάι Χελ τα κάνει όλα και συμφέρει: μεγαλοφυής, σφαιρικά μορφωμένος, γνώστης επτά γλωσσών, όμορφος, ευλύγιστος, δυνατός, παγκόσμιας κλάσης παίκτης του επιτραπέζιου παιχνιδιού στρατηγικής Γκο, παγκόσμιας κλάσης εξερευνητής σπηλαίων, εραστής που έχει κατακτήσει το τέταρτο – και ανώτερο – επίπεδο αισθησιασμού, έχει αναπτύξει την έκτη αίσθηση της εγγύτητας που του επιτρέπει να διαισθάνεται ανθρώπινες παρουσίες ακόμα κι αν δεν τις βλέπει, ενώ είναι γνώστης της πολεμικής τέχνης χόντα κορόσου, η οποία του επιτρέπει να μετατρέψει οποιοδήποτε καθημερινό αντικείμενο σε φονικό όπλο. Όλα αυτά ουσιαστικά σημαίνουν ένα πράγμα: ότι ο Νικολάι Χελ είναι μια καρικατούρα. Μία ανώριμη, σχεδόν εφηβική φαντασίωση που δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Μα θα ισχυριστεί κάποιος, και ο Τζέιμς Μποντ τι είναι; Καταρχάς δε νομίζω ότι τα μυθιστορήματα του Ίαν Φλέμινγκ έχουν εκθειαστεί για τη λογοτεχνική τους αξία, όπως – υποτίθεται – ότι ισχύει για τον Τρεβάνιαν. Κατά δεύτερον ο Φλέμινγκ έχει μπολιάσει τον ήρωά του με έναν αυτοσαρκασμό που τον κάνει να μην παίρνει και πολύ στα σοβαρά τον εαυτό του. Αυτό δεν ισχύσει σε καμία περίπτωση με τον Νικολάι Χελ, ο οποίος εξαντλεί το όποιο χιούμορ του σε συνεχείς ασκήσεις συγκαταβατικής κριτικής προς τους πάντες, εκτός από τον εαυτό του, τον οποίο και παίρνει απολύτως σοβαρά.

Μα, θα μου πείτε, στην τελική είναι ένα κατασκοπευτικό μπεστ σέλερ. Δεν θα έπρεπε να έχει και μερικά στοιχεία υπερβολής που να δικαιολογούν αυτή του την ιδιότητα; Εδώ θα σας παραπέμψω στον μεγάλο Τζον Λε Καρέ, τον εξ’ ορισμού συγγραφέα κατασκοπευτικών μυθιστορημάτων, ο οποίος ποτέ δεν απώλεσε την εμπορική του απήχηση βλέποντας πολλά από τα έργα του να φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις των ευπώλητων της εποχής τους. Όμως ο Λε Καρέ παράλληλα υπήρξε ένας από τους αρτιότερους συγγραφείς της γενιάς του και θα τολμούσα να πω ότι αν δεν ήταν δέσμιος της εμπορικής του επιτυχίας δεν θα ήταν απίθανο να είχε τεθεί υποψήφιος για τα σημαντικότερα λογοτεχνικά βραβεία και ίσως και το βραβείο Νόμπελ. Η πεμπτουσία των έργων του Λε Καρέ ήταν οι βαθύτατα ευάλωτοι και ανθρώπινοι χαρακτήρες του.

Όμως το θέμα μας είναι ο Τρεβάνιαν και το Σιμπούμι, το οποίο παρά τις αναμφισβήτητες αρετές του συγγραφέα του δεν είναι ένα βιβλίο που μπορεί κανείς να πάρει στα σοβαρά. Προσφέρει όντως ψυχαγωγία ως ένα βαθμό και έχει πράγματι αίσθηση ρυθμού και έντασης. Αλλά ο αντιαμερικανισμός του είναι μάλλον κοινότοπος (ενώ ο φετιχισμός της πειθαρχίας σε συνδυασμό με την περιφρόνηση προς τις δυτικές δημοκρατίες και την εξίσωση ως προς τα εγκλήματα πολέμου από πλευράς άξονα και συμμάχων υποκρύπτει ένα ελαφρύ φλερτ προς τον απολυταρχισμό). Οι δε εμπνευσμένοι από την Άπω ανατολή φιλοσοφικοί στοχασμοί θυμίζουν περισσότερο κάποιο επεισόδιο της σειράς Κουνγκ Φου που ήταν της μόδας όταν γραφόταν το βιβλίο. Συνεπώς το μονοπάτι που διάλεξε ο Τρεβάνιαν πράγματι διαφέρει από την πεπατημένη των τυπικών ευπώλητων του είδους, αλλά τελικά τον οδηγεί σε παρόμοια κλισέ, αλατισμένα με μπόλικη συγκατάβαση.

Το «Σιμπούμι» του Τρεβάνιαν κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις