Η καλοκαιρινή σεζόν αποδεικνύεται, όλο και πιο έντονα τελευταία, μια χαρακτηριστική μικρογραφία της συνολικής ταυτότητας του ελληνικού θεάτρου, και της κοινωνίας γενικότερα. Τάσεις, επιλογές, προγραμματισμοί, πώς μοιράζεται η «πίτα» του θεατρικού καλοκαιριού, όλα μαρτυρούν ένα κομμάτι από το ετερόκλιτο φαινόμενο που ονομάζεται «σύγχρονη θεατρική δραστηριότητα».

Σημείο πρώτο: No money no honey

Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου αποφάσισε να διαθέσει το συρρικνωμένο του budget στην ενίσχυση του συνόλου σχεδόν των εγχώριων θεατρικών δυνάμεων παρά στις ξένες μετακλήσεις ή σε έναν μικρότερο προγραμματισμό, προσφέροντας έτσι μια καλοδεχούμενη ώθηση στην καταταλαιπωρημένη θεατρική μηχανή του τόπου.

Αρκετά από τα, ούτως ή άλλως συρρικνωμένα, ΔΗΠΕΘΕ έμειναν ανενεργά φέτος το καλοκαίρι, ενώ άλλα κατέφυγαν σε συμπαραγωγές προκειμένου να παράξουν έργο· οι παραστάσεις του «Φιλοκτήτη» (ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας/Artivities), της «Λυσιστράτης» (ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου/Λυκόφως) και των «Τρωάδων» (ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας/5η Εποχή Τέχνης) πραγματοποιούνται χάρη σε αυτές.

Κάποιες από τις παραστάσεις της χειμερινής σεζόν συνεχίζουν την καριέρα τους στα θερινά θέατρα και φεστιβάλ, εμφανώς σε μια προσπάθεια επιμήκυνσης του… κέρδους. Η συντριπτική πλειοψηφία τους αφορά παραγωγές του λεγόμενου «εμπορικού θεάτρου», αυτού που απευθύνεται στην πλατιά μάζα και, υποτίθεται, πως δεν «βγάζει απλώς τα έξοδά του»: οι «Φόνισσες της Παπαδιαμάντη» (Ρήγας-Αποστόλου), ο «Κατάδικός μου» (Ελένη Ράντου-Γιώργος Παλούμπης), το «Δείπνο για φίλους» (Γρηγόρης Βαλτινός), οι «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» (Ρέππας-Παπαθανασίου) είναι μερικές. Καλλιτεχνική ματαιοδοξία, ειρωνεία της τύχης ή σκληρή οικονομική πραγματικότητα;

Σημείο δεύτερο: Keep walking εντός των τειχών

Η εποχή κατά την οποία ο όρος «θέατρο στη καλοκαιρινή Αθήνα» ήταν συνυφασμένος αποκλειστικά με τα δημοτικά Φεστιβάλ και το Φεστιβάλ Αθηνών έχει περάσει, ποιος ξέρει αν θα είναι και ανεπιστρεπτί. Φέτος, παίζονται παραστάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού σε σταθερές θεατρικές σκηνές, διεκδικώντας το μερίδιό τους από το κοινό. Από την υπερτιτλισμένη σε πέντε γλώσσες «Ηλέκτρα» που παίζεται ήδη από τον Μάιο στο Σύγχρονο Θέατρο ή το σαιξπηρικό «Ημέρωμα της στρίγγλας» που παρουσιάζεται στο αίθριο του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος», μέχρι και το Εθνικό Θέατρο, εκτός των φεστιβαλικών παραγωγών του, ετοίμασε παράσταση για «εσωτερική» κατανάλωση (τα «Δημιουργημένα συμφέροντα» του Μπεναβέντε θα παίζονται στο «Σχολείον» από τις 23 Ιούλη).

Σημείο τρίτο: Φεστιβάλ και «Φεστιβάλ»

Το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου είναι μάλλον ο μόνος πολιτιστικός θεσμός της χώρας που εξακολουθεί να παράγει έργο βάσει συγκεκριμένων προδιαγραφών, σχεδιασμού και στίγματος. Χωρίς να σημαίνει πως είναι στο απυρόβλητο για τις επιλογές του (μπορεί να αναφερθεί, π.χ. η φετινή παραφωνία των «Παντρολογημάτων», πρόκειται πάντως για έναν θεσμό που, από τη στιγμή που ανέλαβε ο Γιώργος Λούκος, εγείρει συζητήσεις περί της ουσίας της θεατρικής τέχνης και της θεατρικής προόδου και όχι, π.χ., για την αναγκαιότητα του ρόλου του. Κάτι που, αντιθέτως, πέφτει στο τραπέζι όταν η κουβέντα μετατοπίζεται στα φεστιβάλ των δήμων ανά την αθηναϊκή επικράτεια (Βύρωνας, Πετρούπολη, Γαλάτσι, Παπάγου, Πειραιάς κ.ά.), για τον προγραμματισμό των οποίων θα μπορούσαμε να πούμε «λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι». Καλούμενα να εκπληρώσουν έναν πολύμορφο και γι’ αυτό τελικά ασαφές ρόλο μεταξύ λαϊκής ψυχαγωγίας, συμπόρευσης με τη θεατρική επικαιρότητα, προβολής των δραστηριοτήτων του δήμου, καταρτίζουν στην πλειονότητά τους έναν προγραμματισμό «λίγο απ’ όλα»· λίγο από δημοφιλή ονόματα, λίγο από αναγνωρισμένες παραστάσεις, λίγο από ερασιτεχνικό θέατρο, λίγο από «πρωτοπορία», λίγο από «παράδοση», λίγο από «κλισέ».

Σημείο τέταρτο: Πίσω ολοταχώς

Είμαστε ένας βαθιά συντηρητικός λαός και το θέατρο δίνει συχνά αφορμή να το διαπιστώσουμε. Φέτος δεν είχαμε τις ακραίες αντιδράσεις περασμένων ετών (όπως αυτές εναντίον του «Αθανάσιου Διάκου» της Κιτσοπούλου) ή τα «γιούχα» της Επιδαύρου (τουλάχιστον μία παράσταση αρχαίου δράματος ανά τριετία, ίσως και συχνότερα, γιουχάρεται σε μία επίδειξη θεατρικής σεμνοτυφίας που τηρείται σχεδόν με τελετουργική ευλάβεια). Είχαμε όμως κάτι χειρότερο, τελικά. Μία επίθεση εναντίον των δημιουργών, ασύνδετη από το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, με μόνο κριτήριο την ηλικία, την επιδαυρική απειρία ή τις καλλιτεχνικές επιλογές τους. Προτού δοθούν οι παραστάσεις, προτού δώσουν οι «μαθητευόμενοι» τις εξετάσεις τους! Και μάλιστα επίθεση όχι από τα πηγαδάκια ή τις κίτρινες φυλλάδες, αλλά από αυτούς που οφείλουν να περιθάλπουν και να συμπαραστέκονται στο νέο: τους κρατικούς λειτουργούς, τους ανθρώπους του πνεύματος και του «χώρου». Το επικίνδυνο με αυτό το μείγμα ημιμάθειας και ύποπτων προθέσεων δεν είναι τόσο η επίπτωσή του στη θεατρική ζωή, στην οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι ίσως κάνει καλό, κρατώντας την σε εγρήγορση. Επικίνδυνο είναι ότι νομιμοποιείται στο σύνολο της κοινωνίας η δυσανεξία ως αντίδραση σε οτιδήποτε δεν καταλαβαίνει ή με το οποίο διαφωνεί. Κάποιοι εκεί έξω ξεχνάνε, κατά πώς φαίνεται, τη ρήση που αποδίδεται στον Βολταίρο: «Διαφωνώ με ό,τι που λες, αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες».

Κατά τ’ άλλα, Καλό μας Καλοκαίρι!