Πριν από λίγα χρόνια, οι μεγάλες εταιρείες του Χόλιγουντ, όπως οι Paramount, Universal, Warner, Fox κ.λπ., προχώρησαν στην πρωτοβουλία Digital Cinema Initiatives (DCI), καθορίζοντας τις νέες προδιαγραφές των ταινιών και την αντικατάσταση του φιλμ από αποκλειστικά ψηφιακό υλικό. Στις αρχές του 2014, θα σταματήσει οριστικά πλέον η παραγωγή των ταινιών σε φιλμ. Τα εργαστήρια παραγωγής φιλμ -Kodak, Fuji κ.ά- κλείνουν άλλωστε το ένα μετά το άλλο. Τα υπέρ της νέας ψηφιακής μήτρας είναι πολλά: Υλικό οικολογικό, χωρίς χημικά και εκτυπώσεις. Ελαφρύ, εύκολο και ασφαλές στη μεταφορά του. Πολύ καλή ποιότητα εικόνας και ήχου. Ευέλικτο, με εύκολη προσαρμογή υποτίτλων και ευρεία δυνατότητα αναπαραγωγής, ώστε να εξυπηρετούνται περισσότερες αίθουσες ταυτόχρονα. Λιγότερα τα λειτουργικά έξοδα για τους αιθουσάρχες. Το πρόβλημα είναι ένα: Το κόστος. Μια μηχανή ψηφιακής προβολής κόστιζε μέχρι πρόσφατα 75.000 ευρώ, ωστόσο έχει ήδη κατέβει στα 40.000 ευρώ. «Οι αίθουσες διέθεταν ήδη ικανοποιητικό τεχνικό εξοπλισμό», σημειώνει ο κ. Μόσχος Διαμαντόπουλος, Γενικός Διευθυντής της Odeon. «Το κόστος, στο οποίο ουσιαστικά σε υποχρεώνει η αμερικανική παραγωγή, είναι θηριώδες, ειδικά για την Ελλάδα που βρίσκεται σε ύφεση και όπου δεν υπάρχει πολιτική ενίσχυσης του κινηματογράφου ή τραπεζικές διευκολύνσεις».

Σύμφωνα δε με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αιθουσαρχών Κινηματογράφου, «Η ψηφιοποίηση του κινηματογράφου αποτελεί ταφόπλακα, ιδίως για τους μικρούς και τους θερινούς κινηματογράφους στην Ελλάδα. Γιατί εν μέσω κρίσης καλούνται οι επιχειρήσεις να καταβάλουν χιλιάδες ευρώ. Δεν υπάρχει καμία βοήθεια από το κράτος, όπως υπήρξε στο εξωτερικό, όπου στηρίζουν επίσης οι παραγωγοί, ενίοτε και οι διανομείς. Επίσης δεν υπήρξε καμία ενημέρωση και προετοιμασία, παρά μόνο τον τελευταίο χρόνο, όταν στην υπόλοιπη Ευρώπη προετοιμάζονται σταδιακά εδώ και μια πενταετία τουλάχιστον». Στην Ελλάδα εκτιμάται ότι περίπου το 20%-30% των αιθουσών διαθέτουν ψηφιακό εξοπλισμό, με τα αντίστοιχα νούμερα στην Ευρώπη να φτάνουν το 80%-90%.

Αν εξαιρέσεις το μεγάλο κόστος, οι αιθουσάρχες πάντως ακούγονται αισιόδοξοι για τις δυνατότητες του νέου συστήματος. «Η ψηφιοποίηση θα βοηθήσει ουσιαστικά τη μικρή παραγωγή της Ευρώπης. Αντί για μια κόπια σε φιλμ, η οποία κοστίζει περίπου 1.200 ευρώ, παίρνεις την ψηφιακή μήτρα με 70-100 ευρώ. Οι μικροί και οι θερινοί κινηματογράφοι δε θα περιμένουν αν θα τους φτάσει η κόπια, αλλά θα παίζουν πιο άμεσα τις πρώτες προβολές. Ο κινηματογράφος εκδημοκρατίζεται, όπως συνέβη και με το Ίντερνετ. Όμως όλο αυτό μας ήρθε από την Αμερική, όπου επικρατούν άλλες συνθήκες, με λιγότερες αίθουσες από την Ευρώπη και ένα ισχυρότατο δίκαιο ανταγωνισμού, όπου οι παραγωγοί δεν μπορεί να είναι και αιθουσάρχες. Η Ελλάδα είναι μικρή αγορά και καθυστέρησε. Στα διεθνή φεστιβάλ γελάνε όταν τους ζητάμε φιλμ. Το φιλμ γίνεται πλέον κάτι σαν το βινύλιο. Χρειάζεται όμως οπωσδήποτε κρατική ευαισθητοποίηση και προγράμματα ενίσχυσης και χρηματοδότησης, όπως τα διαρθρωτικά ταμεία για τα οποία μιλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Πολλοί αιθουσάρχες δε γνωρίζουν καν τις δυνατότητες αυτές», λέει ο Αγαπητός Αγαπητάκης, ιδιοκτήτης του θερινού Σινέ Σελήνη στη Σαλαμίνα.

Ο Αντρέας Σωτηρακόπουλος, ιδιοκτήτης του Μικρόκοσμου στο Φιξ, θεωρεί επίσης ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θα ενισχυθεί μακροπρόθεσμα ο ανεξάρτητος κινηματογράφος: «Μια σύγχρονη αργεντίνικη, π.χ., ταινία που γυρίζεται σε ψηφιακή μορφή πρέπει να μεταγραφεί σε φιλμ για να προβληθεί εδώ, γεγονός που κοστίζει πάρα πολύ. Πλέον θα μπορεί να μεταφέρεται εύκολα σε DCP». Θεωρεί επίσης ότι το φιλμ δε θα εξαφανιστεί τόσο απότομα: «Το ανεξάρτητο ευρωπαϊκό αλλά και αμερικανικό σύστημα θα συντηρήσει για ένα διάστημα ακόμα το φιλμ, που υπάρχει ακόμα σε στοκ και τους συμφέρει, κι έτσι πολλές αίθουσες θα συνεχίσουν να παίζουν φιλμ, όσο παραμένει διαθέσιμο. Το δύσκολο είναι να συντηρήσεις αίθουσα, όχι διανομή. Τα σινεμά που ήταν να κλείσουν έκλεισαν, κι αυτά δεν είναι και λίγα. Έμειναν εκείνα που ακόμα το παλεύουν». Μακροπρόθεσμα πάντως πιστεύει ότι η ψηφιοποίηση λύνει τα χέρια στις αίθουσες: «Σε πολλές περιπτώσεις θα μπορείς ν’ αγοράζεις το υλικό κατευθείαν από την παραγωγή, χωρίς τη μεσολάβηση του διανομέα».

Η κ. Ειρήνη Σουγανίδου, Διευθύνουσα σύμβουλος της Feelgood Entertainment και επικεφαλής της Ένωσης Διανομέων Κινηματογραφικών Ταινιών Ελλάδας, σχολιάζει: «Η ψηφιοποίηση δε θα δημιουργήσει προβλήματα επιβίωσης στις εταιρείες διανομής και παρά το ότι στο μέλλον είναι πολύ πιθανόν να μη χρειάζεται η διαμεσολάβηση διανομέα για τη φυσική διακίνηση των ταινιών (αποθήκες, μεταφορείς κ.λπ.), το σίγουρο είναι ότι θα χρειάζεται πάντα κάποιος για την επιτυχημένη και αποτελεσματική προώθηση των ταινιών και τον προγραμματισμό τους. Συνεπώς πιστεύω ότι, όσο κι αν η τεχνολογία εξελιχθεί στο μέλλον, η παγκοσμιοποίηση στον τρόπο μετάδοσης της ταινίας δε θα μπορεί να αντικαταστήσει την εξειδικευμένη γνώση της τοπικής αγοράς που οφείλει να έχει ένας διανομέας, ώστε η ταινία να προγραμματιστεί, να διαφημιστεί και να προωθηθεί με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να επιλεχθεί από το κατάλληλο και όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τοπικό κοινό».

Ο ρόλος της διανομής επισημαίνεται περαιτέρω και από τον κ. Διαμαντόπουλο της Odeon: «Ο διανομέας είναι επιχειρηματίας με πλάνο αξιοποίησης προϊόντος που έχει αποκτηθεί με κόστος και εμπορικό ρίσκο. Η πολιτική, λοιπόν, εκμετάλλευσης του προϊόντος αφορά κυρίως το ρυθμό και τον τρόπο που αυτό ξετυλίγεται στην αγορά. Π.χ. μεγάλες ταινίες, όπως το “Λίνκολν”, αγοράζονται λόγω κόστους σε 18 αντίτυπα, επομένως ο διανομέας πρέπει να διαμορφώσει πολιτική σταδιακής προώθησης του προϊόντος στην αγορά. Δεν έχουμε λογική ραφιού σε σούπερ μάρκετ, όπου ο καθένας μπαίνει και παίρνει ό,τι θέλει. Και την εμπορική αμερικανική ταινία θα την πάρουν ακόμα και οι “μη εμπορικοί” κινηματογράφοι, έστω κι αν δεν την πιστεύουν, απλά για λόγους ανταγωνιστικότητας».

Όλοι ανεξαιρέτως συμφωνούν στο ότι είναι επιτακτική η στήριξη των αιθουσών με προγράμματα ενίσχυσης για τη μετάβαση στην ψηφιακή προβολή. Αυτό τονίζεται και στη Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2011). Μέχρι τώρα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε σχεδιάσει το πρόγραμμα MEDIA, το οποίο όμως δεν έχει αξιοποιηθεί από τους ελληνικούς κινηματογράφους, γιατί παρέχει, με πολλά προαπαιτούμενα, οικονομική ενίσχυση για έμμεσες δαπάνες ψηφιοποίησης, με την προϋπόθεση προβολής ευρωπαϊκών ταινιών. Όπως πάντως δείχνουν τα στοιχεία στην έκθεση της ΕΕ, το μερίδιο αγοράς της ευρωπαϊκής κινηματογραφικής βιομηχανίας αντιπροσωπεύει το 27% των συνολικών εισπράξεων στις ευρωπαϊκές αίθουσες, ενώ το μερίδιο αγοράς των αμερικανικών ταινιών στην Ευρώπη είναι περίπου 65%. Αλλά ούτε το τρέχον πρόγραμμα ΕΣΠΑ, που αφορά σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, φαίνεται να μπορεί να βοηθήσει τους αιθουσάρχες.
Για το λόγο αυτό, η Ομοσπονδία Αιθουσαρχών υπέβαλε την προηγούμενη εβδομάδα υπόμνημα στο υπουργείο Ανάπτυξης, ώστε είτε να προβλεφθεί κάποιου τύπου πρόγραμμα επιχορήγησης, είτε η ενίσχυση αγοράς εξοπλισμού να ενταχθεί στη νέα φάση του προγράμματος ΕΣΠΑ 2014-2020, κυρίως για τις μικρές αίθουσες και τους θερινούς κινηματογράφους. Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, όπως επιβεβαιώσαμε σε συνομιλία μας, παρόλο που διαχειρίζεται προγράμματα ψηφιοποίησης ταινιών και αρχικού υλικού, δεν μπορεί να εμπλακεί, τουλάχιστον στις παρούσες συνθήκες, σε πρόγραμμα ενίσχυσης για τη μετάβαση των αιθουσών σε ψηφιακή προβολή. Ωστόσο, σε επικοινωνία που είχαμε με τη Δ/νση Κινηματογράφου του ΥΠΑΙΘΠΑ, ενημερωθήκαμε ότι στο νέο ΕΣΠΑ υπάρχει πλέον κωδικός για τον πολιτισμό, κι έτσι έχει προγραμματιστεί η υποβολή πρότασης για τη μετατροπή των αιθουσών σε ψηφιακή προβολή.

Άλλη μια δυνατότητα είναι το σύστημα Virtual Print Fee που λειτουργεί ήδη στο εξωτερικό και στο οποίο αναφέρεται η κ. Σουγανίδου: «Στο αρχικό στάδιο εφαρμογής της ψηφιοποίησης, απαιτείται μια επένδυση σε εξοπλισμό, την οποία κατά περίπτωση, είτε αναλαμβάνει εξολοκλήρου η αίθουσα, είτε την επιδοτούν τα studios, μέσω συνεργασιών με εξειδικευμένους integrators, εταιρείες δηλαδή, που, αφού πρώτα εξασφαλίσουν ένα ικανό αριθμό αιθουσών ανά χώρα, έρχονται σε συμφωνία με τα studios και αναλαμβάνουν τη χρηματοδότηση της επένδυσης, έναντι μιας αμοιβής ανά προβολή».

Αν όλο αυτό θα έχει κάποιο οικονομικό όφελος και για το θεατή; Η Ομοσπονδία υπολογίζει ότι μπορεί να πέσει η τιμή του εισιτηρίου, αφού θα αποφεύγεται το κόστος του φιλμ. Ο κ. Διαμαντόπουλος πιστεύει αντιθέτως ότι κανονικά το κόστος εισιτηρίου θα έπρεπε να ανέβει, ώστε να ανταποκρίνεται στο κόστος αγοράς της μηχανής. Η κ. Σουγανίδου θεωρεί ότι αυτό έγκειται στην τιμολογιακή πολιτική κάθε αίθουσας, αλλά πάντως ότι η μείωση τιμής «θα ήταν πολύ πιο εύκολο να προκύψει, αν εισακουστεί το πάγιο αίτημα όλου του κινηματογραφικού κλάδου (παραγωγοί, διανομείς, αίθουσες), να μειωθεί ο ΦΠΑ από 13% σήμερα σε 6,5% που ισχύει στα θέατρα, έτσι ώστε να δοθεί μια ανάσα στην κινηματογραφική αγορά που, πέρα από την πτώση λόγω της κρίσης, έχει ιδιαίτερα σοβαρά προβλήματα λόγω πειρατείας».

Θα είναι λοιπόν μια δύσκολη μετάβαση, αυτή από την αναλογική στην ψηφιακή προβολή. Όλα δείχνουν ότι πρόκειται για μια εφάπαξ μεγάλη επένδυση με ποικίλα μακροπρόθεσμα οφέλη, που όμως αυτή τη στιγμή, με τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες της χώρας και τους αιθουσάρχες να αγωνίζονται να επιβιώσουν, θα αποτελεί ένα γερό χτύπημα. Ας ελπίζουμε ότι θα κινητοποιηθούν αποτελεσματικά οι ενδιαφερόμενοι και οι εμπλεκόμενοι φορείς, ώστε με τα κατάλληλα προγράμματα και συνεργασίες να ενισχυθεί και να εδραιωθεί ο ψηφιακός κινηματογράφος στην Ελλάδα.