Στη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» και όχι στην Αίθουσα Εκδηλώσεων, όπως είχε ανακοινωθεί, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου του νέου Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Σωτήρη Χατζάκη – μάλλον ως ένδειξη μνήμης και αναγνώρισης στον Νίκο Κούρκουλο, στη διδαχή του οποίου, άλλωστε, απέδωσε «οποιαδήποτε στρατηγική ή φιλοσοφία προγράμματος» έχει εφαρμόσει σε «θέατρα δημοσίου συμφέροντος», ενώ συνέχισε κάνοντας μία ακόμη μεγαλύτερη χρονική αναδρομή, δανειζόμενος κάποια λόγια του Άγγελου Τερζάκη από το 1964 («πέρα και πάνω από τα πρόσωπα υπάρχει ένα θεσμός, ένα εθνικό ίδρυμα, [και] το ίδρυμα αυτό κανένα όνομα δεν μπορεί να το μονοπωλήσει, να το αποκλειστικοποιήσει, να το ταυτίσει με το άτομό του, με τις επιδιώξεις του, ας είναι και οι πιο ανιδιοτελείς), με στόχο να καταδείξει πως το Εθνικό Θέατρο είναι ένας θεσμός υπεράνω προσώπων. Ευχαριστώντας τον Γιάννη Χουβαρδά για την καλή κατάσταση στην οποία παρέδωσε το Θέατρο, «οικονομικά, διοικητικά και καλλιτεχνικά», τόνισε πως θα διατηρηθούν οι συνεργάτες του (όχι όμως και η Έφη Θεοδώρου στη θέση της αναπληρώτριας Καλλιτεχνικής Διευθύντριας, την οποία διαδέχεται η Φωτεινή Μπαξεβάνη), με στόχο να συνεχιστεί απρόσκοπτη η διοικητική ροή του Θεάτρου. Επεσήμανε, μάλιστα, επισταμένα πως η διαδοχή της θέσης του Καλλιτεχνικού Διευθυντή δεν είναι υπερκείμενη, αλλά υποκείμενη στην ιστορική ροή και στη συμβολική ισχύ του Θεάτρου: «δεν είμαστε ιδιοκτήτες, αλλά διαχειριστές του Εθνικού Θεάτρου, διαχειριστές του δημόσιου χρήματος, που το επιστρέφουμε με πνευματικό αγαθό».

Τέσσερις ήταν οι βασικοί άξονες
στους οποίους στήριξε αυτή την πρώτη παρουσίαση της πορείας του Εθνικού Θεάτρου υπό τη Διεύθυνσή του: διεθνείς σχέσεις, θεατρική εκπαίδευση, διεύρυνση του ρεπερτορίου, κοινωνικό πρόσωπο. Όσον αφορά τις διεθνείς σχέσεις, εξέφρασε έντονα και επανειλημμένα την πρόθεση να συνεχιστεί το άνοιγμα του Θεάτρου στο εξωτερικό, που κορυφώθηκε κατά την εξάχρονη θητεία του Γιάννη Χουβαρδά. Στο πλαίσιο αυτό, τόνισε, το Εθνικό Θέατρο θα συνεχίσει να συγχρωτίζεται με τα διεθνή φόρουμ, τις μεγάλες ευρωπαϊκές σκηνές και τους σύγχρονους ξένους σκηνοθέτες, αρκετοί από τους οποίους θα κληθούν να σκηνοθετήσουν (την αρχή κάνει ο Λουντοβίκ Λαγκάρντ, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ελλάς-Γαλλία Συμμαχία 2014» με τη Δυτική αποβάθρα του Κολτές). Επίσης, γίνονται προσπάθειες να παρουσιαστεί η Οδύσσεια στην Αγγλία και τη Μόσχα, ενώ πιο φιλόδοξο, αλλά ακόμη ασαφές, είναι το σχέδιό του να δημιουργηθεί μια ολιγομελής και ευέλικτη «Διεθνής Σκηνή», που θα παραμένει για μήνες στο εξωτερικό δίνοντας παραστάσεις με έργα της «ελληνικής διαχρονίας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην αρχαία αττική τραγωδία και κωμωδία.

Σχετικά με τη Δραματική Σχολή, ο κύριος Χατζάκης επεσήμανε ότι θα αλλάξει ο Διευθυντής της, αλλά μίλησε και για αλλαγές στη δομή λειτουργίας της, για την πρόθεση, δηλαδή, να προστεθούν δύο νέα τμήματα (με ενδεχόμενο να αυξηθούν τα έτη σπουδών): σκηνοθεσίας, σε συνέχεια της προσπάθειας που είχε γίνει από τον Στάθη Λιβαθινό και με στόχο την εκπαίδευση νέων σκηνοθετών, και αρχαίου δράματος, εξειδικευμένο στη διδασκαλία των ιδιαίτερων υποκριτικών κωδικών του είδους.

Περνώντας στο «ζουμί» της συνέντευξης, δηλαδή στο καλλιτεχνικό έργο και το ρεπερτόριο της πρώτης χειμερινής περιόδου, ο Σωτήρης Χατζάκης παρέθεσε ένα υλικό είναι αν μη τι άλλο πολυάριθμο, αποτέλεσμα ενός προγραμματισμού που θέλει να προτείνει μια ενεργητική αντίδραση στην κρατική μείωση, κατά 7% επιπλέον, της επιχορήγησης και να στείλει το μήνυμα ότι ο πολιτισμός είναι συστατικό στοιχείο και όχι παράγωγο της ανάπτυξης. Έτσι, είκοσι μία παραγωγές, οι τέσσερις σε επανάληψη, χάρη στο «βαθμό απορροφητικότητάς» τους αλλά και ως μια «κίνηση αβρότητας» προς τον Γιάννη Χουβαρδά, θα παιχθούν από την επόμενη περίοδο στις έξι (πια) σκηνές του Θεάτρου: πλάι στις ήδη υπάρχουσες (Κεντρική, Νέα, επί πλαγίας, Rex και Παιδική), δημιουργείται η Νεανική Σκηνή για μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου.

Ο Σωτήρης Χατζάκης, επισημαίνοντας εξίσου πως υπάρχει η ανάγκη δημιουργίας ενός ελκυστικού ρεπερτορίου που θα αντισταθμίσει με την απήχησή του τη μειωμένη επιχορήγηση αλλά και πως ρόλος του Εθνικού Θεάτρου είναι να παράγει πνευματικό έργο και όχι να παίζει τα παιχνίδια της αγοράς, ανταγωνιζόμενο τα εμπορικά θέατρα, αποκάλεσε το ανακοινωθέν ρεπερτόριο «βεντάλια που ανοίγει προς όλες τις κατηγορίες πληθυσμού». Προτάσεις όπως του Γιάννη Μπέζου στο μολιερικό Φιλάργυρο, του Κώστα Τσιάνου στη Γειτονιά των αγγέλων του Καμπανέλλη (παράσταση αφιερωμένη στον Νίκο Κούρκουλο, ως μια «ανακλητική μνήμη» της παράστασης στην οποία πρωταγωνίστησε πενήντα χρόνια πριν), του Βασίλη Βαφέα στην Πρόβα νυφικού, της Λυδίας Κονιόρδου στη Φλαντρώ ή του Λάκη Λαζόπουλου στη δική του «σατιρική τραγωδία» Τω αγνώστω τραγωδώ, βρίσκονται πλάι σε άλλες που διαφαίνονται πιο «ερεθιστικές» ή «υποσχόμενες», όπως του Νίκου Μαστοράκη με το Μεφίστο των Αρ. Μνουσκίν-Τ. Μαν ή του Νίκου Καραθάνου στην αναμέτρηση με το Δεκαήμερο του Βοκάκιου και του Δημήτρη Μαυρίκιου με τη Θεία Κωμωδία (που θα χωριστεί σε τρία μέρη, καθένα από τα οποία θα παιχτεί ανά έτος), ενώ δεν αποκλείεται από το Θέατρο η νεότερη γενιά σκηνοθετών, όπως ο Δημήτρης Καραντζάς (στο πιραντελλικό Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε), ο Αργύρης Ξάφης ή ο Έκτορας Λυγίζος (σε μια παράσταση αφιερωμένη στον Παύλο Μάτεσι με τον Περιποιητή φυτών). Το σύγχρονο ξένο ρεπερτόριο απουσιάζει χαρακτηριστικά (ο κύριος Χατζάκης ζήτησε πίστωση χρόνου, γι’ αυτό και μίλησε για την πρόθεση να καταρτιστεί ομάδα δραματολογίου προς αναζήτηση νέων έργων), αλλά όχι το σύγχρονο ελληνικό: το Κέικ του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη θα δει τα φώτα της σκηνής, σε μια σκηνοθεσία όμως (Πέτρος Φιλιππίδης) που μας άφησε με απορίες, όπως και αυτή του Πέτρου Ζούλια στο εμβληματικό έργο του Ζιροντού Η τρελή του Σαγιώ, που απέχει από τα έως τώρα σκηνοθετικά ενδιαφέροντά του. Οι παραστάσεις της Παιδικής και της Νεανικής Σκηνής έγιναν η αφορμή για να συζητηθεί από τον κύριο Χατζάκη το κοινωνικό πρόσωπο του Θεάτρου, που θα εστιάσει σε θέματα οικολογίας και εξαρτήσεων, θα συνεργαστεί με αρμόδιους φορείς, θα αναλάβει μια σειρά κοινωνικών δράσεων σε νοσοκομεία, φυλακές και κέντρα απεξάρτησης, ενώ υπάρχει και η πρόθεση να υιοθετηθεί η -δοκιμασμένη στο ΚΘΒΕ- δράση «θέατρο κατ’ οίκων».

Στο βαθμό που επιτρέπεται οποιοδήποτε σχόλιο πάνω στο κατηρτισμένο ρεπερτόριο και στις αντίστοιχες σκηνοθεσίες -και λαμβάνοντας φυσικά υπόψη ότι θα μετουσιωθεί σε καλλιτεχνικό έργο, το οποίο είναι αυτό που κυρίως νομιμοποιούμαστε να κρίνουμε όταν έρθει η ώρα- θα λέγαμε ότι έχουν κατατεθεί διάφορες τάσεις και προθέσεις, συνυπάρχει το παλαιό και το νεότερο στα έργα και στις σκηνοθεσίες, δε διαφαίνεται όμως μια σαφής πρόταση -ούτε καν σε επίπεδο πρόθεσης- καλλιτεχνικού στίγματος, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό και από την απουσία ενός ενιαίου (θεματικού/αισθητικού) άξονα. Ο Σωτήρης Χατζάκης με τις συγκεκριμένες επιλογές φαίνεται να κινείται σε δοκιμασμένα όρια, αποφεύγει τις προκλήσεις και τα ρίσκα (με μόνο ρίσκο την πληθώρα των παραστάσεων) και προτείνει ένα συνδυασμό ρεπερτορίου-σκηνοθεσιών που, από την πρώτη ανάγνωση, «κινείται» ανάμεσα στις διαβαθμίσεις του τι μπορεί να είναι λιγότερο ή περισσότερο -ή και καθόλου- ενδιαφέρον, αλλά που σε λίγες περιπτώσεις ενεργοποιεί μια πιο ερεθιστική προσδοκία. Επιπροσθέτως, θέτοντας τον παράγοντα της εμπορικής απήχησης (και ορθώς κάνει, αλίμονο αν δεν τον λάμβανε υπόψη), επιμένει σε μια «παλαιάς κοπής» αντίληψη του τι είναι εμπορικό, ταυτίζοντάς το με πιο «σίγουρες» («ανέμπνευστες» θα ήταν ένας πιο σκληρός όρος) επιλογές, αγνοώντας, π.χ., το παράδειγμα του προκατόχου του, που επέφερε την εμπορικότητα μέσω ερεθιστικών σκηνικών προτάσεων. Μπορεί ορθώς να εντόπισε ο κύριος Χατζάκης ότι ένας Καλλιτεχνικός Διευθυντής δεν είναι ιδιοκτήτης του θεάτρου που διοικεί (και άρα το θέατρο δεν είναι τσιφλίκι του), όμως ένας Καλλιτεχνικός Διευθυντής δεν (θα έπρεπε να) είναι ένας απλός διαχειριστής, κατά πώς δήλωσε. Οφείλει, κυρίως, να είναι ένας εμπνευσμένος αρχηγός. Κι αυτό γιατί δε γίνεται να αγνοούμε ότι η συμβολική ισχύς ενός κρατικού θεάτρου δε διαμορφώνεται μονάχα από το θεσμικό του ρόλο ή την ιστορική του συνέχεια αλλά και από τη σφραγίδα που αφήνουν οι άνθρωποί του. Ίδωμεν.