Στην πρώτη σκηνή η κάμερα θα ακολουθήσει έναν νέο άνδρα με σακίδιο στην πλάτη να περπατά σε ένα μουντό και αντιτουριστικό Παρίσι. Ενδεχομένως προχωράει ούτως ή άλλως και ο ίδιος με μια φούρια σχεδόν βίαιη, αλλά είναι σίγουρα και η κάμερα συνεργός στη μεταφορά της ψυχικής του κατάστασης: καθώς τον ακολουθεί ανεβοκατεβαίνει στο ύψος του κεφαλιού του σπασμωδικά και νευρόσπαστα. Εντάξει, το πιάσαμε, το παλικάρι διακατέχεται από ταραχή. Μετά θα μπει σε ένα πολύ μεγάλο και ακόμη περισσότερο άδειο διαμέρισμα. Και μέσα στη νύχτα, αφού πρώτα δούμε για πρώτη φορά τα γεννητικά του όργανα (θα υπάρξουν στο επόμενο δίωρο πάρα πολλές άλλες), βγαίνοντας απ΄την μπανιέρα θα αρχίσει να ψάχνει  σαν χαμένος μέσα στο τεράστιο άδειο παριζιάνικο διαμέρισμα το σακίδιό του. Ματαίως το ψάχνει. Πρόλαβαν και μπήκαν μέσα στο διαμέρισμα και του το σούφρωσαν, κλέβοντας μαζί με τα πράγματά του και αρκετή αληθοφάνεια. Τώρα δεν έχει τίποτα, τώρα έχει μόνο το γυμνό του σώμα. Τα «Συνώνυμα» έχουν ξεκινήσει θυμίζοντας Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο της δεκαετίας του ’80 και τα πράγματα μοιάζουν δυσοίωνα, καθώς εικονογραφείται με κλείσιμο ματιού η μία μεταφορά μετά την άλλη, πριν προλάβουμε να ενδιαφερθούμε για τον ήρωα. Οι δυσοίωνες προβλέψεις θα συνεχιστούν όταν έρθει να τον διασώσει ένα ζευγάρι γειτόνων. Είναι πολύ νέοι σαν αυτόν, ο άντρας είναι φυσικά συγγραφέας -ή έστω θέλει να γίνει συγγραφέας- και του δίνει ρούχα, κινητό, λεφτά και κυρίως ένα καμηλό μακρύ παλτό, το οποίο θα γίνει το σήμα κατατεθέν του ήρωα, του Γιοάβ δηλαδή, αφού ήρθε η ώρα να μάθουμε το όνομά του.

Καμιά φορά όμως ταινίες ξεκινούν με τρόπο που σε προδιαθέτει για τα χειρότερα και στην πορεία αρχίζουν να διαψεύδουν τους φόβους σου, για να καταλήξουν να σε τουμπάρουν και τελείως. Κι όσο τα «Συνώνυμα» αρχίζουν να εξελίσσονται, κι όσο ο δημιουργός τους Ναντάβ Λαπίντ αρχίζει να μας γνωρίζει τον Γιοάβ, καταλαβαίνεις ως θεατής ότι τελικά δεν θα σε χτυπήσει κατακούτελα η δηθενιά και η θολούρα, αλλά ότι ο Γιοάβ έχει και λόγο ύπαρξης και λόγο χάραξης στη μνήμη. Και μπορεί η ιστορία να έχει άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά ο λόγος ύπαρξης ενός κινηματογραφικού ήρωα είναι κάτι πέραν του βιώματος του δημιουργού του: τον θεατή τον αφορά η αλήθεια του ήρωα, με αυτήν θα συνδεθεί, με αυτήν θα συνομιλήσει, πάνω σε αυτήν θα κουμπώσει. Η εμπειρία του Ναντάβ Λαπίντ στο Παρίσι είναι δικό του θέμα – το εσωτερικό ταξίδι του Γιοάβ στο Παρίσι μετατρέπεται σταδιακά και σε δικό μας.

Ο Γιοάβ ήρθε στη Γαλλία από το Ισραήλ. Χωρίς να είμαστε ποτέ απολύτως σίγουροι τι του συνέβη στο Ισραήλ, του συνέβη πάντως κάτι βαθιά τραυματικό. Το πιθανότερο είναι ότι κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας σκότωσε ανθρώπους με το οπλοπολυβόλο του και ότι μάλιστα παρασημοφορήθηκε για αυτό. Μια ακόμη πρόσφατη έξοχη ταινία Ισραηλινού σκηνοθέτη, το “Foxtrot” του Σάμουελ Μάοζ, μιλούσε ανάμεσα στα άλλα για το πώς, όταν υπηρετείς τη θητεία σου στον ισραηλινό στρατό, μπορείς να γίνεις από τη μια στιγμή στην άλλη δολοφόνος, χωρίς να έχεις καμία πρόθεση να γίνεις δολοφόνος, χωρίς να φανταζόσουν ότι θα γίνεις, χωρίς να υπάρχει πόλεμος με τη στενή έννοια του όρου, χωρίς να μπορείς να λες στον εαυτό σου ότι είσαι ήρωας πολέμου.

Αλλά -κι αυτό είναι νομίζω πολύ σημαντικό στο να κατανοήσουμε την ψυχοσύνθεση και τα αίτια της συμπεριφοράς του ήρωα- ο Γιοάβ δεν είναι απαραίτητο ότι φεύγει από την πατρίδα του εξαιτίας ενός δικού του συγκεκριμένου τραύματος. Ο Λαπίντ είναι σαν να λέει, πως είτε σκότωσε είτε δεν σκότωσε ο Γιοάβ, μεγάλωσε μέσα σε μια κουλτούρα όπου η εθνική ταυτότητα συγκροτείται και μέσα από τον μιλιταρισμό και τη ματσίλα, σε πολύ μεγάλο βαθμό μέσα από το δίπολο θύτης – θύμα: επειδή οι άλλοι θέλουν το κακό μας πρέπει να είμαστε διαρκώς πιο ισχυροί απ’ αυτούς. Ο Γιοάβ γνωρίζει στο Παρίσι έναν άλλο Ισραηλινό που η δική του ατομική ταυτότητα διαμορφώνεται ακριβώς ως καρικατούρα από αυτήν τη δομική υστερία: πηγαίνει σε δημόσιους χώρους και λέει με τσαμπουκά στους περαστικούς «Είμαι από το Ισραήλ και είμαι Εβραίος, έχετε κάποιο πρόβλημα με αυτό;».

Για αυτό λοιπόν ο Γιοάβ θέλει να αρχίσει πλέον να ζει μακριά όχι μόνο από το έδαφος της πατρίδας του αλλά κι από τη γλώσσα της. Γιατί η γλώσσα είναι κατεξοχήν πατρίδα, η γλώσσα κουβαλά μέσα της ακέραια σχεδόν την πατρίδα σου, όποια απόσταση κι αν έχεις από τα σύνορά της και τα εδάφη της, η γλώσσα είναι και σύνορο και έδαφος. Ο Γιοάβ αρνείται να ξαναπεί λέξη στα εβραϊκά, κουβαλά μέσα στο καμηλό παλτό του ένα γαλλικό λεξικό και αραδιάζει συνώνυμα με τη σειρά για να αρχίσει πια να ζει μέσα σε αυτόν τον ήχο, μέσα σε αυτήν τη μουσικότητα, μέσα σε αυτήν την πατρίδα. Αλλά όλα αυτά όχι γεμάτος επιθυμία να κάνει μια καινούργια αρχή. Η βασική του επιθυμία είναι προς το παρόν μια απώθηση, η βασική του επιθυμία είναι να ξεντυθεί το κομμάτι της ατομικής του ταυτότητας που είχε μπολιαστεί από την εθνική. Έρχεται στη Γαλλία όχι ακόμα έτοιμος να ζήσει μια άλλη ζωή, απλά θέλοντας να σταματήσει να ζει την παλιά. Ο Γιοάβ είναι πρώτα και κύρια μπερδεμένος, χαωμένος, πληγωμένος, τραυματισμένος. Πριν κάνει οτιδήποτε άλλο, ο Γιοάβ χρειάζεται χρόνο να συνέλθει.

Πόσο πρόβλημα όμως είναι η μία ή η άλλη εθνική ταυτότητα και τι εγγενή χαρακτηριστικά, πέραν της ιστορικής συγκυρίας, έχει τελικά κάθε εθνική ταυτότητα; Δεν έχει σχεδόν κάθε έθνος κράτος και χαρακτηριστικά συγκρότησης της ιστορικής του αφήγησης, που έχουν να κάνουν με σφαγές και ποταμούς αιμάτων, μέχρι να χαραχθεί στον χάρτη το ένα ή το άλλο σύνορο; «Ακούστε στα λιβάδια / Να βρυχώνται αυτοί οι άγριοι στρατιώτες / Έρχονται ως την αγκαλιά σας / Να σφάξουν τους γιους σας, τις συντρόφους σας / Στα όπλα πολίτες! / Σχηματίστε τα τάγματά σας / Εμπρός, Εμπρός / Το μολυσμένο αίμα / Να ποτίσει τα αυλάκια στα χωράφια μας».

Ο Τομ Μερσιέ ερμηνεύει τον Γιοάβ με όλη του την ψυχή και όλο του το σώμα. Πάντως για μια ταινία που στηρίζεται τόσο πολύ στη σωματικότητα και εικονογραφεί τόσο πολύ τη σωματικότητα, νομίζω ότι τα «Συνώνυμα» παραμένουν παραδόξως σε μεγάλο βαθμό εγκεφαλικά. Δεν είναι επίσης μια ταινία που κερδίζει όσα στοιχήματα βάζει, είναι μια ταινία που απαιτεί να συντονιστείς μαζί της για να σε αποζημιώσει, είναι μια ταινία που δεν θα σου προσφέρει τελικά καμία στέρεα και ανακουφιστική απάντηση. Είναι όμως μια ταινία θαρραλέα και ελεύθερη, δεν φοβάται να ψαχτεί, να πειραματιστεί, να κάνει λάθη, να βάλει το δάχτυλο σε πληγές, να πει πως το να ορίσεις τον εαυτό σου είναι εγχείρημα που ενίοτε απαιτεί να επαναστατήσεις και να βλασφημήσεις έναντι όσων έχουν όλοι οι άλλοι ιερά και όσια.