Τα έχουν έξι ή επτά εβδομάδες. Θα έπρεπε να τα θυμάμαι κάτι τέτοια, σκέφτεται. Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος, σκέφτεται. Τότε πόσο λάθος κίνηση να πηγαίνει μαζί του ταξίδι εκτός πόλης για να γνωρίσει τους δικούς του και να τη γνωρίσουν οι δικοί του; Αλλά πολλές φορές έτσι συμβαίνουν τα πράγματα, ειδικά αν είσαι γυναίκα, σκέφτεται: κάποιος σε αιφνιδιάζει ζητώντας το νούμερό σου, εσύ από αμηχανία, ενοχή κι έλλειψη εγρήγορσης λες ναι, το ένα ναι φέρνει το επόμενο, μια σειρά από ναι που σε φέρνουν ως εδώ. Κι ό,τι βρίσκεται σε κίνηση είναι μετά πιο εύκολο να παραμείνει σε κίνηση, παρά να σταματήσει, σκέφτεται. Για αυτό τόσες πολλές σχέσεις εξακολουθούν να μην τελειώνουν παρά την ημερομηνία λήξης τους, σκέφτεται. Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος, σκέφτεται.

Και σαν ο φίλος της να μπορεί να ακούει αυτό που σκέφτεται, τη ρωτάει τι είπε. Μα δεν είπε τίποτα, του λέει. Μόνο σκέφτηκε. Οι σκέψεις είναι πιο κοντά στην αλήθεια από τα λόγια και τις πράξεις. Μπορείς να πεις οτιδήποτε ή να κάνεις οτιδήποτε που δεν το εννοείς, αλλά δεν μπορείς ποτέ να υποκριθείς μια σκέψη. Αυτή ήταν μια σκέψη του φίλου της. Που τη μοιράστηκε μαζί της μια από αυτές τις έξι ή επτά εβδομάδες και τώρα είναι και δική της. Έχει σίγουρα να του αναγνωρίσει μια σειρά από θετικές ιδιότητες. Αλλά υπάρχει και κάτι άρρητο που τις κάνει να μην έχουν τόση σημασία: σκέφτεται να βάλει ένα τέλος.

Tη λένε Λούσι. Ή κάπως αλλιώς. Είναι ποιήτρια. Ή κβαντική φυσικός. Ή γεροντολόγος. Ή ζωγράφος. Ή κριτικός κινηματογράφου. Ή κάτι άλλο. Με ό,τι κι αν ασχολείται στη ζωή της, όποιο κι αν είναι το όνομά της, όποια κι αν είναι η ταυτότητά της, πρέπει να έχει επιστρέψει οπωσδήποτε ως το βράδυ σπίτι της. Και το χιόνι που αρχίζει να πέφτει πυκνό την ανησυχεί. Ο φίλος της -που τον λένε Τζέικ και μόνο Τζέικ- την καθησυχάζει. Όλα θα γίνουν όπως έχουν σχεδιάσει, θα φτάσουν στη φάρμα των γονιών του, θα κάνουν την επίσκεψή τους και θα επιστρέψουν κανονικά πίσω. Να μην ανησυχεί, γιατί έχει μαζί του αλυσίδες.

Η καινούργια δημιουργία του Τσάρλι Κάουφμαν είναι γεγονός, ξεκίνησε να προβάλλεται στο Νetflix πριν λίγες μέρες, και είναι αναπόφευκτο να γίνουν συγκρίσεις με το “Τenet” που έκανε πρεμιέρα την ίδια περίοδο στους κινηματογράφους. Η σεζόν ξεκινά με δύο στις δύο ταινίες, στις οποίες προσπαθείς να βγάλεις άκρη τι ακριβώς γίνεται, αλλά χάνεις την μπάλα; Θα θεωρούσα λάθος μια τέτοια προσέγγιση για τον εξής λόγο: σε αντίθεση με το “Τenet” που το να καταφέρεις να αφομοιώσεις το χωροχρονικό πήγαινε – έλα είναι όλο το πόιντ της ταινίας, στο «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» μπορείς να δώσεις μεγάλη, μικρή ή και καθόλου βαρύτητα σε εξηγήσεις για την ταυτότητα των ηρώων. Γιατί το “Τenet”τεντώνοντας σε σημείο θραύσης τους κανόνες της φυσικής κατά το δοκούν του Νόλαν, ισχυρίζεται ότι κινείται σε ένα ρεαλιστικό επίπεδο. Ο Τσάρλι Κάουφμαν όμως, ακόμη και αν έχει στο μυαλό του μια εντελώς συγκεκριμένη ερμηνεία για τον κόσμο που έφτιαξε, εγκαταλείπει τον ρεαλισμό πολύ γρήγορα και όσο περνά η ώρα απαλλάσσεται όλο και περισσότερο από τα δεσμά του. Και σε ένα μη ρεαλιστικό περιβάλλον, δεν υπάρχει σωστή και λάθος ερμηνεία, υπάρχει μόνο το πόσο βουτάς στην ατμόσφαιρα της ταινίας και πόσο συντονίζεσαι με τον ρυθμό της.  Το “Τenet” είναι μια θεαματική επιδειξιομανής σπαζοκεφαλιά, ενώ το «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» είναι ένα υπνωτιστικό υπαρξιακό ταξίδι.

Ο Τζέσι Πλέμονς μπορεί να μην είναι Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν. Και ερμηνευτικά είναι μάλλον άλλοι οι δρόμοι τους. Αλλά χρόνο με τον χρόνο, ερμηνεία την ερμηνεία, ξεχωρίζει όλο και πιο πολύ, αφήνει το αποτύπωμά του όλο και πιο βαθιά. Η φυσικότητα που βγάζει στον ρόλο του Τζέικ, ο ανεπιτήδευτος τρόπος με τον οποίο παίζει, αυτό το «μη παίξιμο» παίξιμό του, αυτή η τεράστια υποκριτική του δύναμη που εκδηλώνεται με τα ελάχιστα, με το σχεδόν τίποτα, είναι εντελώς συγκινητική. Πολύ μεγάλος ηθοποιός. Δίπλα του η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι αποκάλυψη. Ο Κάουφμαν τους σκηνοθετεί με μεγάλη τρυφερότητα και οι δυο τους συνθέτουν ένα ζευγάρι ηρώων, στο οποίο θα επανερχόμαστε ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια, όσο οδηγούν μέσα στο χιόνι, με τους υαλοκαθαριστήρες να πηγαίνουν πέρα δώθε, κάνοντας τον χαρακτηριστικό τους ήχο, συνοδεύοντας τα λόγια που ανταλλάσσουν μεταξύ τους και τα λόγια που παραμένουν στο μυαλό τους ως σκέψεις. 

Και τι λόγια! Από πετσοκόπτουσες αναλύσεις της Πολίν Καέλ για το “Α Woman Under the Influence” του Κασσαβέτη ως τον Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας και το πώς η αυτοκτονία μεγάλων καλλιτεχνών γίνεται πάντα το θέμα που ξεπερνά αδίκως το έργο τους, μέχρι ποιήματα που ξεκινάνε με αυτόν τον τρόπο: «Είναι απαίσιο να γυρνάς σπίτι / είτε τα σκυλιά γλείφουν το πρόσωπό σου είτε όχι / είτε έχεις σύζυγο / ή απλά τη μοναξιά με τη μορφή συζύγου να σε περιμένει».

Όποια κι αν είναι η ταυτότητά σου, είτε είσαι ο Τζέικ, είτε η Λούσι, είτε θα δοθεί ένα τέλος στη σχέση σας, είτε όχι και θα ζήσετε μια ζωή μαζί σαν καρικατούρες σαν τους γονείς του Τζέικ, είτε θα ζήσετε μια ζωή ολομόναχοι σαν τον επιστάτη του σχολείου, όποιος κι αν είναι ο επιστάτης του σχολείου, η υπαρξιακή άβυσσος ή εν πάση περιπτώσει η ακροβασία πάνω στο τεντωμένο σχοινί της ύπαρξης είναι εκεί. Αλλά εκεί είναι και το νόημα των πραγμάτων. Και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο όσων λέει ο Κάουφμαν, περισσότερη σημασία ίσως κι από αυτά, έχει ο τρόπος που τα κινηματογραφεί, στην τρίτη σκηνοθετική του δουλειά. Ειδικά η “Αnomalisa”, αλλά και «Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», έμοιαζαν να έχουν κάτι το ψυχρό, το εγκεφαλικό, το αποστασιοποιημένο, έδιναν περισσότερο βάση στη δομή παρά στη ροή, στην κατασκευή παρά στον ρυθμό. Το “Ι’m Thinking of Ending Things” όσο κι αν μιλάει (και) για σκοτεινά πράγματα ή όσο κι αν τα βάζει με το εμπορικά ποιοτικό Χόλιγουντ κανιβαλίζοντας το φινάλε του “Α Βeautiful Mind” του Ρον Χάουαρντ ή παρωδώντας το σινεμά του Ζεμέκις, είναι μια ταινία γεμάτη θέρμη. Ό,τι κι αν σκέφτεται και αν θέλει να πει ο Τσάρλι Κάουφμαν (διασκευάζοντας και κάνοντας τελείως δικό του υλικό άλλου, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ίαν Ριντ που γράφτηκε πριν λίγα χρόνια), το δείχνει πάντως με έναν τρόπο εντελώς αγαπησιάρικο και τρυφερό. Δεν ξέρω αν αυτό είναι που θα ήθελε να ακούσει ο ίδιος ως έπαινο, πιθανότατα όχι. Όπως και να ‘χει όμως, στο «Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος» σκηνοθεσία, φωτογραφία, μουσική, μοντάζ, ντεκόρ, ηθοποιοί, εφέ, σενάριο, όλα μαζί συνθέτουν ένα τελικό αποτέλεσμα κατάφασης στη ζωή και όχι απόγνωσης, ομορφιάς και όχι απελπισίας.

Ο Κάουφμαν θα μας παρουσιάσει δύο αντίθετες οπτικές για την ανθρώπινη ύπαρξη, δύο οπτικές θέσης – αντίθεσης, και ενδεχομένως σύνθεσης. Από τη μια θα τα βάλει με την ελπίδα ότι μπορεί να ζήσεις πάνω και πέραν από τον θάνατο, με αυτήν την τόσο ανθρώπινη φαντασίωση ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα παρά την επίγνωση της θνητότητας, παρά την επίγνωση ότι τα γηρατειά συνοδεύονται με έκπτωση των σωματικών και πνευματικών λειτουργιών. Θα τα βάλει με την αδυναμία μας να ζήσουμε στο παρόν όπως τα ζώα. Δεν μπορούμε να ζήσουμε στο παρόν, για αυτό ακριβώς επινοήσαμε την ελπίδα, λέει. Από την άλλη θα πει πως όταν πάψεις να λυπάσαι τον εαυτό σου, ό,τι κι αν σου έκατσε στη ζωή, ακόμη κι αν είσαι άνθρωπος που τον έφαγε η μοναξιά, ακόμη κι αν είσαι γουρούνι που το ‘φαγαν τα σκουλήκια, αν αποδεχτείς αυτό που σου έλαχε και πάψεις να μιζεριάζεις, τότε προχωράς αποδεχόμενος ό,τι πήγε στραβά στη ζωή σου. Ακόμη και τα πάντα να πήγαν στραβά στη ζωή σου, ακόμη κι αν η ζωή σου είναι στραβή από την αρχή ως το τέλος της, ακόμα κι αν δεν υπάρχει ελπίδα υπάρχει πάντως καλοσύνη στον κόσμο, δεν είναι όλα μαύρα, μπορείς να βρεις φως στην καλοσύνη, μπορούμε να συνεχίσουμε να εξελισσόμαστε ακόμα και ως φαντάσματα, ακόμα και ως αναμνήσεις, ακόμα και ως σκόνη. Όταν μας κοιτάξεις από πολύ κοντά είμαστε όλοι το ίδιο, εσύ, εγώ, ο Τζέικ, η Λούσι, οι ιδέες, όλοι, όλες και όλα φτιαγμένοι από το ίδιο υλικό των ελάχιστων σωματιδίων.