Η ιστορία των κρυμμένων, άγνωστων, αόρατων έργων του Κάφκα μπορεί να πάρει τέλος, σύμφωνα με μια απόφαση του περιφερειακού δικαστηρίου της Ζυρίχης. Γραπτά κρυμμένα για δεκαετίες σε σφραγισμένα κουτιά που διεκδικούν οι αρχές του Ισραήλ προκειμένου να βρουν τη θέση τους στην Εθνική Βιβλιοθήκη της χώρας, ίσως έφτασε η ώρα να αποκαλυφθούν και να αποκαλύψουν με τη σειρά πολλές πτυχές του έργου και της ζωής του Φραντς Κάφκα.

Ο Γερμανόφωνος Εβραίος συγγραφέας από την Πράγα, το πνευματικό του έργο του οποίου έχει γίνει αντικείμενο μεγάλης έριδας τόσο από τη Γερμανία όσο και από το Ισραήλ,  μπορεί να έχει αφήσει σε αυτό το πλήθος των εγγράφων και σελίδες από το τέλος πολλών έργων του που εκδόθηκαν ανολοκλήρωτα μετά το θάνατό του.

Η ιστορία της κληρονομιάς του έργου του Κάφκα είναι τόσο περίπλοκη που ούτε ο σκοτεινός συγγραφέας δε θα μπορούσε να τη διανοηθεί. Η νομική και γραφειοκρατική διαδικασία για ένα κληροδότημα που δε γνωρίζει κανένας τι περιέχει λεπτομερώς αποτελεί όχι μόνο case study για νομικούς που προσπαθούν να κατανοήσουν το μπερδεμένο κουβάρι των δικαιωμάτων αλλά είναι αληθινά μια «καφκική» ιστορία αντάξια του συγγραφέα χάριν του οποίου εφευρέθηκε ο όρος.

Φραντς Κάφκα

Φραντς Κάφκα

Χειρόγραφα του Φ. Κάφκα

Ας ξεκινήσουμε από τον τόπο: η συλλογή από χειρόγραφα του Κάφκα, που βρίσκονταν σε κρύπτες τραπεζών και σε ένα διαμέρισμα στο Τελ Αβίβ. Δεν υπάρχει μυστήριο για τον τρόπο με τον οποίο έφτασαν στα χέρια τους τα έγγραφα, αλλά η Εθνική Βιβλιοθήκη του Ισραήλ που τα διεκδικεί επικαλείται  ότι τα χειρόγραφα ως πολιτιστικά αγαθά ανήκουν στους Εβραίους. Οι αντίδικοι υποστηρίζουν ότι ο Κάφκα όχι μόνο δεν ήταν καν στο Ισραήλ αλλά δε τα κληροδότησε σε αυτούς.

Η ιστορία έχει ως εξής: Το 1924, λίγο πριν το θάνατό του από φυματίωση σε ηλικία 40 ετών, ο Κάφκα αφήνει τα γραπτά του στον στενό του φίλο και εκδότη του Μαξ Μπροντ, ζητώντας να τα κάψει. Ο Μπροντ αγνοεί την επιθυμία του και δημοσιεύει τα έργα, Η Δίκη, Ο Πύργος και Ο Αγνοούμενος.  Τα υπόλοιπα γραπτά του Κάφκα τα κληροδοτεί μετά το θάνατό του το 1968 στη γραμματέα του Έστερ Χόφε με την επιθυμία να βρουν μια θέση σε ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα. Αυτή είναι μία από τις πολλές ερμηνείες που δίνονται στη διαθήκη του Μπροντ, η άλλη είναι πως η Χόφε ήταν δικαιούχος των εγγράφων.

Η ασαφής φύση των δικαιωμάτων της Χόφε την κάνουν να προχωρεί σε διάφορες πωλήσεις. Το 1974, περίπου 22 επιστολές πουλήθηκαν σε ιδιώτες στη Γερμανία, ενώ το 1975 η Χόφε συνελήφθη στο αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ με την υποψία ότι προσπάθησε να διακινήσει πρωτότυπα χειρόγραφα, χωρίς να καταθέσει πρώτα φωτοτυπίες στο Εθνικό Αρχείο, όπως απαιτείται από το νόμο. Κατά την αναζήτηση, φωτοτυπίες των επιστολών του Κάφκα και κατά πάσα πιθανότητα ένα πρωτότυπο ημερολόγιο γραμμένο από τον Μπροντ βρέθηκαν στις αποσκευές της. Το 1988, το χειρόγραφο της Δίκης βγήκε σε πλειστηριασμό από τον οίκο δημοπρασιών Σόθμπις στο Λονδίνο, αγοράστηκε από το Γερμανικό Λογοτεχνικό Αρχείο για δυο περίπου εκατομμύρια δολάρια.

Η Χόφε πέθανε πριν έντεκα χρόνια, το 2007, σε ηλικία 101 ετών και φυσικά άφησε -ως δική της περιουσία- τα χειρόγραφα στις κόρες της, τις νόμιμες κληρονόμους της, οι οποίες ήταν και αυτές συνδεδεμένες με τον Μπροντ με σχέση σχεδόν «οικογενειακή». Οι ίδιες επικαλούνταν αυτή τη σχέση, καθώς θεωρούν τον εαυτό τους κληρονόμο και του Μπροντ, όχι μόνο της μητέρας τους. Τα χειρόγραφα του Κάφκα κληρονόμησαν οι δυο της κόρες, Εύα και Ρουθ που κράτησαν το αρχείο ερμητικά κλειστό και δεν παρέδωσαν τίποτα. Οι κόρες της πέθαναν και οι εγγονές της Χόφε συνεχίζουν τους δικαστικούς αγώνες για την «κληρονομιά της οικογένειας». Ο δικηγόρος τους υποστηρίζει ότι η κρατική κατάσχεση είναι μια καταλήστευση της περιουσίας τους. Η απόφαση υπέρ της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Ισραήλ είναι μια πρώτη που ανοίγει ένα νέο κύκλο ερμηνειών και αποφάσεων που θα κρατήσει χρόνια. Μέχρι τότε τα χαρτιά του Φραντς Κάφκα θα μείνουν όπως το ήθελε αρχικά: ερμητικά κλειστά και απροσπέλαστα, σαν να μην υπάρχουν.