Καθώς οι γυναικοκτονίες στην Ελλάδα έφτασαν ήδη τον αριθμό έντεκα για το 2021, θα μπορούσαμε ίσως, χωρίς καθόλου να αναιρέσουμε ή να σχετικοποιήσουμε τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του εγκλήματος, να στρέψουμε το βλέμμα μας προς τον ακόμη μεγαλύτερο ελέφαντα στο δωμάτιο. Θα μπορούσαμε δηλαδή να στρέψουμε το βλέμμα μας στη διάκριση ανδρών – γυναικών, όχι εστιάζοντας στο ότι οι άντρες σκοτώνουν σε συντριπτικά μεγαλύτερα ποσοστά τις συντρόφους τους απ’ ό,τι οι γυναίκες, αλλά εστιάζοντας στο ότι οι άντρες σκοτώνουν γενικότερα σε συντριπτικά μεγαλύτερα ποσοστά απ’ ό,τι οι γυναίκες.

Ανεξάρτητα απ’ το ποιο ποσοστό μπορεί να αποδοθεί σε φυσικά και βιολογικά χαρακτηριστικά και ποιο ποσοστό σε κοινωνικά αναπαραγόμενα πρότυπα και νοοτροπίες, το γεγονός είναι το ανδρικό φύλο έχει εντελώς προνομιακή σχέση όχι μόνο με τους φόνους, αλλά και με τη σωματική βία.

Τι έχει πάει άραγε τόσο λάθος με το πρότζεκτ «άντρες», γιατί είμαστε ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να πυροδοτηθούμε, να βάλουμε τις φωνές, να τσαμπουκαλευτούμε, με τον άλλον οδηγό στον δρόμο, με τη μύγα που πέταξε στραβά, με τους ανθρώπους που έχουμε στο πλάι μας; Γιατί τόση πολλή συσσωρευμένη και καταπιεσμένη επιθετικότητα, γιατί τέτοια εγγύτητα με την έκρηξη; Σαν να είναι εγκατεστημένη ασταμάτητα μέσα μας μια κραυγή, πάντα σε εγρήγορση, πάντα ένα βήμα πριν την εξωτερίκευσή της. Σαν το μάτι μας να ασφυκτιά αν βρίσκεται μόνο σε κατάσταση ηρεμίας, σαν το μάτι μας να αναζητά αφορμές για να γυρίσει και να εκτονωθεί όλη αυτή η εσωτερική ένταση.

Από εκεί και πέρα, όποιος συνδέει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον έρωτα με τον θάνατο, κάτι εντελώς λάθος κατάλαβε, κάτι θεμελιωδώς παρεξήγησε, κυρίως κάτι ριζικά διαφορετικό από έρωτα ένιωσε. Να τελειώνουμε μια και καλή από αστειότητες όπως «σκοτώνω από έρωτα». Σκοτώνω από ζήλεια, σκοτώνω από κτητικότητα, σκοτώνω από οποιαδήποτε άλλη ψυχική σαθρότητα, πάντως από έρωτα δεν σκότωσε ποτέ κανείς. Άλλη μία: από έρωτα δεν σκότωσε ποτέ κανείς. Κι ας το πάμε κι ακόμη παραπέρα: από έρωτα δεν αυτοκτόνησε ποτέ κανείς. Ό,τι κι αν νόμισε, ό,τι κι αν θεώρησε. Δεν ήταν ο έρωτας αυτός που τον οδήγησε στον θάνατο. Τελεία.

Ο έρωτας οδηγεί μόνο στη ζωή. Ο έρωτας είναι ζωή και η ζωή είναι έρωτας. Ο θάνατος βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της ζωής και του έρωτα. Μα τα μεγάλα πάθη; Μα οι μεγάλοι πόνοι; Ναι, φυσικά. Αν σε χωρίσει ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες, κανείς δεν λέει ότι δεν θα πονέσεις, κανείς δεν λέει ότι δεν θα σκιστείς στα δύο, κανείς δεν λέει ότι δεν θα αντικρίσεις κατάματα το κενό. Αν ερωτεύτηκες όμως εκείνον και όχι εκείνον-εφόσον-είναι-δίπλα-σου, τότε ο άνθρωπος αυτός παραμένει εκεί. Εν ζωή. Μείνε για πάντα ερωτευμένος μαζί του, αν είναι τόσο έντονο αυτό που νιώθεις. Κανείς δεν μπορεί να σου στερήσει τον έρωτά σου, αν όντως είναι έρωτας. Αλλά το θέλω να σε έχω πάση θυσία δίπλα μου, συγγνώμη, αλλά δεν είναι έρωτας για τον άλλο, είναι έρωτας για την πάρτη σου. 

Υπάρχει μεγαλύτερο δώρο απ’ το να σκέφτεσαι ότι ο άνθρωπος που ερωτεύτηκες αναπνέει κάπου αυτή τη στιγμή, γελάει κάπου αυτή τη στιγμή, κοιτάει κάπου αυτή τη στιγμή; Μα, υπάρχει και μεγαλύτερος πόνος, θα πεις; Δεν ξέρω. Κι έτσι να είναι, αν δεν τον αντέχεις, αν δεν τον αντέχεις και θες να σκοτώσεις ή να σκοτωθείς, τότε ξεκάθαρα δεν σκοτώνεις από έρωτα, αλλά από μη δυνατότητα να σταθείς στο ύψος του έρωτα, σκοτώνεις επειδή δεν είσαι ικανός για έρωτα, σκοτώνεις επειδή αυτό που ένιωσες για τον άλλο το ένιωσες με τον όρο και την προϋπόθεση ότι είναι κτήμα σου. Στο όνομα της ιδιοκτησίας σου λοιπόν σκοτώνεις και μόνο αυτής. Και της απαλευτοσύνης σου να μπορέσεις να σταθείς στα πόδια σου ξανά, είτε ερωτευόμενος κάποια στιγμή ξανά, είτε παραμένοντας εσαεί ερωτευμένος με τον άνθρωπο που σε άφησε. 

Αν λοιπόν σκοτώνεις επειδή είσαι τόσο πάρα πολύ λίγος, τόσο πάρα πολύ αδύναμος και τόσο πάρα πολύ κτηματίας, εκτός από εγκληματίας, είσαι και ο ορισμός αυτού που σκότωσε επειδή δεν μπόρεσε να ερωτευτεί. Είσαι και ο ορισμός αυτού που σκότωσε απ’ ό,τι είναι απέναντι στον έρωτα.

Cover photo: ©Oscar Keys, Unsplash