Γεννημένος το 1969 στο Λονδίνο ο Στιβ ΜακΚουίν, με πατέρα με καταγωγή από τη Γρανάδα και μητέρα με καταγωγή από το Τρινιντάντ, καταπιάστηκε στο “Ηunger” με ένα πολιτικό γεγονός που τον συγκλόνισε ως παιδί (την απεργία πείνας και τον θάνατο του Μπόμπι Σαντς) και με το «12 Χρόνια Σκλάβος» (με το οποίο κέρδισε και το όσκαρ καλύτερης ταινίας) με τον ρατσισμό σε πολύ παλιότερες εποχές και σε έναν μακρινό τόπο. Έρχεται τώρα (κι αφού στη φιλμογραφία του περιλαμβάνεται ακόμη το υπέροχο “Shame” και οι πιο πρόσφατες «Χήρες») με το “Small Axe”  να στρέψει το βλέμμα του και στον τόπο του αλλά και στην κοινότητα από την οποία και ο ίδιος προέρχεται (την κοινότητα των μαύρων Λονδρέζων με καταγωγή από τις χώρες της Καραϊβικής), κάνοντας πολιτικό σινεμά με την πιο ουσιαστική και ταυτόχρονα την πιο καλλιτεχνική έννοια του όρου.

Γιατί, παρότι τηλεοπτικό προϊόν, προφανώς και είναι σινεμά το “Small Axe”, μια ανθολογία πέντε επεισοδίων, που προβάλλεται απ’ το ΒΒC. Θα μιλήσουμε για τα δύο πρώτα επεισόδια που προβλήθηκαν μόλις (το “Μangrove”, που διαρκεί λίγο περισσότερο από δύο ώρες, και το “Lovers Rock” που διαρκεί λίγο περισσότερο από μια ώρα), περιμένοντας με μεγάλη προσμονή τις επόμενες τρεις εβδομάδες και τα υπόλοιπα τρία.

Το “Μangrove” είναι βασισμένο σε αληθινό περιστατικό. Στο 1968 ένας Λονδρέζος από το Τρινιντάντ ανοίγει στο Νότινγκ Χιλ ένα εστιατόριο με τοπική κουζίνα, το οποίο δεν αργεί να γίνει σημείο αναφοράς για την τοπική κοινότητα. Και η αστυνομία αρχίζει να το στοχοποιεί με συνεχείς επιδρομές, ενώ παράλληλα τραμπουκίζει κατά το δοκούν τους μαύρους κατοίκους της περιοχής (αν και αξίζει να παρατηρήσει κανείς πόσο πιο άνθρωποι έμοιαζαν οι αστυνομικοί μισό αιώνα πριν, καθώς φορούσαν μόνο τη στολή τους, καθώς δεν ήταν ακόμη μεταμορφωμένοι σε ρόμποκοπ, όπως τώρα). Μέχρι που οι άνθρωποι της κοινότητας αποφασίζουν να διαδηλώσουν κατά της αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, με αποτέλεσμα να ξεσπάσουν συγκρούσεις και -τι άλλο;- να κατηγορηθούν και να οδηγηθούν σε δίκη για πρόκληση εξέγερσης και συμπλοκών. «Οι Εννιά του Mangrove» οδηγούνται σε δίκη την ίδια εποχή και για πολύ παρόμοια αιτία με τους «Επτά του Σικάγο», την ιστορία των οποίων είδαμε πριν ελάχιστο καιρό στη «Δίκη των Επτά του Σικάγο» του Άαρον Σόρκιν.

Και σίγουρα δεν υπάρχει κανένας λόγος να βλέπουμε τις ταινίες ανταγωνιστικά και σίγουρα σε καμία περίπτωση δεν είναι ο ρόλος της τέχνης να μετράμε το σκορ της κάθε ομάδας, αλλά σε αυτήν την περίπτωση δεν θα αντισταθώ στον πειρασμό να κάνω τη σύγκριση μεταξύ μιας ταινίας που είναι βγαλμένη από τον δρόμο, τις μυρωδιές, τις γεύσεις και τις ρίζες της κοινότητας, όπως το “Mangrove” του ΜακΚουίν, με μια ταινία που μοιάζει εγκεφαλική και κατασκευασμένη όπως αυτή του Σόρκιν, μιας ταινίας που πάλλεται από οργή, θυμό και δίκιο, με μια ταινία που γράφτηκε σε λέξεις σεναρίου και μεταφέρει ευγενικές αλλά αφηρημένες ιδέες, μιας ταινίας που μεταδίδει ένα βίωμα με μια ταινία που μιλάει ακαδημαϊκά για ένα θέμα. Και αυτά δεν έχουν να κάνουν τόσο με το αν ο ΜακΚουίν είναι μαύρος ή αν έζησε τον συστημικό ρατσισμό στο πετσί του (τα συγκεκριμένα γεγονότα δεν τα έζησε άλλωστε), έχουν να κάνουν κυρίως με τον τρόπο που δρα ως δημιουργός της ταινίας, με τον τρόπο που καταγράφει τον κόσμο για τον οποίο μιλά.

Στο “Lovers Rock”, έχουμε μεταφερθεί μια δεκαετία αργότερα, από το 1970 στο 1980. Εδώ οι περισσότεροι ήρωες έχουν καταγωγή απ’ την Τζαμάικα. Ένα Σάββατο βράδυ – Κυριακή πρωί, ένα πάρτι, νέοι μαύροι άνδρες και νέες μαύρες γυναίκες, η μουσική, ο χορός, ο ερωτισμός.  Ενώ είναι μια ταινία για το πάρτι, υπάρχουν μικρές σφήνες που υπενθυμίζουν ότι η υπόλοιπη πραγματικότητα η κοινωνική, η ρατσιστική, η ενδοοικογενειακή, η καπιταλιστική, η πατριαρχική εξακολουθεί να είναι παρούσα. Το πάρτι αυτό δεν διεξάγεται σε μια φούσκα, κι αν κάνουν κάτι αυτές οι σφήνες είναι να καθιστούν σε αντιδιαστολή πιο επιτακτική την ανάγκη για γιορτή.

Το “Lovers Rock” θα ήταν εμπειρία να το δεις σε κάθε εποχή, αλλά στην εποχή που ζούμε, στην εποχή της κοινωνικής, της σωματικής, της συλλογικής και της ταυτοτικής αποστασιοποίησης, στην εποχή που τα ανθρώπινα σώματα αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως φορείς, μεταδότες και δέκτες ιών, αποκτά μια προστιθέμενη συναισθηματική και βιωματική αξία και απογειώνεται ακόμη περισσότερο: σκηνές μυσταγωγικές, η κοινότητα έχει μετατραπεί σε σώματα χορευτών, ο χώρος του πάρτι είναι σαν ναός, εδώ η εμπειρία είναι κοινή, όλοι μαζί γιορτάζουν τη μουσική, τα σώματά τους, τα νιάτα τους, τη ζωή, την ταυτότητά τους, το είναι τους, το είμαστε αυτοί, νέοι όπως όλοι οι νέοι της γης, αλλά και ειδικά οι νέοι αυτού του μίγματος, αυτής της καταγωγής και αυτού του τόπου γέννησης, αυτής της πατρίδας κι αυτής της πατρίδας: Μercury Sound, Mercury Sound, Mercury Sound! Jah! Rastafari! Ο ΜακΚουίν δηλώνει σε συνέντευξή του ότι η πιο μεθεξιακή σκηνή τραγουδιού του επεισοδίου ήταν προϊόν αυθόρμητου συλλογικού αυτοσχεδιασμού. Οι άνθρωποι που παρακολουθούμε να χορεύουν, να τραγουδούν και να έχουν πάει κάπου αλλού, δεν παίζουν κάποιον ρόλο, χορεύουν, τραγουδούν και έχουν πάει κάπου αλλού και η κάμερα απλά χορεύει μαζί τους κινηματογραφώντας τη συλλογική τους έκσταση.

Σαν να συνοψίζεται σε αυτά τα δύο επεισόδια, το διπλό αίτημα των περίεργων δυστοπικών ημερών που ζούμε, το αίτημα για συλλογικούς πολιτικούς αγώνες και για γιορτή. Οι πολιτικές μάχες και η χαρά της ζωής. Η αίσθηση της κοινότητας. Η συνειδητοποίηση της ταυτότητας. Τα σώματα στις διαδηλώσεις. Τα σώματα στους χορούς. Όταν τελειώσει η φρίκη της πανδημίας; Εντάξει, τότε. Αλλά μέχρι τότε δεν θα αφήσουμε να μετατραπούν τα σώματα που εξεγείρονται και τα σώματα που χορεύουν, δεν θα αφήσουμε να μετατραπούν τα σώματα που μαζεύονται μαζί και κάνουν κάτι άλλο απ’ το να παράγουν, σε ένοχα σώματα. Ακόμη κι αν τα σώματα πρέπει τώρα να περιμένουν, τα σώματα θα ξαναμαζευτούν το ένα δίπλα στο άλλο και στο άλλο και στο άλλο. Και θα εξεγερθούν κατά των αδικιών και θα χορέψουν υπέρ της χαράς της ζωής.