Οι άνθρωποι που αφηγούνται τις ιστορίες τους στο βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου «Το Χρυσό Βραχιόλι» (εκδόσεις Μεταίχμιο) είναι οι πρώτοι από την οικογένειά τους που σπούδασαν. «Χρυσό βραχιόλι» είναι το χαρτί που πήραν και άλλαξε για πάντα το πεπρωμένο τους. Επιστήμονες και επιτυχημένοι επαγγελματίες, γυρίζουν τον χρόνο πίσω και περιγράφουν τις επιθυμίες, τα μυστικά, τα τραύματα, τις νίκες και τις ήττες της συγκινητικής τους διαδρομής.

Η Σοφία Νικολαΐδου έσκυψε με μεγάλη προσοχή σε κάθε περίπτωση και κάθε άνθρωπο και ιστορία ξεχωριστά και μας παραδίδει ένα βιβλίο-χρονικό της καταγωγής τους και της ζωής που ονειρεύτηκαν και κατάφεραν να ζήσουν.

Τι θέλετε να πείτε με αυτές τις ιστορίες σας σε έναν αναγνώστη;

«Το χρυσό βραχιόλι» περιέχει ιστορίες αληθινών ανθρώπων. Τρεις γενιές Ελλήνων, η γενιά των γονιών μας, η δική μας γενιά και η γενιά των παιδιών μάς αφηγούνται την ιστορία τους και απεικονίζουν μια χώρα και μια εποχή. Όλοι τους ξεκίνησαν από μη προνομιούχα περιβάλλοντα, οι περισσότεροι είχαν να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες. Δεν το έβαλαν κάτω. Πάλεψαν και τα κατάφεραν. Κυνήγησαν το όνειρό τους, πέτυχαν αυτό που ήθελαν. Ένα κοινό στοιχείο που τους συνδέει είναι ότι όλοι τους ήταν οι πρώτοι στην οικογένειά τους που σπούδασαν. Όλοι τους φόρεσαν το χρυσό βραχιόλι. «Χρυσό βραχιόλι» έλεγαν στα χωριά της Μακεδονίας και της Θράκης το πτυχίο οι παλιές γιαγιάδες. Ένα πτυχίο για το παιδί. Ξέρετε, στην Ελλάδα στον 20ό (και στον 21ο) αιώνα συντελέστηκε μια ειρηνική επανάσταση. Μια επανάσταση με όπλο τις σπουδές και τα γράμματα. Με εισιτήριο τη γνώση πολλά παιδιά από οικογένειες εργατικές, αγροτικές, μικροαστικές απέκτησαν αξιοσέβαστο επάγγελμα και άνετη ζωή. Αυτή η οικονομική και κοινωνική κινητικότητα είναι, όπως ξέρετε, αδιανόητη σε άλλες κοινωνίες. Ποιος Αμερικανός ή Άγγλος μπορεί να καταλάβει τι εσωτερικές χορδές δονεί σε πολλούς από εμάς, ακόμα και σήμερα, η φράση «εμείς μπορεί να πεινάσουμε, αλλά το παιδί θα σπουδάσει»; Για εμένα λοιπόν αυτό το βιβλίο είναι η χώρα που ξέρω. Με αυτές τις ιστορίες μεγάλωσα. Αν σήμερα καθίσουμε σε ένα τραπέζι, δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας που δεν έχει μια συναρπαστική ιστορία να αφηγηθεί για το θέμα μας. Δικιά του, των γονιών του, κάποιου μακρινού θείου ή φίλου. Η ελληνική οικογένεια έχει επενδύσει, κι εξακολουθεί να επενδύει, χρήμα και ψυχή στη μόρφωση των παιδιών της.

Τι είναι αυτό που διαπιστώσατε σε αυτές τις αφηγήσεις να υπάρχει ως αίσθημα σε αυτούς τους ανθρώπους; Θυμός; Η γεύση της νίκης και της πίκρας, τι είναι κυρίαρχο;

Πολλοί από τους αφηγητές δάκρυζαν ή, κάποιες στιγμές, γελούσαν. Γιατί η ζωή δεν είναι ένα πράγμα, τα περιέχει όλα. Και γέλια και κλάματα και συγκίνηση και στοχασμό και ένταση, πάθος, δύναμη, αλλά και αδυναμία. Έχει ενδιαφέρον, νομίζω, το πώς η κάθε γενιά -και όχι μόνο ο κάθε αφηγητής- προσεγγίζει το θέμα. Ας πούμε, η γενιά των 20-30 διαθέτει τη φόρα της ηλικίας της. Παρά τις δυσκολίες και τα ζόρια που αντιμετωπίζουν (οι περισσότεροι εργάζονται για να τα καταφέρουν να σπουδάσουν), κάνουν όνειρα, έχουν ευγενείς στόχους, πεισμώνουν, προσπαθούν. Πιστεύουν στον εαυτό τους. Παρόλο που αναγνωρίζουν ότι πολλές φορές το παιχνίδι είναι στημένο, διαθέτουν μια δύναμη που τους σπρώχνει μπροστά. Ο θυμός είναι αδιέξοδο συναίσθημα, σου τρώει τα σωθικά. Δεν σε βοηθά να χτίσεις πράγματα. Κι αυτοί οι άνθρωποι, όλοι τους, παρά τα θηρία που είχαν να αντιμετωπίσουν, έχτισαν πράγματα. Και τα έχτισαν όχι μόνο με κόπο, αλλά και με τον τρόπο τους.

Θυμάμαι την ιστορία μιας κοπέλας από τον Έβρο, που οι γονείς της προσπάθησαν να την ξεγελάσουν, για να μη δώσει εξετάσεις στο Γυμνάσιο, ήθελαν να την κρατήσουν στα χωράφια. Εκείνες τις εποχές το να σπουδάσει ένα κορίτσι ακουγόταν τρελό, οι περισσότεροι γονείς πίστευαν ότι δουλειά του κοριτσιού είναι ο γάμος. Η κοπέλα λοιπόν έκανε απεργία πείνας. Δεν έβαζε στο στόμα της ούτε φαΐ ούτε νερό. Φοβήθηκαν οι άνθρωποι ότι θα τους μείνει στα χέρια και την άφησαν να δώσει εξετάσεις. «Και στο Σουφλί πήγε η θεία στο Γυμνάσιο και στην Αγγλία να σπουδάσει με ένα βρακί», σχολίασε χρόνια αργότερα η ανιψιά της.

Ποια είναι η ιστορία που εσάς σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση;

Τι να σας πω, εγώ τις βρίσκω όλες συναρπαστικές! Η καθεμιά έχει τη χάρη και τη δύναμή της και όλες μαζί συνθέτουν ένα μωσαϊκό από φωνές, σαν τα παλιά μωσαϊκά στα σπίτια που μεγαλώσαμε. Μπορώ να σας αναπαραστήσω με λεπτομέρειες πού καθόταν ο αφηγητής, πώς κουνούσε τα χέρια του, πώς έπαιρνε φωτιά. Πώς δάκρυζε. Πώς γελούσε. Τα έχω όλα στο μυαλό μου σαν ταινία. Αυτή την αίσθηση της ζεστής ζωής προσπάθησα να καταγράψω στο βιβλίο.

Οι άνθρωποι με τους οποίους μιλάτε έχουν σπουδάσει και πετύχει; Από την αφήγηση του παρελθόντος μέχρι το παρόν τι είναι αυτό που έχει αλλάξει; Είναι πιο σκληροί, πιο ρεαλιστές;

Οι άνθρωποι που μου χάρισαν τις ιστορίες τους έχουν αξιοποιήσει τις σπουδές ως εισιτήριο για μια άλλη ζωή: κάποιοι έφυγαν απ’ το χωριό και ήρθαν στην πόλη, άλλοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό, οι περισσότεροι πέτυχαν πράγματα που έθεσαν ως στόχους ζωής παρά τις τρομερές δυσκολίες. Παρακολουθώντας κανείς αυτήν την ταινία που είναι η ζωή του καθενός, συνειδητοποιεί πως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ: πάντα υπάρχουν τα παιδιά που θέλουν να ξεφύγουν από τον ασφυκτικό κλοιό της επαρχίας ή τον σφιχτό εναγκαλισμό της οικογένειας. Οι ιστορίες των μεταναστών δεύτερης γενιάς που έφτασαν κακήν κακώς στη χώρα θυμίζουν σε πολλά τις ιστορίες των προσφύγων παππούδων μας. Πολύ συχνά οι δυσκολίες προσφέρουν κίνητρο, το ισχυρότερο καύσιμο. Οι δυσκολίες και τα εμπόδια μπορεί να αλλάζουν μορφή, όμως υπάρχει στους ανθρώπους αυτούς ένας κοινός ανθρώπινος πυρήνας, ένα είδος δύναμης -θα μπορούσε να το ονομάσει και πείσμα κανείς- που τους κάνει να ξεπερνάνε τα εμπόδια, να βαδίζουν τον δικό τους δρόμο. Οι νεότεροι αφηγητές έχουν τα χαρακτηριστικά της ηλικίας τους. Είναι παιδιά που μεγάλωσαν μέσα στην κρίση, οι περισσότεροι δουλεύουν για να σπουδάσουν. Η έλλειψη αξιοκρατίας είναι κάτι που αναφέρουν, όμως δεν τους καταβάλλει. Άλλωστε έχουν τη φόρα της ηλικίας τους. Τα νιάτα, όπως όλοι ξέρουμε, είναι ατρόμητα – και ευτυχώς. Σ’ αυτούς τίποτα δεν έχει ακόμη κριθεί, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά μπροστά τους. Οι πιο πολλοί πιστεύουν στις δυνάμεις τους. Πιστεύουν πως, αν προσπαθήσουν πολύ, θα τα καταφέρουν. Δεν θα τους έλεγα κυνικούς, όχι. Κάποιοι μάλιστα είναι ακόμα και ρομαντικοί, με τον τρόπο τους.

Δεν υπάρχουν ονόματα των ανθρώπων που μιλούν, αυτή είναι μια δική τους επιλογή ή δική σας και γιατί;

Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που μου χάρισαν τις ιστορίες τους εξομολογήθηκαν πράγματα πολύ προσωπικά, ορισμένοι μάλιστα μύχια. Πράγματα ιδιωτικά, οικογενειακά, επαγγελματικά. Αρκετοί ζήτησαν να μη δηλώνεται το όνομά τους, γι’ αυτό σημειώνονται μόνο τα αρχικά και η ηλικία, ώστε να κατανοούμε την εποχή. Για λόγους ομοιομορφίας αυτό κρατήθηκε σε όλους τους αφηγητές. Άλλωστε δεν έχουν σημασία τα ονόματα, σημασία έχουν οι ιστορίες.

Σήμερα αυτοί οι άνθρωποι μιλούν για το δύσκολο παρελθόν τους, την καταγωγή τους ή έχοντας αλλάξει κοινωνική τάξη, κρύβονται, δεν αποκαλύπτουν για παράδειγμα τη φτώχεια τους ή το παρελθόν;

Το αντίθετο! Όλοι όσοι μου μίλησαν ήταν περήφανοι για τη διαδρομή τους, για τα όσα κατάφεραν. Άλλωστε αυτή η διαδρομή είναι και η περιουσία τους. Τη φέρουν ως παράσημο. Ο δρόμος ήταν σίγουρα πιο δύσκολος, με περισσότερα εμπόδια. Αλλά έχουν τη χαρά ότι τα κατάφεραν μόνοι τους. Κι αυτό είναι μια αίσθηση που δεν μπορεί να τους την πάρει κανείς.

Το βιβλίο «Το Χρυσό Βραχιόλι» της Σοφίας Νικολαΐδου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο