Ηθοποιός θρύλος που άντεξε στο πέρασμα των εποχών και κάθε μόδας, ο Σον Κόνερι που έφυγε στα 90 του χρόνια, ήρεμα στον ύπνο του, είχε το προνόμιο να είναι μέχρι το τέλος ταυτισμένος με τη γοητεία του φύλου του, τη φυσική χάρη και το αξεπέραστο φλέγμα της καταγωγής του. Μπορεί προφέροντας το όνομά του να σκεφτόμαστε τον Τζέιμς Μποντ, τον ήρωα του Ίαν Φλέμινγκ που υποδύθηκε επτά φορές στη μεγάλη οθόνη στην καλύτερη και πιο γοητευτική εκδοχή του, όμως ο Σον Κόνερι ήταν ένας ηθοποιός που έγραψε στον κινηματογράφο ιστορία με τη σαρωτική του προσωπικότητα και την εμβληματική του παρουσία.

Ο Σερ Τόμας Σον Κόνερι, ο πολυβραβευμένος ηθοποιός και παραγωγός ταινιών κινηματογράφου, ο πρώτος που υποδύθηκε έναν από τους πιο διάσημους κινηματογραφικούς ήρωες, τον Τζέιμς Μποντ πέθανε στο σπίτι του στις Μπαχάμες, κοντά στην οικογένειά του, μακριά από την αγαπημένη του Σκωτία. Γεννημένος σε μια μια φτωχογειτονιά του Εδιμβούργου στο Φάουντεμπριτζ, στις 25 Αυγούστου 1930, ο Κόνερι μεγάλωσε ήταν γιος ενός Καθολικού εργάτη και μιας Προτεστάντισας καθαρίστριας. Η οικογένεια του πατέρα του είχε μεταναστεύσει στη Σκωτία από την Ιρλανδία κατά τον 19ο αιώνα.

Ο νεαρός Τόμι μεγάλωσε σε ένα σπίτι με ένα μόνο δωμάτιο, κοινόχρηστη τουαλέτα, χωρίς ζεστό νερό. Εγκατέλειψε το σχολείο στα 13 του και έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού μεταξύ άλλων μοίραζε γάλα και γυάλιζε φέρετρα προτού να ενταχθεί, στα 16 του, στο Βασιλικό Ναυτικό, απ’ όπου όμως απολύθηκε τρία χρόνια αργότερα για ιατρικούς λόγους, καθώς είχε έλκος στο στομάχι. Από εκείνη την εποχή χρονολογούνταν τα δύο τατουάζ στο δεξί του μπράτσο: «Μαμά και μπαμπάς» και «Σκωτία για πάντα». Η οικογένεια και η Σκωτία ήταν οι προτεραιότητες της ζωής του.

Ο Σον Κόνερι δοκίμασε τις ικανότητές του στο μπόντι μπίλντινγκ και το ποδόσφαιρο. Ήταν 23 ετών όταν του πρόσφεραν ένα συμβόλαιο και τότε σκέφτηκε πως η καριέρα ενός ποδοσφαιριστή κρατά μόνο μέχρι τα 30. Αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, μια απόφαση που θεωρούσε την πιο έξυπνη της ζωής του.

Η καριέρα του ξεκίνησε το 1954, όταν γνώρισε τον Ρόμπερτ Χέντερσον που του δάνεισε να διαβάσει θεατρικά έργα του Ίψεν και άρχισε να κάνει μαθήματα υποκριτικής. Δέκα χρόνια αργότερα αρχίζει να υποδύεται τον Τζέιμς Μποντ, ρόλο που εκσφενδόνισε την καριέρα του στα ύψη. Ήταν ο απόλυτος ήρωας σε επτά ταινίες:

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007, εναντίον Δόκτορος Νο (Dr No., 1962)

Τζέιμς Μποντ, πράκτωρ 007: Από τη Ρωσία με αγάπη (From Russia with love, 1963)

Τζέιμς Μποντ, Πράκτωρ 007 εναντίον Χρυσοδάκτυλου (Goldfinger, 1964)

Επιχείρηση Κεραυνός (Thunderball, 1965)

Ζεις μονάχα δυο φορές (You only live twice, 1967)

Τα Διαμάντια είναι παντοτινά (Diamonds are forever, 1971)

Ποτέ μην ξαναπείς ποτέ (Never say never again, 1983) (ανεπίσημη)

Ο εντυπωσιακός αλλά και αεικίνητος, «αεράτος», ηθοποιός πρωτοανακαλύφθηκε από τους παραγωγούς Χάρι Σάλτζμαν και Άλμπερτ Μπρόκολι, μετά την άρνηση άλλων υποψήφιων ηθοποιών για τον ρόλο του Μποντ, μεταξύ των οποίων ο Ντέιβιντ Νίβεν, ο Κάρι Γκραντ και ο Τζέιμς Μέισον. Ο χαμηλός προϋπολογισμός ανάγκασε τους παραγωγούς να προσλάβουν έναν άγνωστο ηθοποιό.

Ο Ίαν Φλέμινγκ που στην αρχή ήθελε έναν πιο κομψό άντρα για τον ρόλο του ήρωα των βιβλίων του άλλαξε γνώμη μετά την πρεμιέρα της πρώτης ταινίας, Τζέιμς Μποντ εναντίον Δρος Νο, και εντυπωσιάστηκε τόσο που εμπνεύστηκε μια σκωτο-ελβετική καταγωγή για τον Τζέιμς Μποντ που ξεπηδούσε από τις σελίδες των επόμενων μυθιστορημάτων του. Η ερμηνεία του Κόνερι ως Μποντ έδωσε στον χαρακτήρα ένα αξεπέραστο στιλ και μέχρι σήμερα θεωρείται ο πλέον ταυτισμένος με τον ρόλο ηθοποιός.

Πρωταγωνίστησε επίσης, μαζί με τον στενό φίλο του, τον Μάικλ Κέιν, στην ταινία «Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς», όμως τη δεκαετία του 1970 του έδιναν δεύτερους ρόλους, όπως στην ταινία «Οι υπέροχοι ληστές και τα κουλουβάχατα της ιστορίας». Το 1987 κέρδισε το βραβείο Bafta, ερμηνεύοντας τον Ούλιαμ της Μπάσκερβιλ στην ταινία «Το όνομα του Ρόδου», μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Ουμπέρτο Έκο. Και έναν χρόνο αργότερα, τιμήθηκε με το Όσκαρ καλύτερου Β’ ανδρικού ρόλου παίζοντας έναν Ιρλανδό αστυνομικό (αν και με σαφέστατη σκωτσέζικη προφορά) στους «Αδιάφθορους». Στον «Ιντιάνα Τζόουνς» έπαιζε τον πατέρα του Χάρισον Φορντ, αν και ήταν μόνο 12 χρόνια μεγαλύτερός του, ενώ κατόπιν, στο πλάι του Νίκολας Κέιτζ στον «Βράχο», επέστρεψε στον ρόλο του «Βρετανού κατασκόπου». Το 2006 του προτάθηκε ο ρόλος του Γκάνταλφ στον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», όμως εκείνος δήλωσε ότι κουράστηκε από την ηθοποιία μετά από 64 ταινίες και βαρέθηκε τους «ηλίθιους που γυρίζουν ταινίες στο Χόλιγουντ».

Η δημοτικότητά του δεν αμφισβητήθηκε ποτέ: στα 59 του το περιοδικό People τον ανακήρυξε «πιο σέξι» άνδρα του πλανήτη ενώ το 2013, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τη «συνταξιοδότησή» του, ανακηρύχθηκε ο αγαπημένος ηθοποιός των Αμερικανών. Ο Σον Κόνερι ήταν παντρεμένος από το 1975 με τη Γαλλίδα ζωγράφο Μισελίν Ροκμπρίν. Από τον πρώτο του γάμο, με την Νταϊάν Σιλέντο, απέκτησε ένα γιο, τον επίσης ηθοποιό Τζέισον Κόνερι.

Η σύζυγος του Σερ Σον Κόνερι, Μισελίν Ροκμπρίν τον αποχαιρέτησε αποκαλύπτοντας τον άνισο αγώνα που έδινε με την άνοια. «Δεν ήταν ζωή γι’ αυτόν. Δεν ήταν σε θέση να εκφραστεί τελευταία. Τουλάχιστον πέθανε στον ύπνο του και έφυγε τόσο γαλήνια… Ήμουν μαζί του όλη την ώρα και απλά έφυγε. Ήταν αυτό που ήθελε», είπε η Γαλλομαροκινή ζωγράφος με την οποία έζησαν μαζί 45 χρόνια. «Είχαμε μια υπέροχη ζωή. Ήταν ένας άντρας υπόδειγμα», είπε αποχαιρετώντας τον για πάντα.