Ο Σάιμον Τζέιμς είναι ένας υπαλληλάκος σε ένα δυστοπικό μέρος, που μοιάζει με κράμα επιστημονικής φαντασίας και δεκαετίας του ογδόντα.

Είναι κρυφά προς φανερά ερωτευμένος με την συνάδελφό, του που μένει στην απέναντι πολυκατοικία και την οποία παρακολουθεί με τηλεσκόπιο, σαν τον Τζέιμς Στιούαρτ στο «Rear Window». Μόνο που αυτός δεν είναι καθηλωμένος από εξωτερικά αίτια, αλλά από εσωτερικά. Το πρόβλημά του είναι η φύση του. Ή ίσως η φύση μας δεν είναι ποτέ η φύση μας, ίσως η φύση μας είναι πάντα η θέση μας, ο τρόπος που ως παιδιά μαθαίνουμε να τοποθετούμε τον εαυτό μας στον κόσμο, μαθαίνουμε πως η δική μας σχέση με τον κόσμο είναι αυτή η συγκεκριμένη. Και όταν από την πολλή μάθηση το εμπεδώσουμε, αρχίζουμε και το θεωρούμε εκ φύσεως δομικό μας χαρακτηριστικό. Η θέση του Σάιμον στον κόσμο λοιπόν είναι η θέση ενός ανθρώπου που όλοι τον σπρώχνουν και τον πάνε πιο πέρα, που κανείς δεν του δίνει σημασία, που περνά εντελώς απαρατήρητος, που μάλλον όλοι αρέσκονται να του συμπεριφέρονται σαν απαρατήρητο, έχοντας διαγνώσει πως όσο χαμηλή κι αν είναι η δική τους θέση στην τροφική αλυσίδα, ο Σάιμον θα είναι πάντα ψυχικά έτοιμος να τον ισοπεδώσουν λιγάκι. Και υπό αυτή την έννοια, αν ο Σάιμον ζει σε μια δυστοπία, είναι επειδή ο κόσμος που ζει είναι ένας κόσμος που εκείνος είναι ξένο σώμα.

Δεν είναι θέμα εξωτερικής εμφάνισης, είναι θέμα του τι εκπέμπεται από μέσα. Εντελώς ολόιδιος με αυτόν. ο Τζέιμς Σάιμον εμφανίζεται ξαφνικά στο γραφείο του και αρχίζει να του κλέβει σταδιακά τη δουλειά, το σπίτι, τον έρωτα. Καθώς ο Σάιμον περνάει μια ζωή εντελώς αόρατος, κανείς δεν μπορεί να εντοπίσει την ομοιότητά τους. Ο Τζέιμς Σάιμον είναι ο Σάιμον Τζέιμς αναποδογυρισμένος, αναποδογυρισμένο το όνομά του, είναι η κρυφή του επιθυμία για το πώς θα ήθελε να είναι και ταυτόχρονα ο χειρότερός του εφιάλτης, αφού αυτός ο άλλος που μοιάζει με εκείνον, που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι εκείνος, είναι κάποιος άλλος. Δεν είναι ο άλλος που του πήρε την ταυτότητα. Εκπροσωπεί την ταυτότητα που του λείπει, είναι ό,τι αυτός δεν είναι.

Και τι δεν μπορεί να διακρίνει κανείς ως επιρροή στον «Σωσία» του Ρίτσαρντ Αγιοάντε. Από τον Ταραντίνο (τα γιαπωνέζικα ποπ τραγουδάκια) ως πάρα πολύ Πολάνσκι και ειδικά τον «Ένοικο», ως Ντέιβιντ Λιντς (με τα βήματα που εξακολουθούν να ακούγονται, όταν ο Σάιμον και ο Τζέιμς σταματούν να περπατούν), ως αδελφούς Κοεν (οι μακρόστενοι διάδρομοι, το νερό που το καταπίνει η μαύρη τρύπα στους νιπτήρες) και κυρίως Τέρι Γκίλιαμ, σε ένα έργο που θέλει να είναι καφκικό, παίρνοντας τον τίτλο του και την βασική του ιδέα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι. Από φιλοδοξία, λοιπόν, ο Αγιοάντε έχει πιάσει ταβάνι.

Πίσω όμως από όλο αυτό το κολάζ των επιρροών κάτι δικό του, κάτι αυθεντικά δικό του δεν φαίνεται να υπάρχει. Η ταινία μοιάζει περισσότερο εγκεφαλική παρά να διατρέχεται από έναν αληθινό πυρετό. Το τελικό αποτέλεσμα καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με δάνεια αλλότριων αυθεντικών φωνών και δεν κατορθώνει να περάσει το επίπεδο της επιρροής και να συναρθρωθεί σε ένα σώμα ταινίας με καρδιά που να χτυπά στον ολόδικό της ρυθμό.

Αν θέλει κανείς να είναι επιεικής μπορεί να σταθεί στην πρόθεση του Αγιοάντε να φτιάξει μια ταινία που θέλει να μπει σε υπαρξιακούς λαβυρίνθους με υποβλητική κινηματογραφική γλώσσα. Αν θέλει όμως κανείς να αφήσει την επιείκεια κατά μέρος, θα καταλήξει ότι πρόκειται για μια ταινία που τον μέσο θεατή τον κουράζει και που τον σινεφίλ θεατή δεν τον κατακτά, δεν τον συναρπάζει, δεν τον πηγαίνει σε μέρη που δεν έχει ξαναπάει.