Έχει μια άγρια γοητεία το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι του Τενεσί Ουίλιαμς. Έναν βάναυσο λυρισμό, ένα σκοτάδι συνυφασμένο με τη σεξουαλική στέρηση, ένα είδος βίας συνδεδεμένης με την επιθυμία, έναν σαρκοβόρο διονυσιασμό. Η αλήθεια και το ψέμα δυσδιάκριτα. Ο θεός, εάν υπάρχει, είναι απών. Και το οιδιπόδειο μάνας-γιου να θριαμβεύει. Η σκηνοθεσία του Γιώργου Παπαγεωργίου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου πάνω στο αυτοβιογραφικό αριστούργημα του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα αδυνατεί να αναδείξει τις πολλαπλές αποχρώσεις ενός έργου απαιτητικού, σκληρού, βαθιά ανησυχητικού.

Στο Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι όλα έχουν ήδη συμβεί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι η μετωπική σύγκρουση της Βάιολετ Βενάμπλ και της ανιψιάς της, Κάθριν, για όσα συνέβησαν …πέρσι το καλοκαίρι και οδήγησαν στον θάνατο του ποιητή και γιου της Βάιολετ, Σεμπάστιαν. Οι δύο γυναίκες μονομαχούν, η κάθε μία με το κάθε πιθανό μέσο που διαθέτει, για να κυριαρχήσει με την «αλήθεια» της. Στη σκιά, ο Σεμπάστιαν, ένας από τους πιο μυστηριώδεις παρόντες-απόντες πρωταγωνιστές του παγκόσμιου δραματολογίου. Η Βάιολετ δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να ατιμάσει τη μνήμη του. Όχι, ο γιος της δεν ήταν ομοφυλόφιλος. Όχι, ο γιος της ήταν σεξουαλικά αμόλυντος. Όχι, δεν ψώνιζε φτωχά αγοράκια στην παραλία Καμπέθα ντε Λόμπο. Ήταν ένας διορατικός ποιητής. Ένας διαισθαντικός άνθρωπος. Αλώβητος από τον χρόνο («δεν μετρούσαμε ποτέ γενέθλια», λέει). Ο γιος της δεν μεγάλωνε, όπως κι εκείνη δεν μεγάλωνε. Το να σπιλωθεί η μνήμη του, θα σήμαινε και την κατάρρευση της ζωής της. Το να δεχτεί η Βάιολετ ότι ο γιος της είχε σεξουαλική ζωή, θα σήμαινε ότι εκείνη θα έχανε την πρωτοκαθεδρία στη ζωή του. Η σκέψη και μόνο ότι μπορεί να είναι ομοφυλόφιλος, θα κατέστρεφε για εκείνην και την τελευταία ρανίδα ζωτικής αυταπάτης. Η Βάιολετ Βενάμπλ θέλει να είναι ο γιος της ένα έργο τέχνης, ακόμη και νεκρός, ένα έργο τέχνης που το προσέχει ευλαβικά, όπως τον κήπο του.

Την εκδοχή της Βάιολετ για την «αλήθεια» ταρακουνά συθέμελα η νευρωτική ανιψιά της Κάθριν που πέρασε μαζί με τον Σεμπάστιαν το περσινό καλοκαίρι και βίωσε τον άγριο θάνατο-κανιβαλισμό του. Η «αληθινή» ιστορία που λέει η Κάθριν είναι πολύ πιο πλούσια, ανατριχιαστική, τρομακτική από την άσπιλη εκδοχή της Βάιολετ. Η Κάθριν θα πρέπει να φιμωθεί. Ή ακόμη, κι αν μιλάει, κανείς δεν πρέπει να παίρνει στα σοβαρά όσα λέει. Για να θωρακίσει τις ζωτικές της ψευδαισθήσεις, η Βάιολετ δωροδοκεί έναν Γιατρό, ζητώντας του να κάνει λοβοτομή στην Κάθριν, δρομολογεί, δηλαδή, το πετσόκομμα του μυαλού της, μια ασύλληπτη πράξη βίας, τόσο βάναυση όσο ο κανιβαλισμός του γιου της.

Η σπουδαία τέχνη ξεκινά από το βίωμα και «είναι πάντα …αδιάκριτη» έλεγε ο ίδιος ο Ουίλιαμς. Στο φόντο και αυτού του έργου βρίσκεται η τραυματική σχέση με την οικογένειά του: η ομοφυλοφιλία του, η κυριαρχική μητέρα του, η πολυαγαπημένη αδελφή του Ρόουζ, που έπασχε από σχιζοφρένεια και υποβλήθηκε, χωρίς εκείνος να το γνωρίζει, με την άδεια της μητέρας του, σε μία από τις πρώτες εγχειρήσεις λοβοτομής στην Αμερική.

Το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι είναι διάστικτο από τόνους, ημιτόνια, απόηχους πραγμάτων που ποτέ δεν λέγονται, αλλά συνάγονται μέσα από ένα πλέγμα αφηγήσεων, αναμνήσεων και αισθήσεων. Η νοητικά αιμομικτική σχέση μιας μάνας με τον γιο της. Εικόνες από ζώα που κατασπαράσσουν άλλα ζώα. Εικόνες από ανθρώπους που κόβουν κομμάτια τις σάρκες ενός άλλου ανθρώπου, που χορταίνουν την πείνα τους με τη σάρκα ενός άλλου ανθρώπου. Και η απειλή της λοβοτομής μιας νεαρής κοπέλας ως μέσο καταστολής. Τίποτα δεν μας καθησυχάζει σε αυτό το έργο, που, θεματικά και τονικά, συγγενεύει αναμφίβολα με τις ευριπιδικές Βάκχες.

Ο Γιώργος Παπαγεωργίου εστίασε τη σκηνοθετική του ματιά στο παιχνίδι ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, που διατρέχει σαν ιδέα το κείμενο του Ουίλιαμς. Μόνον που αυτή η προσέγγιση επικεντρώθηκε σε φωτιστικά ευρήματα -τα οποία και εκείνα εξαντλήθηκαν κάποια στιγμή, πόσες φορές πια να χρησιμοποιήσει κανείς ένα λαμπατέρ για να δημιουργήσει σκιές;- και δεν πέρασε στον ψυχισμό των ηρώων του έργου. Το Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι είναι ένα έργο που σε παίρνει και σε σηκώνει με την αδυσώπητη ποίησή του, με τη μυστικιστική σαγήνη του. Εγκυμονεί πολλαπλές δυνατότητες έκφρασης, ανάγνωσης, σωματικής-κινησιολογικής έρευνας. Όσα δεν λένε οι ηρωίδες, τα λέει το σώμα τους. Εδώ όμως το σώμα κοιμάται. Εξαίρεση η γλαφυρή ιδέα του φινάλε, όπου η Θέμις Μπαζάκα-Βάιολετ, αφού γκρεμίσει και τρεμάμενη αποκαταστήσει την τάξη στον κήπο του Σεμπάστιαν, γονατίζει, γυρνώντας σαν ζώο πάνω από ένα κουφάρι, παραπέμποντας ίσως στη μάνα που τριγυρνά ανήμπορη πάνω από το κατασπαραγμένο νεκρό σώμα του γιου της.

Η Θέμις Μπαζάκα ως Βάιολετ διαθέτει το απαραίτητο σκηνικό εκτόπισμα, αλλά καθοδηγείται από τη σκηνοθεσία σε μια λογοκεντρική ερμηνεία (εξαιρώ τη σκηνή του τέλους), βασισμένη στο πένθος για τον χαμένο γιο της. Η Βάιολετ εδώ είναι θλιμμένη και νευρολογικά ασταθής. Η μυθομανής πλευρά της εκτονώνεται μόνον όταν έρχονται στο στόμα της οι σχετικές ατάκες. Κι όμως η Βάιολετ είναι φτιαγμένη από το ίδιο υλικό με τη Μπλανς ντι Μπουά: η παιχνιδιάρικη διάθεση, η επιτηδευμένη ελαφράδα, η άρνηση της πραγματικότητας, η νιότη, εν τέλει, την ορίζουν. Και αυτό το στοιχείο είναι σε ύπνωση στη συγκεκριμένη προσέγγιση: η Βάιολετ εδώ είναι βαριά, ώριμη, προβλέψιμη.

Η Κάθριν της Μαίρης Μηνά δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια σπουδαία περίπτωση νέας ηθοποιού. Υπερασπίζεται με πάθος την ηρωίδα και την «αλήθεια» της. Ωστόσο, παίζει σωματικά και φωνητικά στην ίδια νότα, αφήνοντας πλείστες ερμηνευτικές πιθανότητες ανεξερεύνητες. Ο Γιατρός του Παναγιώτη Εξαρχέα, που συμπληρώνει το τρίγωνο, μοιάζει ανύπαρκτος, σαν να ανοίγει τον διακόπτη μόνον όταν έρχονται στα χείλη του τα λόγια του, ενώ η Αθηνά Αλεξοπούλου (Κυρία Χόλι) και ο Γιάννης Λατουσάκης (Τζορτζ) καταθέτουν επιφανειακές, σχηματικές ερμηνείες που περνούν και φεύγουν.

Ο σκηνικός χώρος (Ευαγγελία Θεριανού) απομακρύνεται από την κυριολεκτική ιδέα του κήπου με τα σαρκοφάγα φυτά, συνθέτοντας ένα δωμάτιο μνήμης του Σεμπάστιαν, φορτωμένο με προσωπικά του αντικείμενα, τα βιβλία, τους δίσκους, τα τετράδια, που τα φυλά ως κόρη οφθαλμού η μητέρα του. Η ωραία αυτή ιδέα δημιουργεί έναν ευάγωγο χώρο για να βουτήξει κανείς στη θάλασσα των συναισθημάτων και των οραμάτων του έργου, μένει, όμως, ουσιαστικά ανεκμετάλλευτη.

Η ανεπάρκεια της σκηνοθεσίας δεν κατάφερε να αναδείξει τις λεπτές ποιότητες του κειμένου -την αμφίρροπη αλήθεια, τη διάσταση ανάμεσα στο ορατό και στο ένστικτο-, μας καταδικάζει σε μια παράσταση-σκιά του έργου, που μόνο του ψηλαφεί στα τυφλά, αδυνατώντας να πιάσει τον σφυγμό του. «Κάτι έσπασε, η κλωστή με τα μαργαριτάρια που οι παλιές μάνες δένουν τους γιους τους λες και είναι κάτι σαν ομφάλιος χώρος», κραυγάζει η Κάθριν. Κάτι σπάει ανεπανόρθωτα και στη φλατ παράσταση που μας παραδίδει ο Παπαγεωργίου. Είναι αυτό το εύθραυστο έργο, ένα σπασμένο μαργαριτάρι.

Info παράστασης:

Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι | έως 12 Απριλίου 2020 | Θέατρο του Νέου Κόσμου