Ομολογώ ότι την Καταλανή πεζογράφο Μερσέ Ροδορέδα δεν τη γνώριζα και ως εκ τούτου δεν είχα διαβάσει κάποιο από τα βιβλία της. Αυτό όμως είναι και ένα από τα πιο όμορφα πράγματα για έναν φανατικό αναγνώστη: η απρόσμενη ανακάλυψη ενός εξαιρετικού συγγραφέα ή βιβλίου που είχε διαφύγει των ραντάρ του έως τότε. Είναι σαν να βρίσκεις ένα ξεχασμένο χαρτονόμισμα στην τσέπη του παντελονιού. Η απόλαυση υπερβαίνει την ονομαστική αξία του χαρτονομίσματος καθώς δίνει την αίσθηση ότι όλα είναι δυνατά.

Η καριέρα της Μέρσε Ροδορέδα έχει καθοριστεί από δύο μυθιστορήματα: αρχικά την Πλατεία Διαμαντιών (1962) στο οποίο η συγγραφέας θίγει μεταξύ άλλων το ζήτημα του Ισπανικού εμφυλίου επιλέγοντας μια πρωτότυπη προσέγγιση επιστρατεύοντας χρήση συμβολισμού και συνειδησιακής ροής και κατόπιν τον Σπασμένο Καθρέφτη (1974) το χρονικό μιας πλούσιας οικογένειας της Βαρκελώνης από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τον εμφύλιο.

Αν το μυθιστόρημα είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, τότε η Ροδορέδα επιλέγει να σπάσει τον καθρέφτη και να αφηγηθεί την ιστορία της μέσα από τα θραύσματα. Η αφήγησή της είναι πολυφωνική αφού κάθε κεφάλαιο (δηλαδή κάθε θραύσμα) εστιάζει και σε διαφορετικούς χαρακτήρες, από την όμορφη Τερέζα, την κυρία του σπιτιού, μέχρι τους φίλους της οικογένειας και το υπηρετικό προσωπικό. Συνεπώς η παρουσίαση των κοινωνικών τάξεων είναι ταυτόχρονα αποσπασματική αλλά και πλήρης, αρκεί κανείς να ενώσει τα κομμάτια του καθρέφτη.

Η γραφή της Ροδορέδα είναι ένα ενδιαφέρον αμάλγαμα: ενίοτε μοντερνιστική, ιμπρεσιονιστική, συμβολική, άλλοτε εμποτισμένη με έναν έντονο λυρισμό και μια νότα γοτθικού παραμυθιού: άλλωστε το σπίτι της οικογένειας στα προάστια της Βαρκελώνης μοιάζει με πύργο και ο κήπος που το περιβάλλει με μαγεμένο δάσος στο οποίο συμβολικό ρόλο παίζει μια δάφνη.

Φαντάσματα κυκλοφορούν σαν σκιές στο ερειπωμένο κτίριο μετά την εγκατάλειψή του στη διάρκεια του εμφυλίου, με την Ροδορέδα να υπογραμμίζει τη συμβολική παρακμή όχι μόνο της ευκατάστατης μεγαλοαστικής οικογένειας αλλά ολόκληρης της ισπανικής αστικής κοινωνίας. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι επιλέγει την οπτική γωνία ενός αρουραίου για το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου: ο αρουραίος που αλωνίζει στον ετοιμόρροπο πύργο λίγο πριν κατεδαφιστεί για να δώσει τη θέση του σε ένα σύγχρονο κτίριο διαμερισμάτων, έρχεται σε ιδανική αντιδιαστολή με τα μεγαλεία που είχε ζήσει η αριστοκρατική αυτή οικία που αποτέλεσε το σπίτι τριών γενεών της οικογένειας Βαλντάουρα και παράλληλα το σκηνικό όλων των κρυφών και μη αμαρτιών που έλαβαν χώρα στη διάρκεια μισού και πλέον αιώνα.

Υπάρχουν και λιγότερο επιτυχημένα – κατά τη γνώμη μου – αποσπάσματα στο μυθιστόρημα: ορισμένες λυρικές περιγραφές δείχνουν επιτηδευμένες και κουραστικές, όμως η Ροδορέδα έχει αυτοπεποίθηση στο ύφος της, μια αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την ωριμότητα και την ικανότητα ενός πολύ καλού συγγραφέα με αυτογνωσία και αντίληψη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Σπασμένος Καθρέφτης παίρνει δικαιωματικά τη θέση του στη λαμπρή ευρωπαϊκή λογοτεχνική παράδοση των οικογενειακών χρονικών.

«Σπασμένος καθρέφτης» της Μερσέ Ροδορέδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη