Στο σπίτι του Πάτρικ Λι Φέρμορ στην Καρδαμύλη υπάρχει μια μαρμάρινη βρύση που έχει χαραγμένη τη φράση «ΧΑΙΡΕ ΠΕΤΡΑ Η ΠΟΤΙΣΑΣΑ ΤΟΥΣ ΔΙΨΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ». Είναι μια φράση από τους Χαιρετισμούς, αφορά τον βράχο που χτύπησε ο Μωυσής με το ραβδί του και ανάβλυσε νερό, μια μεταφορά για όσους διψούν την αληθινή ζωή μέσα στην πνευματική έρημο του κόσμου. Η Καρδαμύλη είναι ο τόπος στον οποίο ρίζωσε, ο γοητευτικός αυτός συγγραφέας, ο τολμηρός και περιπετειώδης ταξιδευτής του κόσμου, μια θρυλική φυσιογνωμία που συνέδεσε τη ζωή του με την Ελλάδα. Στη δεκαετία του ’60 διάλεξε τη Μάνη για «πατρίδα» του και την Καρδαμύλη για να κτίσει το σπίτι του και έζησε σ’ ένα σπίτι που σχεδίασαν μαζί με τη γυναίκα του, την αξέχαστη φωτογράφο Τζόαν Λι Φέρμορ, μέχρι τον θάνατό του.

«Είκοσι δύο χρόνια πριν, όταν ήμασταν οι μόνοι ξένοι στη Μάνη, μπορούσες να κτίσεις πολύ φθηνά. Ήταν όμως πραγματικός άθλος. Ο απόκρημνος κάβος, μας ξεπρόβαλε ανάμεσα σε έναν όρμο και ένα μικροσκοπικό λιμανάκι και επάνω του δεν υπήρχε τίποτα πέρα από ελιές πάνω στις πεζούλες, γαϊδουράγκαθα, ασφόδελους και καμιά χελώνα πότε πότε. Εκεί στήσαμε τις σκηνές μας, στο σημείο ακριβώς που θα καταλάμβανε αργότερα το κεντρικό δωμάτιο. Πέτρες για χτίσιμο υπήρχαν παντού, οι φιλικοί και άριστοι εργάτες ήταν όλοι μα όλοι τους λιθοξόοι», έγραψε για το σπίτι του ο Πάντι, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι του. Σπίτι έργο τέχνης, ανάμεσα στις καυτές πέτρες και τα αγκάθια, τα λιόδεντρα και τα φραγκόσυκα, με βιβλιοθήκες και έργα τέχνης φίλων του συγγραφέα, με έπιπλα απλά, με την πατίνα του χρόνου, με την αύρα της πνευματικότητας αλλά και την ακτινοβολία της πληρότητας, αυτό το σπίτι ο συγγραφέας και η σύζυγός του αποφάσισαν να δωρίσουν στο Μουσείο Μπενάκη, εκφράζοντας την επιθυμία να χρησιμοποιείται για τους σκοπούς του Μουσείου, να φιλοξενεί συγγραφείς και ερευνητές και να είναι πάντα ανοιχτό στο κοινό.

Την ανακαίνιση ανέλαβε το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, και σήμερα η Οικία είναι έτοιμη να λειτουργήσει ως χώρος φιλοξενίας σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων και των τεχνών και ως κέντρο εκπαιδευτικού χαρακτήρα με τη συνεργασία εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της Ελλάδας και του εξωτερικού. Η γνήσια φυσιογνωμία του κτιρίου διατηρήθηκε ακέραιη, η ήρεμη γοητεία της Καρδαμύλης που αποτέλεσε καταφύγιο και πηγή έμπνευσης για αυτόν θα συνεχίσουν να μεταδίδουν ενέργεια και έμπνευση για όσους αποφασίσουν να την επισκεφθούν.

«Η αυλή έξω αποτελεί συνέχεια του δωματίου· από την μπαλκονόπορτα κατεβαίνει κανείς δύο ημικυκλικά σκαλοπάτια και φτάνει σε μια άλλη τετράγωνη αυλή με κεραμικά πλακάκια, που παράχθηκαν σε ένα τοπικό φούρνο μετά από πολλές προσπάθειες. Πέτρινα καθίσματα περιζώνουν τις ελιές και δαχτυλίδια από βότσαλα τις περικλείουν με γιρλάντες, κυματιστά σχέδια, στεφάνια και πλοχμούς· στη συνέχεια, πέρα από μια κρήνη με σελτζουκικές απηχήσεις, η αυλή κλείνει με μια εξέδρα, σαν υπαίθριο χαγιάτι κοντά στην άκρη του γκρεμού· κανείς μπορεί, κατεβαίνοντας δύο ακόμη σκαλοπάτια, να βρεθεί σε έναν ορθογώνιο χώρο με βοτσαλωτό και ένα μεγάλο λίθινο τραπέζι ―κάποτε ήταν το μαρμάρινο φουρούσι ενός μπαλκονιού, αγορασμένο για πενταροδεκάρες από έναν παλιατζή στην Τρίπολη― όπου συνήθως δειπνούμε το καλοκαίρι. Υπάρχουν συστάδες από κυπαρίσσια και στις δύο πλευρές και κοιτάζοντας κανείς από το δωμάτιο, διακρίνει μεταξύ των δέντρων, πάνω από τον όρμο, πέρα από ένα νησάκι, που λες και είναι μέρος θεατρικού σκηνικού, και πέρα από τις κορφές των βράχων, που μοιάζουν με καπελάκια δράκων, όλο τον Μεσσηνιακό κόλπο, όπου ο ήλιος δύει και από μακριά ακούγεται ο βορινός άνεμος καθώς βουίζει μέσα από τα βουνά του Μοριά», γράφει για το σπίτι ο Πάτρικ Λι Φέρμορ.

Το ακίνητο βρίσκεται στην περιοχή Καλαμίτσι της Καρδαμύλης Μεσσηνίας και έχει συνολική επιφάνεια 9 περίπου στρέμματα. Τα πετρόκτιστα κτίσματα που περιλαμβάνει, σχεδιάστηκαν από τον αρχιτέκτονα Νίκο Χατζημιχάλη, σε στενή συνεργασία με τους Leigh Fermor και η κατασκευή τους ολοκληρώθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1960.  Πρόκειται για ένα από τα ωραιότερα ακίνητα στην Ελλάδα. Η άμεση επαφή του με τη θάλασσα -μια στενή πέτρινη σκάλα οδηγεί σε μικρή σχεδόν κρυφή βοτσαλωτή παραλία- τα χαμηλά, διακριτικά, πετρόκτιστα κτίσματα και ο μεσογειακός κήπος που κατεβαίνει ως το νερό, αποτελούν ιδανικό περιβάλλον για συγκέντρωση και δημιουργία. Το ακίνητο περιλαμβάνει μια κύρια κατοικία, ένα κτίσμα που χρησιμοποιούσε ο Leigh Fermor για γραφείο, μια βοηθητική κατοικία και ένα επιπλέον βοηθητικό κτίσμα, που χρησιμοποιούσαν ως ορνιθώνα.

Η λειτουργία της Οικίας Leigh Fermor θα περιλαμβάνει φιλοξενίες εργασίας (fellowships) τιμητικές φιλοξενίες σημαντικών προσωπικοτήτων από τον χώρο των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, τη διοργάνωση δραστηριοτήτων ανώτατου εκπαιδευτικού χαρακτήρα, σε συνεργασία με Πανεπιστήμια και Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της Ελλάδας και του εξωτερικού, εκδηλώσεις εκπαιδευτικού και πολιτιστικού χαρακτήρα για το ευρύ κοινό και τους κατοίκους της Καρδαμύλης και προγραμματισμένες ξεναγήσεις όλο τον χρόνο.

Το πρόγραμμα για φιλοξενίες εργασίας (fellowships) θα γίνει σε συνεργασία με τα ακόλουθα Πανεπιστήμια: Freie Universität (Institut für Griechische und Lateinische Philologie), Princeton University (Stanley J. Seeger ’52 Center of Hellenic Studies), UCLA-University of California Los Angeles (Stavros Niarchos Foundation Center for the Study of Hellenic Culture). Προβλέπονται δύο περίοδοι φιλοξενίας ανά έτος, ένα το φθινόπωρο με διάρκεια 1,5 μήνα και ένα την άνοιξη διάρκειας 2,5 μηνών.

Λίγα λόγια για τον Πάτρικ Λι Φέρμορ

Ο  Βρετανός Πάτρικ Λι Φέρμορ (1915-2011) θεωρείται ο μεγαλύτερος ταξιδιωτικός συγγραφέας της εποχής μας. Οι περιπλανήσεις του ξεκινούν από την ηλικία των 18 ετών, το 1933, όταν αντί να ακολουθήσει τη στρατιωτική σταδιοδρομία για την οποία τον προόριζαν, πέρασε τη Μάγχη και ξεκίνησε να διασχίσει την Ευρώπη με τα πόδια, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Υποκινημένος από την ασίγαστη περιέργειά του για τον κόσμο, πραγματοποίησε αυτό το μυθικό κατόρθωμα, περνώντας από διάφορες δοκιμασίες. Έφτασε στην Κωνσταντινούπολη την Πρωτοχρονιά του 1935. Από εκεί πέρασε στην Ελλάδα, έμεινε στον Άθω και ταξίδεψε στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Στερεά Ελλάδα μαθαίνοντας τα ήθη και τη γλώσσα της χώρας που έμελλε να γίνει δεύτερη πατρίδα του.

Όταν κηρύχθηκε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος επέστρεψε στην Αγγλία και κατατάχθηκε στην Ιρλανδική Φρουρά και στη συνέχεια, λόγω της γνώσης του των ελληνικών, τοποθετήθηκε ως σύνδεσμος-αξιωματικός στον Ελληνικό Στρατό. Με την κατάρρευση του Αλβανικού Μετώπου βρέθηκε στην Κρήτη. Εκεί, μεταμφιεσμένος σε βοσκό, έζησε δύο χρόνια στα βουνά, οργανώνοντας τον αγώνα των ανταρτών. Ηγήθηκε της ομάδας που απήγαγε τον Γερμανό διοικητή, τον στρατηγό Κράιπε. Ο ίδιος δεν είχε ποτέ αναφερθεί στο περιστατικό στα βιβλία του, τα  οποία αγαπήθηκαν από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο. Μεταξύ άλλων εξέδωσε τα βιβλία Μάνη, Ρούμελη, Η εποχή της δωρεάς, Ανάμεσα στα δάση και τα νερά. Μέχρι τον θάνατό του ζούσε στη Μάνη, της οποίας οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στα βιβλία του συγγραφέα Μάνη και Ρούμελη. Ως αναγνώριση της προσφοράς του στον χώρο των Γραμμάτων του απονεμήθηκε ο τίτλος του Ιππότη από τη βασίλισσα της Αγγλίας.