Στις 3 Απριλίου, το Μουσείο Μπενάκη υποδέχεται τον εικαστικό Στέφανο Ρόκο και τους πίνακές του στους οποίους οπτικοποιεί το No More Shall We Part του Nick Cave, δεκαεπτά χρόνια μετά τη γέννηση του τραγουδιού και του άλμπουμ των Bad Seeds.

Από το 2015 ο Στέφανος Ρόκος αποφάσισε να αφοσιωθεί και να οπτικοποιήσει με το δικό του προσωπικό τρόπο την ιδέα που είχε για χρόνια, να δημιουργήσει ένα artbook με τις εικόνες που είχαν σχηματισθεί μέσα του όταν άκουσε τα τραγούδια για πρώτη φορά. Προέκυψαν 14 έργα εμπνευσμένα από τα 12 κομμάτια του και 2 b-sides που συμπεριλαμβάνονται στην limited έκδοση του δίσκου. Μέσω του Jim Sclavunos, ντράμερ των Τhe Bad Seeds και φίλο του ήρθε σε επαφή με τον Nick Cave.

Τη συνάντησή τους περιέγραψε ο Sclavunos ως εξής:

«Καθώς είχα προσωπικά μεσολαβήσει προκειμένου να πάρει ο Στέφανος το πράσινο φως γι’ αυτό το πρότζεκτ, το οποίο μου είχε πρωτοαναφέρει το 2014, η στιγμή αυτή ήταν σημαντική για όλους μας. Και τώρα που η ώρα των αποκαλυπτηρίων είχε πλέον φτάσει, είχε μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρώ από κοντά το γεμάτο χάρη τελετουργικό και τη δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα στους δύο καλλιτέχνες. Ήταν σαν να βλέπω να ξεδιπλώνεται μπροστά μου ένας εξαιρετικά εγκεφαλικός συρτός: αρχικά ο ένας έφερνε βόλτες γύρω από τον άλλον, με αμοιβαίο σεβασμό και ευγένεια, αλλά και κάποιον δισταγμό· έπειτα, αργά και σταδιακά, ήρθαν κοντά, με μεγαλύτερη ζεστασιά, λιγότερη επιφύλαξη, επισημαίνοντας εναλλάξ λεπτομέρειες, ώσπου, στο τέλος, πλάι-πλάι, κοντοστέκονταν μπροστά στους πίνακες ανταλλάσσοντας ιδέες, συμπληρώνοντας ο ένας τις προτάσεις του άλλου».

Όταν ο Nick Cave είδε τη δουλειά του Στέφανου Ρόκου έγραψε:

«Ήταν φοβερό να στέκομαι στο στούντιο και να βλέπω τους πίνακες από κοντά – το μεγαλείο τους, με όλες τις λεπτομέρειές τους και τους τρομακτικούς κενούς χώρους τους. Νιώθω να συνδέομαι μαζί τους στην ουσία τους. Αισθάνομαι ότι είναι πολύ κοντά στον τρόπο με τον οποίο γράφω στίχους – έντονες εκρήξεις μνήμης, εκστατικές λεπτομέρειες, αιφνιδιαστικές ερωτικές εξάρσεις, εσωτερικές εικόνες, σφυρηλάτηση κατεψυγμένων αφηγήσεων που αιωρούνται γύρω από όνειρα, στοιχειωμένα και περίεργα επιβεβαιώνοντας τη ζωή».

Συναντήσαμε τον Στέφανο Ρόκο και καταγράψαμε ένα μουσικό ημερολόγιο της ζωής του:

Οι γονείς μου είναι καλλιτέχνες, ο πατέρας μου είναι γλύπτης και η μητέρα μου χαράκτρια. Το ίδιο και ο αδερφός μου, ο Δημήτρης, εικαστικός, dj, εκδότης και παραγωγός, ιδρυτικό μέλος του Κορμοράνου.

Μεγαλώσαμε σε μια μονοκατοικία στην Αγία Παρασκευή ανάμεσα στα μεγάλα ψυχεδελικά μαρμάρινα, γύψινα και μπρούτζινα γλυπτά του Κυριάκου, στις λεπτεπίλεπτες ασπρόμαυρες ξυλογραφίες της Ρουμπίνας και σε έργα φίλων εικαστικών: τα κεραμεικά της Λένας Βερναρδάκη και της Χαράς Μπαχαρίου, ζωγραφικά έργα του μετέπειτα δασκάλου μου Τριαντάφυλλου Πατρασκίδη και πολλών άλλων, τα οποία βρίσκονταν παντού στα εργαστήρια και στους χώρους του σπιτιού μας. Ήθελα, όταν θα μεγάλωνα, να γίνω “ζωγράφος και χαράκτης”.

Στη δισκοθήκη των γονιών μας υπήρχε κυρίως ελληνική μουσική: Η Ρεζέρβα και τα 10 Χρόνια Κομμάτια του Διονύση Σαββόπουλου, το Ψυχραιμία Παιδιά και τα Μικροαστικά του Λουκιανού Κηλαηδόνη, Μίκης Θεοδωράκης, πολλή ηπειρώτικη μουσική, όλη η δισκογραφία του οικογενειακού μας φίλου Χρήστου Λεοντή, αλλά και του Γερμανού φίλου μας Klaus Hoffmann.

Υπήρχε πάντα η στήριξη των γονιών μας στις επιλογές μας, σε οποιαδήποτε ιδέα, μουσική, παρέα και ανατροπή ερχόταν στο σπίτι, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αισθανόμαστε από μικροί ελεύθεροι.

To 1991 απέκτησα το soundtrack της ταινίας του Wim Wenders Until The End of The World. Ήμουν 14 ετών. Λίγους μόλις μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει το Out of Time των REM, και θυμάμαι το μικρότερο αδερφό μου να μου λέει, ενώ κάναμε ποδήλατο στο δρόμο έξω από το πατρικό μας:

«Άκουσες ένα τραγούδι που λέγεται Losing my Religion με έναν που χορεύει περίεργα»; Με το που είδα το video clip στο MTV αγόρασα το δίσκο, και αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που απέκτησα το soundtrack του Until the End of The World: το Fretless των REM, που δεν συμπεριλαμβανόταν στο δίσκο Out of Time.

Ήξερα κι άλλα συγκροτήματα που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο soundtrack. Τους Depeche Mode και τους U2, που ποτέ δεν με κέρδισαν, τον Lou Reed, την Patti Smith και τον Elvis Costello, κυρίως ονομαστικά, και τη Neneh Cherry, λόγω Buffalo Stance, η οποία συμμετείχε στη συλλογή με ένα εκπληκτικό κομμάτι που πάντα θεωρούσα πρωτοποριακό για την εποχή του, το Move With Me. Από εκεί έμαθα και τους Talking Heads και τον Daniel Lanois.

Ωστόσο, τα δύο τραγούδια που άλλαξαν τη ζωή μου ήταν το The Adversary των Crime & The City Solution και το(I’ll Love you) Till The End of The World κάποιων Nick Cave & The Bad Seeds. Το συγκινητικό ήταν ότι τα δύο αυτά συγκροτήματα είχαν κοινές ρίζες.

Έσπευσα να ρωτήσω το μουσικόφιλο μεγαλύτερης ηλικίας ξάδερφό μου ποιος είναι ο Nick Cave και αν έχει κάποιον δίσκο του να μου δώσει να ακούσω. Μου απάντησε ότι έχει δίσκους του αλλά ότι δεν θα μου τους δώσει, επειδή, όπως προεξοφλούσε, δεν θα μου άρεσαν:

«Είναι πολύ άγριος για σένα και δεν έχει καμία σχέση αυτό το τραγούδι με τα τραγούδια στους δίσκους του».

Είχε εν μέρει δίκιο, έπρεπε όμως να είναι λιγότερο αδιάλλακτος. Εξάλλου, εκείνη την εποχή μόλις είχα ξεκινήσει να ανακαλύπτω τη μουσική που αγάπησα στην πορεία. Είχα καταστρέψει και πετάξει στα σκουπίδια το Forever your Girl της Paula Abdul, για να μην το έχω στη δισκοθήκη μου – όχι όμως και τοTrue Blue της Madonna, ούτε το Περνάω με Κόκκινο του Ανδρέα Μικρούτσικου. Είχα μάθει τους Pink Floyd και άκουγα συνέχεια το Wish You Were Here και το The Wall από τις κασέτες της μητέρας μου. Τους Jethro Tull με το Too Old to Rock n’ Roll too Young to Die και το Aqualang.

Είχα πάει στις πρώτες δύο μου συναυλίες –στη Suzan Vega στο Ρόδον και στον Jerry Lee Lewis στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας– και τσακωνόμουν με τον κολλητό μου στο σχολείο για τους Cure, που έναν περίπου χρόνο νωρίτερα είχαν κυκλοφορήσει το Desintegration. Μου άρεσαν πάρα πολύ και κάποια τραγούδια που είχα μάθει από τον ξάδερφό μου, το Raid Rainκαι το Lay Your Hands On Me του Peter Gabriel, που δεν τον ήξερε κανένας άλλος από τους συμμαθητές μου.

Όφειλα να επιμείνω να μου δώσει τους δίσκους του Nick Cave – και τα κατάφερα.

Θυμάμαι να βρίσκομαι στο σαλόνι με τον αδερφό μου και τον πατέρα μου και να ανοίγω το Tender Prey για να το βάλω στο πικάπ. Είχα τρομερή αγωνία να ακούσω το δεύτερο τραγούδι του Nick Cave στη ζωή μου. Σαν να ήμουν κάπως προετοιμασμένος για μια αποκάλυψη, αλλά δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι υπήρχαν τέτοια τραγούδια, όπως το πρώτο στην πρώτη πλευρά αυτού του δίσκου, το επτάλεπτο καταιγιστικό και μονότονο Mercy Seat. Ξεκινάει περίεργα – με κάτι αλλόκοτους ήχους.

Ο Nick Cave μιλάει με μια τρομακτική φωνή και λέει I’m not afraid to die και μετά ακούγονται τύμπανα και καμπάνες. Για επτά λεπτά μου είχε κοπεί η αναπνοή και αυτό που θυμάμαι ήταν, όταν τελείωσε το τραγούδι, να κοιτάω τον πατέρα μου σαστισμένος, να παίρνω τη βελόνα και να την βάζω να ξαναπαίξει το τραγούδι από την αρχή.

Απέκτησα όλη τη δισκογραφία του Nick Cave μέσα σε λίγες μέρες από το TRUST, το δισκάδικο στην Ακαδημίας, μαζί με τους δίσκους των Birthday Party – ό,τι πιο βίαιο είχα ακούσει μέχρι τότε στη ζωή μου.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Nick Cave κυκλοφόρησε τον επόμενο δίσκο του, το Henry’s Dream και ήταν σε εκείνη την περιοδεία που τον είδα για πρώτη φορά λάιβ, το 1992, στο γήπεδο του Σπόρτιγκ. Καθόμουν στην κερκίδα, γιατί το ίδιο πρωί είχα σπάσει το πόδι μου στο σχολείο παίζοντας μπάσκετ και το είχα βάλει σε γύψο. Ήμουν με τον πατέρα μου, τον αδερφό μου και δύο φίλους, ήξερα όλα τα τραγούδια απέξω, γέλασα που έβρισε έναν από την μπροστινή σειρά, ο οποίος τον έφτυσε και τον είπε βρωμο-Αυστραλό, χάρηκα που δεν έπαιξε το Straight to You, γιατί το θεωρούσα εμπορικό και φλώρικο (τώρα το θεωρώ ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια που έχει γράψει) και ενθουσιάστηκα που κλείνοντας με το New Morning μας αποχαιρέτησε λέγοντας “Thank you Athens, see you next time”.

Tο άλμπουμ No More Shall We Part το απέκτησα την πρώτη μέρα που κυκλοφόρησε, το 2001, στην limited edition με δύο cd και δύο επιπλέον κομμάτια. Είχε μεγάλο αντίκτυπο και επίδραση στην προσωπική μου ζωή, καθώς και στην καλλιτεχνική μου εξέλιξη. Είναι ίσως το άλμπουμ που έχω ακούσει τις περισσότερες φορές στη ζωή μου. Την εποχή εκείνη, προσπαθώντας να σώσω μια σχέση που είχε ήδη καταρρεύσει, ένιωθα να ταυτίζομαι με τις βασικές ιδέες που πραγματεύεται το άλμπουμ, τον Θεό και τον Έρωτα. Οραματιζόμουν για κάθε τραγούδι μια ζωγραφική εικόνα μέσα από την προσωπική μου καλλιτεχνική ματιά και, μέσα στην αφέλειά μου, έναν γάμο με την κοπέλα που αγαπούσα.

«Οραματιζόμουν για κάθε τραγούδι μια ζωγραφική εικόνα μέσα από την προσωπική μου καλλιτεχνική ματιά»

Μαζί της είχα ανακαλύψει το Velvet Goldmine, τους Roxy Music, τους Cockney Rebel, τον Brian Eno, τo Cosmic Dancer των T-Rex. Την ημέρα της συναυλίας του Iggy Pop στο Rock of Gods είχαμε χωρίσει για πρώτη φορά, μαζί πηγαίναμε στις Τρύπες στο Λυκαβηττό χρόνια πριν και με στήριζε στα πρώτα μεγάλα μουσικά αφιερώματα για τον Nick Cave που διοργάνωσα στo Avant Garde, στο Paradise Garage και στο Μπαρ των Ασωμάτων στα τέλη των 90s. Μαζί είδαμε για πρώτη φορά το βίντεο του As I Sat Sadly By Her Side, γι’ αυτό και στο μυαλό μου έπρεπε να ταυτιστεί αυτή η σχέση με τη θεματολογία του No More Shall We Part, ακόμα κι αν στην πραγματικότητα δεν είχε πια καμία προοπτική.

Ως μεταπτυχιακός φοιτητής τότε στο Λονδίνο, είχα επιχειρήσει να μετουσιώσω σε εικόνα το τραγούδι The Sorrowful Wife, κάνοντας μία από τις πρώτες μου ξυλογραφίες. Εκεί πρωτοχάραξα τον εναρκτήριο στίχο του τραγουδιού I married my wife on the day of the eclipse.

Πολλά χρόνια αργότερα, χωρίς φυσικά να έχω καταφέρει να ταυτιστώ με τη συζυγική ζωή που περιγράφει το άλμπουμ, οι εικόνες που είχα πρωτοσκεφτεί για κάθε τραγούδι του δίσκου με ακολουθούσαν ακόμη. Έτσι, αμέσως μετά τα εγκαίνια της τελευταίας μου έκθεσης «Η Εποχή του Ηλεκτρισμού», αποφάσισα ότι θα αφιέρωνα όλη μου την καλλιτεχνική δραστηριότητα προκειμένου να υλοποιήσω αυτό το project.

Η πορεία του Nick Cave από την εποχή των Boys Next Door μέχρι σήμερα δείχνει έναν καλλιτέχνη που έμεινε σταθερός στους στόχους του σε όλες τις φάσεις της ζωής του και με γνώμονα την τέχνη του ωρίμασε και εξελίχθηκε φυσικά και οργανικά χωρίς να χάσει καμία στιγμή το προσωπικό του στίγμα και την επαφή του με την εποχή.

Εξακολουθώ και ακούω τη δισκογραφία του και ανατρέχω πολύ συχνά σε αυτήν για να βρίσκω λύσεις σε πολλά θέματα, ερωτήματα και προβληματισμούς μου. Συνεχίζω και παρακολουθώ πολύ στενά τη δουλειά του σε κάθε τομέα και παρατηρώ τις αλλαγές στον τρόπο γραφής του ή στις συνθέσεις του, εμπνεόμενος ολοένα και περισσότερο από τον τρόπο που προσεγγίζει τα θέματα που τον απασχολούν και που τα αποτυπώνει στο έργο του.

Tο περίεργο είναι ότι για τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη αισθανόμουν από 13 χρονών μια ιδιαίτερη, αδικαιολόγητη οικειότητα και ένα δέος, τα οποία εξακολουθώ να αισθάνομαι και σήμερα, στα 42 μου, μόνο που τώρα η οικειότητα είναι δικαιολογημένη και το δέος αμείωτο.

Info έκθεσης:

Stefanos Rokos: Nick Cave & The Bad Seeds’ No More Shall We Part, 14 paintings 17 years later | Από 3 Απριλίου έως 19 Μαΐου 2019 | Μουσείο Μπενάκη, Πειραιώς 138