Ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, λίγο πριν τη διεύθυνση της ακραία απαιτητικής Β’ Πράξης του Τριστάνος και Ιζόλδη, μιλά για την πορεία της Ορχήστρας τα τελευταία χρόνια, τους Κύκλους που ανοίγονται και αυτούς που κλείνουν, αλλά και την επαφή του με το έργο του Ρίχαρντ Βάγκνερ:

Ο φετινός προγραμματισμός της ΚΟΑ διέπεται από το δραματουργικό νήμα των Ηρώων, τόσο παραπέμποντας στην επέτειο 200 χρόνων από την επανάσταση, όσο και στους συνθέτες που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους, όπως έχετε πει. Μεσούσης της καλλιτεχνικής περιόδου, θεωρείτε ότι οι συναυλίες της ΚΟΑ έχουν καταφέρει να αναδείξουν αυτό το ηρωικό στοιχείο;

Νομίζω πως ναι. Έχουμε αναδείξει – και συνεχίζουμε – με τρόπο ανάγλυφο, έργα συνθετών, τα οποία ήταν για την εποχή τους ριζοσπαστικά και επαναστατικά. Προσωπικά, θεωρώ ότι υπήρξαν κάποιοι συνθέτες που ήταν πιο ρηξικέλευθοι από άλλους. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στις συγκυρίες της εποχής τους, δηλαδή στο ότι ήταν ώριμες οι συνθήκες για αλλαγές, αλλά και στο ότι οι ίδιοι ως χαρακτήρες ήταν ιδιαίτερα ανατρεπτικοί. Τέτοια παραδείγματα είναι τόσο ο Μπετόβεν όσο και ο Βάγκνερ. Ο δεύτερος ήταν αναμφίβολα επαναστάτης και στη ζωή του, πολέμησε στη Δρέσδη το 1849, σε μία αστική επανάσταση ενάντια στο φεουδαρχικό κατεστημένο. Τον κυνηγούσε η αστυνομία, εξορίστηκε από το βασίλειο της Σαξονίας στην Ελβετία. Ήταν επαναστάτης και ασυμβίβαστος σε κάθε πτυχή του βίου, αλλά και ως μουσικός. Άλλαξε τον ρου της μουσικής ιστορίας, είναι άλλωστε ο μόνος συνθέτης που κατόρθωσε να χτιστεί θέατρο για να παίζονται τα έργα του, το θρυλικό Μπαϊρόιτ.

Το 2019 ήταν Έτος Σκαλκώτα, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε και το πρώτο CD της ΚΟΑ με έργα του, από την έγκριτη Naxos. Είναι γνωστό ότι θεωρείτε χρέος της Ορχήστρας την ανάδειξη του έργου του μέγιστου αυτού Έλληνα συνθέτη. Πώς αισθάνεστε μετά από όλες αυτές τις δράσεις, ο σκοπός επετεύχθη θα λέγατε;

Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο. Έχουν ήδη γίνει δύο ηχογραφήσεις έργων του, η πρώτη κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες, όπως είπατε, με ένα έργο – την Κλασική Συμφωνία –  σε πρώτη παγκόσμια «εμπορική» εκτέλεση. Η δεύτερη ακολουθεί, έως το τέλος του 2020. Είμαι πάρα πολύ ικανοποιημένος, θεωρώ ότι οι ηχογραφήσεις είναι επιτυχημένες και ελπίζω να έχει την ανάλογη ανταπόκριση και στο αγοραστικό κοινό.

Πλησιάζουμε επίσης και στην ολοκλήρωση του – ιδιαίτερα φιλόδοξου – Κύκλου Μάλερ, με την Ορχήστρα να έχει παρουσιάσει μέσα σε μία πενταετία ολόκληρο το συμφωνικό του έργο. Πώς νιώθετε, όντας κοντά στην ολοκλήρωση του εγχειρήματος;

Το συμφωνικό έργο του Μάλερ αποτελεί πλέον πυρήνα του ρεπερτορίου της ΚΟΑ. Όταν έχεις μπροστά σου κάποιο ακραία απαιτητικό σχέδιο, ξέρετε, υπάρχουν δύο δρόμοι: είτε καταθέτεις τα όπλα, είτε γίνεσαι καλύτερος ώστε να ανταπεξέλθεις. Πιστεύω ότι πετύχαμε το δεύτερο. Η τελευταία συναυλία, η παρουσίαση δηλαδή της Πρώτης Συμφωνίας υπό τον Κρίστοφ Έσενμπαχ στις 29 Ιανουαρίου, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν η κορύφωση, αλλά έπεται φυσικά και η Συμφωνία των Χιλίων.

Εσείς θα διευθύνετε την τελευταία συναυλία του Κύκλου, με την ακραία απαιτητική Συμφωνία των Χιλίων. Πώς θα προσεγγίσετε αυτή την πρόκληση;

Πρώτον, ο συντονισμός 400 και πλέον μουσικών είναι σίγουρα μία πρόκληση που δεν συναντά κάποιος καθημερινά. Με το έργο αυτό και ο Μάλερ είναι ήρωας, γιατί σπάει όλα τα όρια. Γενικώς είναι ήρωας γιατί θυσίασε τη ζωή του για τα πιστεύω του. Η κράση του ήταν αδύναμη, πέθανε από καρδιά, ήταν ένας άνθρωπος υπερευσυγκίνητος, αγχωτικός και νευρωτικός, ουσιαστικά αν έκανε πιο ήρεμη ζωή, είμαι σίγουρος ότι θα ζούσε περισσότερο. Άρα θυσίασε ακόμα και τον εαυτό του, ήταν σαφώς ήρωας. Η μεγαλύτερη πρόκληση, λοιπόν της Συμφωνίας των χιλίων είναι ο συντονισμός και η ισορροπία μεταξύ 300 χορωδών και 120 μουσικών, αυτού του τεράστιου όγκου ανθρώπων. Πέραν του καθαρά τεχνικού σκέλους, όμως, είναι εξαιρετικά σημαντικό να αναδειχθούν οι ιδιαίτερα λεπτές πτυχές αυτού του έργου. Δεν πρέπει λοιπόν ο μεγάλος όγκος συντελεστών να επισκιάσει την υψηλή ποιότητα, αλλά αντίθετα θα πρέπει να αναδειχθούν όλες αυτές οι λεπτές αποχρώσεις. Αυτό απαιτεί από την πλευρά του αρχιμουσικού ενδελεχή μελέτη της παρτιτούρας. Θα ζητήσω λοιπόν από τους συντελεστές διαφάνεια και ανάδειξη όλων των πτυχών αυτής της Συμφωνίας.

Επιλέξατε επίσης να διευθύνετε τη συναυλία της 21ης Φεβρουαρίου, τη Β’ Πράξη του Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ, σε μορφή κοντσερτάντε. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στη συγκεκριμένη σύνθεση;

Μετά την περσινή επιτυχία της Τόσκα, θέλουμε να εντάσσουμε κάθε χρόνο μία όπερα σε μορφή κοντσερτάντε. Φέτος, θα ερμηνεύσουμε τον Τριστάνο και την Ιζόλδη του Βάγκνερ. Δεν μπορούμε δυστυχώς να παίξουμε τις έξι ώρες όλου του μουσικού δράματος, γι’ αυτό θα ερμηνεύσουμε μόνο τη δεύτερη πράξη, η οποία όμως είναι η πεμπτουσία του βαγκνερικού έργου, όπου εκφράζεται η – με καταβολές από Νίτσε και Σοπενάουερ – πεποίθηση ότι η εκπλήρωση του έρωτα μπορεί να υπάρξει μόνο στον θάνατο. Μην ξεχνάτε ότι εργαζόμαστε σε ρυθμούς εβδομάδας, το πολύ δύο εβδομάδων. Αν επιλέγαμε να παρουσιάσουμε το σύνολο του μουσικού δράματος, θα απαιτούνταν πρόβες τουλάχιστον ενός μήνα. Επίσης, θεωρώ ότι έξι ώρες μουσικής χωρίς σκηνική δράση, θα ήταν κάτι το κουραστικό. Να υπενθυμίσω ότι πολλές Ορχήστρες του εξωτερικού παίζουν τη Β’ Πράξη, καθώς είναι η πιο συμφωνική από τις τρεις, είναι η Πράξη με τις πιο μεγάλες αντιθέσεις και κεντρικό της σημείο είναι το εμβληματικό ερωτικό ντουέτο μεταξύ του Τριστάνου και της Ιζόλδης, το οποίο διαρκεί 40 λεπτά. Η Β’ Πράξη έχει τόσο στο μουσικό όσο και στο φιλοσοφικό επίπεδο τεράστια βαρύτητα. Χωρίς υπερβολή, αυτή η Πράξη άλλαξε τον ρου της μουσικής ιστορίας. Προσωπικά, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι υπάρχει ένα κοινό στην Αθήνα το οποίο δεν έχει συχνά την ευκαιρία να ακούει ζωντανά έργα αυτού του ρεπερτορίου.

Θα μοιραστείτε μαζί μας τις στιγμές της πρώτης σας γνωριμίας με τον Βάγκνερ; Ποια τα συναισθήματά σας;

Για αρκετό καιρό, δεν κατανοούσα τη μουσική του. Τα πιο νεανικά του έργα, όπως ο Ιπτάμενος Ολλανδός ή ο Λόενγκριν, είναι έργα σαφώς πιο κατανοητά καθώς η αρμονική τους γλώσσα είναι πολύ πιο κοντά σε άλλους συνθέτες της εποχής, όπως ο Μπετόβεν, ο Σούμαν ή ο Βέμπερ. Την πρώτη φορά που άκουσα τον Τριστάνο, δεν σχημάτισα κάποια ιδιαίτερη εντύπωση. Η δεύτερη όμως φορά ήταν στο Μπαϊρόιτ κι αυτή υπήρξε μία εμπειρία κλειδί για μένα. Στα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε μία τρομακτική διαμάχη μεταξύ των οπαδών του Βάγκνερ και του Μπραμς. Τότε, ήταν απαγορευμένο σε σπουδαστές των Μουσικών Ακαδημιών του Βερολίνου να ακούσουν Βάγκνερ, διότι θεωρούνταν ότι η μουσική του τους διέφθειρε. Αυτό οφειλόταν στο ότι είχε μία καλυμμένη, αλλά έντονη ερωτική διάθεση. Δεν μπορώ λοιπόν να σας το περιγράψω, αλλά στο Μπαϊρόιτ, εκείνη τη φορά, αισθάνθηκα ότι έχει μία απίστευτα σαγηνευτική δύναμη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Βάγκνερ διχάζει ακόμη και σήμερα τους μουσικόφιλους, αλλά και συνολικά τους φιλότεχνους. Κανείς δεν αμφισβητεί, για παράδειγμα, τον Μπετόβεν ή τον Μπαχ. Ο Βάγκνερ όμως σε όλα τα επίπεδα – χωρίς κανείς να αμφισβητεί ότι είναι μέγιστος συνθέτης βέβαια – έχει φανατικούς φίλους και φανατικούς πολέμιους. Εκεί εντάσσεται φυσικά και η συζήτηση για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, καθώς πολλοί τον θεωρούν πρόδρομο του ναζισμού, επειδή είχε γράψει και το φυλλάδιο περί εβραϊσμού στη μουσική. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ήταν επίσης φίλος του Μπακούνιν, είχε επηρεαστεί από τους πρώιμους, ουτοπικούς σοσιαλιστές, όπως ο Προυντόν, είχε λάβει μέρος στην αστική επανάσταση εναντίον της παλινόρθωσης, ότι ήθελε η μουσική του να αγγίξει και την εργατική τάξη. Ο Βάγκνερ, είναι λοιπόν ένα τόσο πολυδιάστατο και αντιφατικό πνεύμα που δεν χωρά ταμπέλες πιστεύω. Και οι εθνικοσοσιαλιστές τον σφετερίστηκαν και οι αναρχικοί και αριστεροί. Κατά τη γνώμη μου, είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο στη φιλοσοφία και τις τέχνες του 19ου αιώνα.

Info συναυλίας

Τριστάνος και Ιζόλδη, Β’ Πράξη | Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2020 | Μέγαρο Μουσικής Αθηνών