Πού ακριβώς βρισκόμαστε λοιπόν τώρα; Ο Σεπτέμβρης πέρασε ήδη τα μισά του, κι όσο κι αν η θερμοκρασία πρόλαβε στο μεταξύ να ανέβει πολύ ξανά, οι πρώτες φθινοπωρινές του μέρες βοήθησαν να μπούμε στο κλίμα. Σαν να βιαζόταν το φθινόπωρο να μπει, για να προλάβει ό,τι προλάβει, για να προλάβει για όσο να μας επαναφέρει σε μια συνθήκη φυσιολογικότητας απολεσμένης εδώ και πολύ καιρό.

Και ενώ το καλοκαίρι πάντα θα κερδίζει κάθε διαγωνισμό δημοφιλίας, μάλλον φέτος υποδεχτήκαμε την έλευση του φθινοπώρου με ανομολόγητα ανοικτές ψυχικές αγκάλες, αφενός γιατί ο Αύγουστος με τις πυρκαγιές μάς μαύρισε την ήδη κατάμαυρη από την πανδημία καρδιά και αφετέρου γιατί μας έχει λείψει το να είμαστε εντός μιας πόλης, μιας κοινωνίας, μιας ζωής, που είναι ανοικτή και λειτουργεί και δεν παραμένει κλειστή.

Αλλά πού ακριβώς βρισκόμαστε τώρα; Βρισκόμαστε επιτέλους σε ένα μετά ή βρισκόμαστε σε ένα ακόμη μεσοδιάστημα; Θα μας «ξανακλείσουν»; Ίσως μια σχετικά ασφαλής πρόβλεψη είναι ότι φέτος δεν θα έχουμε τη δριμύτητα του προηγούμενου λοκντάουν. Ότι αν έχουμε κάτι θα είναι πιο περιορισμένο, τόσο από πλευράς διάρκειας, όσο και από πλευράς εύρους απαγορεύσεων.

Από την άλλη μπορούν κάλλιστα και απαγορεύσεις πιο ήπιες, όπως αυτές της απαγόρευσης μεταμεσονύκτιας κυκλοφορίας ή της μουσικής στα καταστήματα, που ήδη εφαρμόζονται σε διάφορες Περιφέρειες της χώρας, να προξενήσουν την πιο ατόφια απελπισία ή το πιο αυθεντικό σήκωμα των χεριών ψηλά, την πιο αυθεντική παραίτηση από την προσπάθεια να πειστείς πως ό,τι αποφασίζεται έχει ως βάση του τα επιστημονικά δεδομένα και μόνο και δεν είναι χοντροκομμένη άσκηση εξουσίας ή στο καλύτερο σενάριο τεμπέλικη άσκηση εξουσίας, εξίσου ισοπεδωτική πάντως και στο ένα και στο άλλο σενάριο.

Photo: ©Nick Fewings, Unsplash

Μπορεί βέβαια βάσιμα να επιχειρηματολογήσει κανείς, ότι είτε σε ένα μετά βρισκόμαστε είτε σε μεσοδιάστημα, δεν έχουμε επιστρέψει στην προ πανδημίας συνθήκη, ότι υπάρχει διαρκής απαίτηση για τεστ, ότι οι ανεμβολίαστοι υφίστανται ένα σωρό κυρώσεις και εμπόδια. Αλλά ενώ ξέρω, ότι βολεύει να υπάρχει πάντα ένας κακός που η εξουσία θα δείχνει με το δάκτυλο και θα ρίχνει όλη την ευθύνη πάνω του, αλλά ενώ πιστεύω ότι ο ανθρώπινος φόβος θα έπρεπε να είναι σεβαστός και όχι διωκόμενος, ταυτόχρονα, όσο κι αν έχω προσπαθήσει, δεν έχω καταφέρει να βρω σημεία επαφής με το σκεπτικό των ανθρώπων που αρνούνται τόσο σθεναρά ή που τρέμουν τόσο πολύ τον εμβολιασμό. Μέσα σε όλα αυτά δεν είναι και η πιο παράλογη είδηση των ημερών, για την ακρίβεια μπορεί να είναι και μία από τις λιγότερο παράλογες ειδήσεις των ημερών, η είδηση ότι ηλικιωμένος άντρας στη Λαμία έβγαλε την καραμπίνα του και άρχισε να πυροβολεί τον Θεό επειδή κόλλησε κορωνοϊό.

Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και με τις διακρίσεις κατά των ανεμβολίαστων, ακόμη και με τα περιστασιακά πιστολίδια προς τον ουρανό, νομίζω η απάντηση στο ερώτημα πού ακριβώς βρισκόμαστε τώρα, είναι ότι βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο που προσπαθούμε να βγάλουμε τελείως απ’ το μυαλό μας το αν ο φετινός χειμώνας θα είναι έτσι ή αλλιώς.

Κάνουμε όχι σαν όλα να έχουν τελειώσει, αλλά σαν να είναι ένα κακό όνειρο απ’ το οποίο δεν θέλουμε να τσιμπηθούμε για να δούμε αν όντως ξυπνήσαμε πια ή βρισκόμαστε ακόμα μέσα του. Δεν προλαβαίνουμε άλλωστε να τσιμπηθούμε· τρέχουμε. Ελάχιστα πριν το πρώτο λοκντάουν το «Άκοπο Διαμάντι» των αδελφών Σάφντι, μας παρουσίασε στον ρόλο που υποδυόταν ο Άνταμ Σάντλερ τον ανθρωπότυπο μιας εποχής, έναν άνθρωπο σε διαρκές τρέξιμο, σε διαρκή κινητικότητα, σε διαρκή εκκρεμότητα, σε πολυδιάσπαση, σε multitasking, έναν άνθρωπο που έπρεπε να κρατάει συνέχεια δέκα μπάλες στον αέρα σαν υπαρξιακός ζογκλέρ. Και μετά ήρθαν τα κλεισίματα. Και καταλάβαμε μάλλον ότι υπάρχει κάτι χειρότερο απ’ το να τρέχεις: το να σου απαγορεύεται να κινηθείς, το να πρέπει να τρέξεις όντας ταυτόχρονα καθηλωμένος.

Photo: ©Providence Doucet, Unsplash

Όπως στις γιορτές και τα καλοκαίρια προσποιούμαστε όλοι ότι γιορτάζουμε το ίδιο ή ξεκουραζόμαστε το ίδιο, έτσι και στις αρχές κάθε φθινοπώρου προσποιούμαστε όλοι ότι ξαναμπαίνουμε στους ρυθμούς μας. Μερικών όμως ο ρυθμός είναι πάντα ξεκούρδιστος, μερικών ο ρυθμός δεν μπόρεσε ποτέ να συντονιστεί στον ρυθμό της καθημερινότητας. Ένας όχι και τόσο παλιός αθλητής και είδωλο πολλών, ο μπασκετμπολίστας Δημήτρης Παπανικολάου, ομολογεί με παρρησία ότι έχει Άσπεργκερ, μερικοί από εμάς δεν μπορούμε να ομολογήσουμε ούτε στον εαυτό μας ότι η αδυναμία συντονισμού με τον κοινό ρυθμό κρύβει άλλα θέματα. Παρατηρούμε τη ζωή να κυλάει, τους ανθρώπους να τρέχουν και να μη φτάνουν, αλλά σαφώς και να φτάνουν κάπου, πάντα φτάνει κάπου εκείνος που αγωνίζεται, ακόμα κι αν δεν φτάνει στο σημείο για το οποίο ξεκίνησε.

Ο γιος μου παίζει σε μια ομάδα μπάσκετ. Πέρσι λόγω της πανδημίας δεν πήγε. Φέτος τα παιδιά της ομάδας είναι όλα τρία κεφάλια ψηλότερα. Μέσα απ’ αυτά τα θαύματα κυλάει η ζωή, αυτά τα θαύματα είναι η ζωή, δεν ξέρω τι σώσαμε πέρσι ως κοινωνία, στερηθήκαμε όμως το να δούμε αυτά τα τρία κεφάλια να μεγαλώνουν, άλλοτε από μήνα σε μήνα, άλλοτε από βδομάδα σε βδομάδα, άλλοτε από μέρα σε μέρα, κυρίως στερήσαμε από τα παιδιά το δικαίωμα να μεγαλώσουν ένα χρόνο μαζί με τους συμμαθητές τους, τους συναθλητές τους, τις μικροκοινωνίες τους. Aν θα τους το στερήσουμε και φέτος, θα εξαρτηθεί από την πορεία του ιού, ναι, αλλά και από αποφάσεις πολιτικών, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, από αποφάσεις που όσο περισσότερο μιλούν στο όνομα του κοινού συμφέροντος, του κοινού καλού και της κοινής λογικής, τόσο περισσότερο μοιάζει να υπακούν σε μια λογική πιο αυτονομημένη, πιο αυτάρκη, πιο αυτόματου πιλότου, πιο πέραν του δικού μας ελέγχου, της δικής μας δύναμης, του δικού μας λόγου.

Cover photo: ©Forest Simon, Unsplash