Βρίσκομαι στην κουζίνα του σπιτιού. Ανοιχτά τα παράθυρα. Βγαίνω έξω και όλοι οι δρόμοι έρημοι. Κοιτάζω απέναντι στο μπαλκόνι και ένα μικρό χέρι με ένα μπλε μπαλόνι ατενίζει προς τον ουρανό. Μου χαμογελάει  και ανταποδίδω. Μια μυρωδιά Ελλάδας έρχεται από το μπαλκόνι του. Μια μυρωδιά θαλασσινής αύρας. Γαύρος τηγανιτός. Χταποδάκι στη σχάρα. Βγαίνει και η μαμά του και με ένα ποτήρι μπύρας στο χέρι αφήνει στο τραπέζι τη χάρτινη σακούλα της Wolt και μου γνέφει. Το αγόρι δένει ένα μικρό χάρτινο καράβι στο κορδόνι του μπλε μπαλονιού και το αφήνει να φύγει. Τον ακούω που του φωνάζει «Φιλιά στη γιαγιά» και το αποχαιρετάει.

Αρπάζω το άλμπουμ με τις φωτογραφίες που εκτύπωσα από τη χρονιά που μας πέρασε. Κάθομαι στην πολυθρόνα που έχω βγάλει από προχθές στο μπλακόνι, όταν ζέστανε λίγο ο καιρός και το ξεφυλλίζω. Μια μυρωδιά γνωστή αλλά αδιευκρίνιστη με πλησιάζει, από κάτω αυτή τη φορά. Κοιτάζω το ρολόι. Η ώρα είναι μόλις 13.00. Σηκώνομαι και πλησιάζω τα κάγκελα και γέρνω το κεφάλι προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Το μηχανάκι της Wolt παραδίδει στη Μαρία που μένει δίπλα και μου μαθαίνει Ισπανικά τα τελευταία δύο χρόνια, ένα κουτί. Τι έχει μέσα, της φωνάζω. Είχα μια λιγούρα για churros με ζάχαρη αλλά και κανέλα, μου απαντάει. Θα σου κρατήσω μερικά μου φωνάζει και μου κλείνει το μάτι. Δένει ένα χάρτινο καράβι στο μπλε μπαλόνι, σκύβει και του λέει «Φιλιά στον Χουάν» και ένα ακόμη μπλε μπαλόνι ανεβαίνει προς τον ουρανό.

Ξανακάθομαι στην πολυθρόνα. Ξεφυλλίζω το άλμπουμ μου. Νάπολη με τον Daniel και τη Μαριάνα. Aγκαλιασμένοι. Μόλις είχαμε φθάσει και αμέσως είχαμε τρέξει στον Claudio που χρόνια τώρα διατηρεί με την οικογένειά του εκείνο το μικρό ιταλικό γαστριμαργικό παράδεισο. pizza Μargarita με φρέσκια σάλτσα ντομάτας και mocharella και μία pizza Napoli με αντζούγιες και ρίγανη. Όλες με λεπτή τραγανή ζύμη. Πόσο αλήθεια αγαπώ την ιταλική κουζίνα. Σκέφτομαι μία από τις αγαπημένες μου σκηνές στο “Eat, Pray, Love” τη Τζούλια Ρόμπερτς να απολαμβάνει σχεδόν ηδονιστικά ένα πιάτο spaghetti σε μια παραδοσιακή trattoria.

Συνεχίζω με μια νοσταλγική διάθεση το φωτογραφικό μου ταξίδι. Στις επόμενες σελίδες, ξεδιπλώνεται το ταξίδι μας στο Τόκιο πριν από μερικούς μήνες για να επισκεφθούμε τον Κώστα που τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου σε μεγάλο αρχιτεκτονικό γραφείο. Εκεί ήταν που ανακαλύψαμε την ιαπωνική κουζίνα που τα τελευταία χρόνια έχει εκλαϊκευτεί και έχει μετατραπεί σε μια comfort και casual κουζίνα μετά τις δυτικές προσμίξεις. Το αγαπημένο ράμεν, ο πλούσιος ζωμός που μαγειρεύεται για ώρες με φρέσκα, λαχταριστά σταρένια νούντλς και έντονα καρυκεύματα, τα γκιόζα, τα αφράτα και τραγανά πιτάκια με χοιρινό, κοτόπουλο ή γαρίδες, τα tempura, τα πιο αέρινα τηγανιτά στον κόσμο που έχουν αναχθεί σε υψηλή τέχνη, μερικές μόνο από τις μεγάλες μας γαστρονομικές μυήσεις.

Στο ναό Wat Phra Kaew με ένα καπέλο ψάθινο να φωτογραφίζω τον σμαραγδένιο Βούδα και μετά στην παραδοσιακή αγορά Chatuchak ανάμεσα σε αντίκες και χρωματιστούς ανθρώπους, οι φωτογραφίες που θα μου θυμίσουν το ταξίδι που κάναμε με την ομάδα φωτογραφίας που συμμετείχα. Και πόσο ευτυχής φαίνομαι στη φωτογραφία όταν γεύομαι τα πιάτα της ταϊλανδέζικης κουζίνας: το Tom Yam Kung, τον πικάντικο ζωμό με λεμόνι και φρέσκες γαρίδες, ή το Phat Thai, τα noodles ρυζιού σοταρισμένα με κοτόπουλο, λαχανικά και γαρίδες. Μυστικιστικά και εξωτικά πιάτα. Εκεί ήταν που γνώρισα και την Άλις που ζει στη Νέα Υόρκη. Στην τελευταία μας επικοινωνία ήταν και εκείνη κλεισμένη με τον Μαρκ στο σπίτι τους. Δούλευαν διαδικτυακά πλέον. Στις στιγμές χαλάρωσης, ανάμεσα στα burger και τους καφέδες τους, μου τηλεφωνούσαν για να μοιραστούμε μια ακόμη ιστορία καραντίνας, ένα ακόμη ανέκδοτο για τον Τράμπ ή ένα τσιτάτο της Ellen (DeGeneres) που πλέον κάνει εκπομπές από το σπίτι της. Είναι η αγαπημένη μου στιγμή.

Κλείνω το βιβλίο των φωτογραφιών μου. Ανοίγω την οθόνη του laptop και περιηγούμαι στις σελίδες διαφόρων ειδησεογραφικών πρακτορείων. Εικόνες από τις κενές πόλεις- φαντάσματα γεμίζουν την οθόνη. Τις ίδιες εκείνες πόλεις που κάποτε στους δρόμους τους αμέριμνοι περπατούσαμε, αγκαλιασμένοι με τους φίλους μας.

Δεν θα με νικήσεις, σκέφτομαι. Πληκτρολογώ wolt.gr και αρχίζω να περιηγούμαι στις σελίδες των κουζινών του κόσμου. Γεύσεις που η Wolt μπορεί να φέρει μέσα στο σπίτι. Γιατί πολύ απλά, συνεργαζόμενη με περισσότερα από 700 εστιατόρια που συνεχώς αυξάνουν τον αριθμό τους (μεταξύ τους και τα Tamarind, Lollo’s Atene, Pax Burgers, Hachiko Sushi Tales & Cocktails, Chilangos, Mama Tierra), έχει καταφέρει να συγκεντρώσει τα καλύτερα της πόλης – όλα εκείνα τα όμορφα ιταλικά bistro, τις πιο “hot” αφίξεις, ταϊλανδέζικες και μεξικάνικες ή τις μικρές talk of the town αγαπημένες γωνιές για καφέ, σοκολάτα και παγωτό που άνοιξαν αυλαία τον τελευταίο καιρό στο κέντρο της Αθήνας.

Ολοκλήρωσα την παραγγελία μου. Αν και οι δυό μας μόνο στο σπίτι, η παραγγελία πλούσια. Είχα ανάγκη να συνδεθώ. Να επικοινωνήσω. Σε λίγα μόλις λεπτά η μυρωδιά ολόκληρου του κόσμου βρισκόταν στην είσοδο της πολυκατοικίας. Χτυπάει το κουδούνι. Βγαίνω στο μπαλκόνι και τους ευχαριστώ. Τα αφήνουν στην είσοδο και κατεβαίνω να τα πάρω. Ανεβαίνω πάλι στο σπίτι και βγαίνω στο μπαλκόνι. Τα μπλε μπαλόνια μου έχουν ξεκινήσει το δικό μου ταξίδι. «Ciao Claudio, Kisses Αλις, Wa-ngai Ταϊλάνδη, Γεια σου όμορφη Ελλάδα» ψιθυρίζω. Ο ουρανός μου έχει γεμίσει μπλε μπαλόνια.

Η Wolt μας φέρνει κάθε μέρα πιο κοντά με την ίδια την οικογένεια και τους ανθρώπους που αγαπάμε, τους διπλανούς μας και τους φίλους σε όποιο μέρος της Αθήνας και αν βρίσκονται.

Θα βρεθούμε ξανά, σκέφτομαι μέσα μου και ανοίγω το μπλε κουτί της Wolt. Στο πιάτο μου ο κόσμος όλος. 

Βρείτε την εφαρμογή στο AppStore, στο Google Play και παραγγείλτε online στη wolt.gr

Ακολουθήστε τις σελίδες της πλατφόρμας στο Facebook και στο instagram για να μαθαίνετε πρώτοι τα νέα της