Έχοντας, εκτός από το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ, σαρώσει και όποιο άλλο βραβείο του αντιστοιχούσε στην πιάτσα, μη εξαιρουμένου αυτού στις περσινές Νύχτες Πρεμιέρας, το «Ψάχνοντας τον Sugarman» του Μαλίκ Μπεντζελούλ είναι μια ταινία όπου ένας Σουηδός σκηνοθέτης καταγράφει την –πολύ απίστευτη για να είναι αληθινή, κι όμως αληθινή– ιστορία της αναζήτησης δύο Νοτιοαφρικάνων θαυμαστών ενός Αμερικάνου μεξικανικής καταγωγής ροκ σταρ, που όμως δεν υπήρξε ποτέ σταρ στην πατρίδα του. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, ο Ροντρίγκεζ ανακαλύφθηκε από δύο σημαντικούς μουσικούς παραγωγούς να παίζει μουσική σε ένα μπαρ υποβαθμισμένης περιοχής στο Ντιτρόιτ, υπέγραψε με σημαντική δισκογραφική εταιρεία κι έβγαλε δύο άλμπουμ, το «Cold Fact» το 1970 και το «Coming From Reality» το 1971. Τρίτο δεν πρόλαβε να το βγάλει, μολονότι το δούλευε και βρισκόταν στη μέση του, επειδή ακριβώς τα δύο πρώτα πήγαν άπατα. Στην ασφυκτικά περίκλειστη και απομονωμένη Νότια Αφρική του απαρτχάιντ όμως, ο θρύλος λέει πως μια κοπέλα έφερε μια κασέτα να ακούσει και από στόμα σε στόμα τα τραγούδια του άρχισαν να γνωρίζουν τρελή επιτυχία. Και μάλιστα, επειδή μερικά τραγούδια του είχαν πολιτικό περιεχόμενο απέκτησε και χαρακτήρα συμβόλου. Εντελώς άγνωστος στην πατρίδα του, εντελώς αστέρι στη Νότια Αφρική. Δύο παράλληλες άγνοιες: η άγνοια του ίδιου για το στάτους που είχε στη Νότια Αφρική και η άγνοια των Νοτιοαφρικάνων για το ότι ήταν ακόμα εν ζωή. Είχε κυκλοφορήσει εκεί η φήμη ότι σταμάτησε να βγάζει δίσκους επειδή είχε αυτοκτονήσει μεγαλοπρεπώς σε κάποια συναυλία του μπροστά στο κοινό του. Όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’90 δύο θαυμαστές αρχίζουν να προσπαθούν να εντοπίσουν πώς ακριβώς πέθανε και σε ποιον πηγαίνουν τα χρήματα από τη δουλειά του που εξακολουθούσε μετά την κυκλοφορία της σε cd να πουλάει τρελά, ανακαλύπτουν πως ο Ροντρίγκεζ δεν έχει πεθάνει. Ζούσε όλα αυτά τα χρόνια στο Ντιτρόιτ, εργαζόταν στις οικοδομές με σκληρή χειρωνακτική εργασία και ζούσε με ελάχιστα μέσα. Το ’98 πηγαίνει και δίνει τρεις συναυλίες στη Νότια Αφρική και οι τρεις κόρες του δεν πιστεύουν στα μάτια τους με όσα βλέπουν για το στάτους που έχει εκεί ο πατέρας τους. Ύστερα ξαναγυρνούν στην πόλη του όπου ακόμα είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από σταρ.

Από όλων των ειδών τους καλλιτέχνες όλων των εποχών κανείς δε θα μπορούσε να είναι πιο τυχερός και πιο ευνοημένος από έναν Αμερικάνο μουσικό αυτού του είδους της μουσικής (που είναι συγγενής με αυτήν των ομότεχνών του της ίδιας ακριβώς περιόδου DonMcLean και Nick Drake). Βρισκόταν στο κέντρο του σύμπαντος, στην κατάλληλη θέση, την κατάλληλη ώρα, με μια ολόκληρη βιομηχανία να ψάχνει ταλέντα σαν το δικό του για να μοσχοπουλήσει και είχε όλο το ταλέντο για να φτάσει πολύ ψηλά, για να τον ξέρουν όλοι, για να ζήσει τη ζωή ενός σταρ, για να λέμε σήμερα Ροντρίγκεζ και να μιλάμε για κάτι αυτονόητο, για κάτι δεδομένο, όπως λέμε Ντίλαν. Κι όμως δεν τα κατάφερε, κι όμως δεν έπιασε. Όποια κι αν είναι η εξήγηση. Ένας παραγωγός λέει ότι ακόμη και σήμερα προσπαθεί να το εξηγήσει και δεν μπορεί. Να είχε βάλει ένα όργανο αντί άλλου σε μια ενορχήστρωση; Να είχαν μπει διαφορετικά χρώματα στο εξώφυλλο των δίσκων; Ανεξήγητο. Μυστήριο. Όπως είναι και ο ίδιος. Ένας δημοσιογράφος λέει ότι προσπάθησε να τον ανοίξει, να διερευνήσει τι ένιωθε ο ίδιος για όλη αυτή την ιστορία κι έπεφτε σε τοίχο. Ο Ροντρίγκεζ τα έπαιρνε όλα πολύ νορμάλ. Απλά συνέβη. Και ίσως αυτή να είναι η μία και μοναδική αλήθεια. Πως και ο Ντίλαν να είσαι ή ο οποισδήποτε, πως και όλος ο κόσμος να εμπνέεται και να συγκινείται και να ταράσσεται από αυτό που δημιουργείς, πως και τμήμα των αναμνήσεών του να είσαι, και τμήμα της εσωτερικής του συναισθηματικής οικοσκευής, εσύ καλλιτέχνη, εσύ πνευματικέ άνθρωπε, δεν είναι ένα ον ριζικά διαφορετικό από μας. Ο Ροντρίγκεζ -έστω και αν δεν το επέλεξε, έστω και αν αναγκάστηκε- είναι πάντως με τη μετέπειτα στάση του σαν να λέει πως OK, δεν τρέχει και τίποτα, το στάτους μου είναι σαν το δικό σας. Κι έτσι αντί της ζωής του ροκ σταρ, η ζωή του εργαζόμενου σε οικοδομές, κατεδαφίσεις, ανακαινίσεις. Μια κόρη του λέει ότι τον έβλεπε να κουβαλάει ένα ψυγείο στην πλάτη κατεβάζοντάς το από σκάλες. «Δε μας φαινόταν περίεργο. Ο μπαμπάς μας δούλευε σκληρότερα από τους υπόλοιπους». Στην πλάτη αντί για κιθάρα ψυγεία. Aνεξάρτητα από τα λεφτά που έχασε λόγω της μουσικής βιομηχανίας και τους ανθρώπους που πλούτισαν με τη δική του μουσική ενώ ο ίδιος έμεινε φτωχός, η κόρη του λέει πως ό,τι άρχισε έκτοτε να παίρνει από τις συναυλίες κ.λπ. τα έδωσε και δεν κράτησε για τον εαυτό του τίποτα. Ο Ροντρίγκεζ δε δέχτηκε να είναι καν παρών στην απονομή του όσκαρ για να μην πάρει κάτι από τη δόξα των δημιουργών του και αυτό δείχνει τι άνθρωπος είναι όπως είπε ο Σάιμον Τσιν, παραγωγός της ταινίας, παραγωγός του επίσης οσκαρικού ντοκιμαντέρ «Μan on Wire».

Μερικά στοιχεία του ντοκιμαντέρ έχουν τεθεί σε αμφισβήτηση. Αφενός είχε ανακαλυφθεί στην Αυστραλία όπου είχε παίξει στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και τις αρχές του ’80, αφετέρου η συμβολή του στο αντί απαρτχάιντ κίνημα είναι μάλλον μηδενική. «Υπάρχει ένας πολύ καλός λόγος που δεν πήραν συνεντεύξεις από κανέναν που έκανε όντως θυσίες ή που συμμετείχε στους πολέμους των γκέτο. Δε θα τον είχαν καν ακουστά τον Ροντρίγκεζ. Ο μύθος που διασώζεται από την ταινία και τους γεμάτους νοσταλγία πρωταγωνιστές θα απογυμνωνόταν. Ξέρω ότι η ταινία αφορά μια μικρή μειονότητα προοδευτικών λευκών, αλλά μας οδηγεί να πιστέψουμε ότι υπήρχαν εκατομμύρια σαν αυτούς και ότι ήταν πολύ επιδραστικοί. Δεν ήταν όμως. Οπότε τελικά μας απομένει καθαρή νοσταλγία για κάτι που ήταν για τους περισσότερους μια πολύ σκοτεινή εποχή. Εκτός από εμάς τους φανς του Ροντρίγκες. Ναι λοιπόν ήταν κάπως ζοφερά, αλλά ακόμα και μέσα στο ζόφο εμείς είχαμε υπηρέτες».

Αυτά όμως είναι ενστάσεις που δεν αφορούν την ουσία και την καρδιά της ταινίας. Είναι που είναι από μόνη της η ιστορία συναρπαστική, ο Μπεντζελούλ την απογειώνει. Μας προσφέρει σκηνές ασυνήθιστες για ντοκιμαντέρ, έχοντας μια αγάπη για μεγάλες εικόνες. Ο τρόπος που κοιτάει τις πόλεις και γενικά η σκηνοθετική ματιά του είναι εντυπωσιακή. Είναι μια συνολικά σπουδαία ταινία, μια ταινία που όποιος τη δει δύσκολα δε θα την αγαπήσει και δύσκολα δε θα κολλήσει μετά με τα τραγούδια αυτού του τύπου που έζησε κουβαλώντας ψυγεία, με τα μεγάλα τραγούδια αυτού του τύπου που κουβαλούσε ψυγεία «Sugar man, won’t you hurry / ’cause I’m tired of these scenes / For a blue coin won’t you bring back / All those colors to my dreams / Silver magic ships you carry /Jumpers, coke, sweet Mary Jane».