Το έργο της Ελφρίντε Γέλινεκ γράφτηκε το 2008 με αφορμή κάποια αυστριακά τραπεζικά σκάνδαλα και έμελλε να αποδειχτεί προφητικό. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους ακολούθησε η πτώχευση της Lehman Brothers και έκτοτε η σταδιακή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος παγκοσμίως. Αναμενόμενα, το έργο θεωρήθηκε μια ζωηρή, άμεση, απολύτως σύχρονη θεατρική ανταπόκριση στη μεγάλη απάτη του καπιταλισμού. Πρωτοανέβηκε το 2009 από τον Νίκολας Στέμαν (στο Schauspielhaus της Κολωνίας), αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για οριστικοποιημένο έργο, αφού η Γέλινεκ επανέρχεται σε αυτό συνεχώς, προσαρμόζοντάς το στη διαρκώς ρευστή κοινωνικο-πολιτικο-οικονομική πραγματικότητα. Έτσι, προσαρμοσμένο στις “συνθήκες της ελληνικής κρίσης” ήρθε στη χώρα μας, με όχημα την παράσταση που σκηνοθετεί πάλι ο Στέμαν σε μια συμπαραγωγή του Thalia Theater και του Schauspielhaus Κολωνίας.

Τι μας υποσχέθηκε το μάρκετινγκ της παράστασης: ένα “έργο δυναμίτη“, ένα “χειμαρρώδες κείμενο-παλίμψηστο για τη συντέλεια της ελεύθερης αγοράς”, ένα “ασύλληπτης φαντασίας και εξωφρενικού χιούμορ μουσικοθεατρικό χάπενιγκ”, ένα “τετράωρο σκηνικό όργιο που θα στηθεί στις σκηνές, τα φουαγιέ και τους άλλους χώρους της Στέγης”, ένα “αναρχικό και αξιολάτρευτα σαρκαστικό πανκ ορατόριο του χρήματος”.

Τι ακούσαμε: ενενήντα εννέα πυκνογραμμένες σελίδες Α4 (μετρήθηκαν μία-μία επί σκηνής) μοιρασμένες σε Χορό μικροεπενδυτών και Χορό γερόντων/τραπεζιτών που απευθύνονταν στο κοινό, οι μεν λέγοντας τον πόνο τους, οι δε (που καταλάμβαναν τα 2/3 του κειμένου) υπεραμυνόμενοι του αρπακτικού τους ρόλου. Ένα έργο που προφανώς επιχειρεί να καταδείξει και στη συνέχεια να αποδομήσει τα σαθρά -όσο και γνώριμα πλέον- θεμέλια του καπιταλισμού• η ουσία του θα μπορούσε να συμπτυχθεί σε δυο ατάκες: «Είχαμε ένα τίποτα αλλά τουλάχιστον ήταν εξασφαλισμένο» ακούστηκε από το στόμα των μικροεπενδυτών, για να έρθει αργότερα η πληρωμένη απάντηση των τραπεζιτών «Η ανασφάλειά σας είναι η ασφάλειά μας». Ένα ανοικονόμητο κείμενο, με λόγο ευθύ, μονότονο, επαναλαμβανόμενο, ελάχιστα θεατρικό, ένα κείμενο μακροσκελών παράλληλων μονολόγων, που η τελευταία λέξη που του ταιριάζει είναι “δυναμίτης”. Τι κατάφερε τελικά; Να κουράσει -και έτσι να χαθεί σημαντικό μέρος από τα επί σκηνής λεγόμενα-, και να θέσει υπό αμφισβήτηση το όποιο καλοπροαίρετο επιχείρημα ότι η έκτασή του προέκυψε λόγω οργανικής, δραματικής αναγκαιότητας. Επιπροσθέτως να θέσει επί τάπητος το ερώτημα: με τι εργαλεία και μέσα φιλτράρεται η πραγματικότητα ώστε να αποκτήσει ικανή καλλιτεχνική υπόσταση, ειδικά όταν πρόκειται για την άμεση επικαιρότητα;

Τι είδαμε:
μία παράσταση διάρκειας τεσσάρων ωρών παρά ένα τέταρτο, που ούτε εξωφρενικό χιούμορ είχε, ούτε οργιαστική ήταν, ούτε δικαιολόγησε τη διάρκειά της. Το θέαμα δεν χρειαζόταν τόσες ώρες, θα μπορούσε να κρατήσει λιγότερο ή θα μπορούσε να συνεχιστεί και για άλλες τόσες, καθώς δεν έπεισε ότι μετέφερε κάτι συμπαγές και ολοκληρωμένο. Είδαμε δεκατρείς ηθοποιούς (ανάμεσά τους και ο σκηνοθέτης) συνεχώς παρόντες επί σκηνής να διαβάζουν ή να παίζουν τα κείμενά τους, ντύνοντάς τα με όλα τα αναγνωρίσιμα σημάδια του μεταδραματικού. Είδαμε εικαστική και σκηνική και ενδυματολογική πολυλογία. Live βιντεοσκόπηση των επί σκηνής δρωμένων, live μουσική και πολλές video προβολές. Είδαμε ωμοφαγία, ζωόμορφες κεφαλές, αναπαραστάσεις τελετών και πολλούς συμβολισμούς. Είδαμε τη σκηνική αποδόμηση θρησκευτικών, οικονομικών και εθνικών κλισέ. Είδαμε προσπάθεια, όχι ιδιαίτερα επιτυχή, για σαρκαστικό χιούμορ ενάντια στους πολιτικούς και την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σταμάτημα της δράσης και διάδραση με τους θεατές• αυτό το τελευταίο αποδείχθηκε και τα πιο αμήχανο απέναντι στο αμέτοχο και μάλλον παγωμένο κοινό της Στέγης. Κι αν λάβουμε υπόψη ότι αυτή η διάδραση προορίζεται κυρίως να καταστήσει το θέαμα ένα “ξέφρενο χάπενινγκ” μπορούμε να μιλάμε για πλήρη αποτυχία των προθέσεων. Κυρίως είδαμε “κάτι” (σύνολο πολλών επιμέρους “κάτι”) που συντελούνταν επί σκηνής και ελάχιστα κατέβαινε στην πλατεία.

Η παράσταση είχε κάποιες ελάχιστες καλές στιγμές σε επίπεδο συμβολισμών ή εικόνας, πώς όχι άλλωστε μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό πληροφορίας, ο οποίος, αλίμονο, κάτι δημιουργεί και από τον οποίο κάτι μένει (και τον οποίο, πάντως, ο καθένας καλείται να αποκωδικοποιήσει ανάλογα με το γούστο, την ικανότητα, τις προσλαμβάνουσες και την… αντοχή του). Αδιαμφισβήτητα, επίσης, επρόκειτο για μια απαιτητική παράσταση, την οποία έβγαλαν εις πέρας ακαταπόνητοι οι ηθοποιοί. Είναι όμως αυτά αρκετά, ειδικά για να δικαιολογήσει μια παράσταση τις τόσες δάφνες της;

Το μεγάλο φάουλ: η προσαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα. Με μια προσθήκη στο έργο που γράφτηκε ειδικά για την εδώ παράσταση, η συγγραφέας (υποτίθεται ότι) ειρωνεύεται την ανάμειξη της Γερμανίας στα εσωτερικά της χώρας μας, (υποτίθεται ότι) τα βάζει με τη γερμανική ηγεσία που κουνάει το δάχτυλο και επιχειρεί να νουθετήσει τους Έλληνες, (υποτίθεται ότι) στέκεται επικριτικά απέναντι στη διαδεδομένη στους συμπατριώτες της εικόνας για τους Έλληνες ως τεμπέληδες και απατεώνες. Επί σκηνής, ο τρόπος που παρουσιάστηκε αυτή η προσθήκη δημιούργησε την ακριβώς αντίθετη αίσθηση: οι ηθοποιοί έπαιξαν τη σκηνή επιβεβαιώνοντας όσα η συγγραφέας υποτίθεται ότι αρνείται. Και φοροφυγάδες και ανίκανους και γραφικούς μας είπαν και όλα τα κλισέ επιβεβαίωσαν και να τους παραδώσουμε τη χώρα μια ώρα αρχύτερα μας ζήτησαν και μόνο το εξώφυλλο του Focus δεν μας έτριψαν στα μούτρα. Κοινώς, είπαμε να πάμε για μαλλί και βγήκαμε κουρεμένοι.

Τι δεν είδαμε:
καταλαβαίνω την ανάγκη να πλασαριστεί μια “πολυσυζητημένη παράσταση” με κάθε μέσο, αλλά το γεγονός ότι η παράσταση -που παίχτηκε καθόλη τη διάρκεια μέσα στην αίθουσα της Κεντρικής Σκηνής- προβαλλόταν με βίντεο στους υπόλοιπους χώρους του κτηρίου ΔΕΝ συνιστά “κατάληψη της Στέγης από άκρη σε άκρη”. Και μάλλον δεν είμαι η μόνη που ερμήνευσε -λανθασμένα τελικώς- το “η παράσταση θα στηθεί στις σκηνές, τα φουαγιέ και τους άλλους χώρους της Στέγης”, ως μία κυριολεκτική περιδιάβαση στο κτήριο. Όσο για το ότι οι θεατές μπορούσαν να “μπαινοβγαίνουν στους χώρους κατά βούληση”, δεν ξέρω κατά πόσο εξυπηρετούσε κάτι ουσιαστικό πέραν του να τους προσφέρει μια ευκαιρία να ξεμουδιάσουν, σε ένα τετράωρο σχεδόν θέαμα που δεν είχε διάλειμμα!

Το συμπέρασμα: Μία μετοχή που μπήκε στην αγορά ως υψηλής απόδοσης αλλά αποδείχτηκε φούσκα.

Σημ.: Το παρόν σημείωμα αφορά την παράσταση που δόθηκε την Πέμπτη 27 Μαρτίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι πρόκειται για μια παράσταση “εν εξελίξει”, που βασίζεται ιδιαίτερα στο στοιχείο του αυτοσχεδιασμού και η οποία δεν είχε προλάβει να “ζυμωθεί”· όπως ανέφερε και ο Στέμαν κατά την έναρξή της, ουσιαστικά παρακολουθήσαμε μία παγκόσμια πρεμιέρα. Για το λόγο αυτό στις επόμενες δύο παραστάσεις, και ειδικά στην τελευταία, φαίνεται να έγιναν κάποιες αλλαγές ανταποκρινόμενες στις αντιδράσεις του κοινού.

Η παράσταση «Τα συμβόλαια του εμπόρου – Μία οικονομική κωμωδία» παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών από τις 27 μέχρι και τις 29 Μαρτίου

Διαβάστε επίσης:
Εφτά και μία παραστάσεις για το 2014, της Τώνιας Καράογλου