starΗ 42χρονη πολυβραβευμένη Σουζάνε Κένεντι είναι μία από τις πιο εκκεντρικές, αυθεντικές, ανερχόμενες φωνές στη γερμανική και ευρωπαϊκή σκηνή. Οι παράδοξες παραστάσεις της, στο μεταίχμιο του θεάτρου και της εικαστικής εγκατάστασης αντλούν από τον κόσμο των video games, της εικονικής πραγματικότητας αλλά και της τελετουργίας, θέτοντας συχνά το κοινό μπροστά στο αναπόδραστο ζήτημα του θανάτου.

«Το θέατρο της Σουζάνε Κένεντι μοιάζει με χαιρετισμό από το μέλλον. Καλωσορίζει τον θεατή σε έναν τεχνητό και πέρα από τον ρεαλισμό κόσμο», έχουν εύστοχα σημειώσει ο Chris Dercon και η Marietta Piekenbrock σε κοινή δήλωσή τους, όταν η Κένεντι τιμήθηκε με το σπουδαίο ευρωπαϊκό βραβείο «Νέες Θεατρικές Πραγματικότητες». Και ένα είναι βέβαιο: είτε αντισταθείς στις δημιουργίες της, είτε τις αγαπήσεις, δεν μπορείς παρά να αναγνωρίσεις ότι δεν μοιάζουν με τίποτα που έχεις δει.

Τη Σουζάνε Κένεντι τη γνώρισα πριν λίγο καιρό στο Βερολίνο, όταν είδα την τελευταία παράστασή της Coming Society στη Volksbühne, μια δουλειά όπου το θέατρο –μια μεταφορά της ζωής–, λειτουργούσε ως παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας, όπου εσύ είσαι ο παίχτης. Συζητώντας μαζί της, συνειδητοποιείς αμέσως ότι το διαπεραστικό της βλέμμα, η απλότητά της, το ανελέητο χιούμορ της και η ανοιχτή σε πειράματα ιδιοσυγκρασία της προέρχονται από μια σχεδόν μεταφυσική προσέγγιση της ζωής. Αφορμή για την τωρινή συνομιλία μας είναι η επίσκεψή της για πρώτη φορά στην Ελλάδα με την παράσταση Αυτόχειρες παρθένοι, που παρουσιάζεται στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Μια παράσταση που, με αφετηρία το μυθιστόρημα του Τζέφρι Ευγενίδη, εξερευνά το αντρικό βλέμμα, στο οποίο είναι εκτεθειμένες οι αδελφές Λίσμπον, προσεγγίζοντας την ιστορία από τη σκοπιά των ενήλικων αντρών που κάποτε τις κατασκόπευαν ως γειτονόπουλα και που σημαδεύτηκαν ανεξίτηλα από τις διαδοχικές αυτοκτονίες των νεαρών κοριτσιών.

Το θέμα του θανάτου διατρέχει σαν νήμα τις παραστάσεις σας. Στο μυθιστόρημα του Τζέφρι Ευγενίδη, αλλά και στην κινηματογραφική του μεταφορά από τη Σοφία Κόπολα, ο θάνατος είναι θεμελιώδες ζήτημα. Τι ήταν αυτό που σας κινητοποίησε όμως ώστε να δημιουργήσετε μια παράσταση βασισμένη στις Αυτόχειρες παρθένους;

Ο θάνατος είναι σαφώς ένα θέμα που με απασχολεί και το σημείο εκκίνησης του μυθιστορήματος του Ευγενίδη. Αυτό όμως που με ενδιέφερε πιο συγκεκριμένα είναι αυτά τα πέντε αγόρια, που δεν κατάφεραν να αφήσουν πίσω τους τα κορίτσια που έφυγαν, που δεν κατάφεραν να αποδεχτούν ποτέ τον θάνατο των κοριτσιών. Έμειναν για πάντα προσκολλημένοι σε αυτές, σε αυτό που είχε συμβεί. Έτσι, όταν δουλεύαμε με τους ηθοποιούς και τη σκηνογράφο μου αναζητήσαμε έναν σκηνικό χώρο για την παράσταση και καταλήξαμε σε μια κατασκευή που μοιάζει με βωμό. Είναι ένας μικρός χώρος, όπου αυτοί οι άντρες εκτελούν ένα είδος τελετουργίας, που τους βοηθάει να απελευθερωθούν από τη μνήμη, να αφήσουν πίσω τους ό,τι συνέβη. Κι έτσι, αν και ξεκινάμε από μια ιστορία όπου οι άντρες αδυνατούν να συνεχίσουν τη ζωή τους λόγω της επώδυνης μνήμης, τη μετατρέπουμε σε μια ιστορία για την αποδοχή του θανάτου. Ήθελα να δημιουργήσω μια παράσταση που να προετοιμάζει και τους θεατές για αυτό το κοινό για όλους μας ταξίδι προς τον θάνατο, μια παράσταση που ενθαρρύνει τους θεατές να μην φοβούνται τον θάνατο, αλλά να προετοιμάζουν τον εαυτό τους για αυτόν. Έτσι, σταδιακά αυτοί οι άντρες μεταμορφώνονται σε υβριδικά πλάσματα, που μπορούν να είναι και γυναίκες και άντρες ταυτόχρονα, όχι με ανθρώπινη μορφή πια και μας καθοδηγούν σε αυτό το ταξίδι της αποδοχής του τέλους της ζωής. Γιατί η ζωή κάποια στιγμή τελειώνει. Για όλους μας. Και επειδή αυτή η θεματική είναι ένα ταμπού στις δυτικές κοινωνίες, πιστεύω ότι ο ρόλος του θεάτρου είναι ακριβώς αυτός: να λειτουργήσει ως τελετουργία όπου θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας δυσκολεύει στη ζωή. Εδώ να καταφέρουμε να αντικρίσουμε τον θάνατο και να φιλιώσουμε μαζί του.

Είναι ο θάνατος μια εμπειρία που αφυπνίζει;

Ναι, με έναν τρόπο. Φυσικά δεν ξέρουμε τι πρόκειται να συμβεί. Αλλά έχω την αίσθηση ότι εάν δεν ξέρεις πώς να πεθάνεις, δεν ξέρεις και πώς να ζήσεις. Και, εάν δεν ξέρεις πώς να ζήσεις, δεν ξέρεις και πώς να πεθάνεις. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τα δύο.

Το θέμα των νεκρών κοριτσιών στην παγκόσμια λογοτεχνία φαίνεται να σας αφορά.

Βεβαίως. Το θέμα των νεκρών κοριτσιών στη λογοτεχνία είναι σχεδόν κλισέ. Οι γυναίκες πεθαίνουν σαν τις μύγες: η Οφηλία, η Ευρυδίκη, η Έντα Γκάμπλερ, η Άννα Καρένινα, η Διδώ, ο κατάλογος είναι μακρύς. Νεκρές γυναίκες και άντρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτούς τους θανάτους. Τα νεκρά κορίτσια μετατρέπονται σε κάτι ιερό. Και φυσικά δεν έχουν φωνή. Ο θάνατος της γυναίκας γίνεται μια πύλη για μια αλλαγμένη συνείδηση σε μεγάλο κομμάτι της λογοτεχνίας του 19ου αιώνα. Πόσες γυναίκες έπρεπε να πεθάνουν ή να αρρωστήσουν για να βιώσουν κάτι οι άντρες! Στις Αυτόχειρες παρθένους ισχύει το ίδιο. Τα κορίτσια δεν έχουν φωνή. Οι άντρες είναι που μιλούν για αυτές. Οι άντρες είναι αυτοί που λένε την ιστορία. Και αυτό είναι πολύ σύνηθες στη λογοτεχνία.

Άρα η αφήγηση της παράστασης ξεκινά στο τέλος. Μετά τις αυτοκτονίες. 

Ναι. Ωστόσο, όπως και στο βιβλίο έτσι και στην παράσταση ο χρόνος είναι ένα παράξενο πράγμα. Δεν ξέρεις ακριβώς πότε έγινε τι. Η παραδοσιακή θεώρηση του χώρου και του χρόνου αμφισβητείται. Η αφήγηση μοιάζει με όνειρο. Θα μπορούσα να πω ότι το μέλλον, το παρελθόν και το παρόν συνυπάρχουν την ίδια στιγμή.

Η δραματουργία της παράστασης ακολουθεί ως δομή τη Θιβετιανή Βίβλο των νεκρών. Τι είναι ακριβώς αυτό το βιβλίο; 

Έχασα έναν φίλο μου πριν από κάποια χρόνια. Και ξεκίνησα να αναρωτιέμαι πού βρίσκεται. Στις δυτικές κοινωνίες δεν υπάρχουν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Η Θιβετιανή Βίβλος των νεκρών είναι ένα βουδιστικό κείμενο, που προσφέρει μια καθοδήγηση. Είναι κάτι σαν εγχειρίδιο για το πώς θα συνοδεύσεις κάποιον προς τον θάνατο, ώστε αυτός/αυτή να έχει κάποιον δίπλα του, να τον καθοδηγεί στη διαδρομή. Και φυσικά είναι μια προετοιμασία για τον δικό σου θάνατο. Είναι ένα βιβλίο γεμάτο τελετουργικά, τι ακριβώς πρέπει να κάνει κανείς στο πέρασμα 49 ημερών. Γιατί, σύμφωνα με το βιβλίο, θέλει 49 μέρες για να περάσει το σώμα στην «άλλη» πλευρά. Χρησιμοποιήσαμε αυτές τις 49 μέρες σαν βασική δραματουργία της παράστασης. Αυτές οι 49 μέρες είναι τα διαφορετικά στάδια που περνάει κανείς μέχρι να σταματήσει να φοβάται. Η Θιβετιανή Βίβλος για τους νεκρούς λέει ότι πρέπει να προετοιμαστείς για τον θάνατό σου, ώστε να μην πανικοβάλλεσαι ή να φοβάσαι στη σκέψη του, στην πραγματικότητα είναι ένα ταξίδι για να απαλλαγείς από τον φόβο του θανάτου.

Χρησιμοποιείτε μάσκες, την τεχνική του voice over, την αισθητική των video games. Τι είναι αυτό που επιχειρείτε να εξερευνήσετε μέσα από αυτήν την αισθητική;

Ζούμε όλοι στην ψηφιακή εποχή. Ο τρόπος που προετοιμάζω τις παραστάσεις μου σχετίζεται τόσο πολύ με το ίντερνετ. Εκεί κάνω μεγάλο κομμάτι της έρευνάς μου. Η δραματουργία των παραστάσεών μου καθρεφτίζει την πλοήγησή μου στο διαδίκτυο. Θέλω να μεταφέρω στο θέατρο τη διαδικασία αυτής της πλοήγησης.

«Η δραματουργία των παραστάσεών μου καθρεφτίζει την πλοήγησή μου στο διαδίκτυο»

Στις Αυτόχειρες παρθένους σκεφτόμουν αυτά τα αγόρια που δεν μεγάλωσαν ποτέ με έναν τρόπο, που έμειναν καθηλωμένοι στην εφηβική τους ηλικία λόγω αυτών των κοριτσιών και τους φαντάστηκα σε ένα υπόγειο, μπροστά σε έναν υπολογιστή, να μην βγαίνουν ποτέ έξω, να μην είναι συνδεδεμένοι με την αληθινή ζωή. Και ήθελα να χρησιμοποιήσω μάσκες, ήθελα τα πρόσωπά τους να είναι αλλόκοτα, μη πραγματικά πρόσωπα, χαρακτήρες βγαλμένοι από γιαπωνέζικο manga. Γιατί είχα πολύ έντονη την αίσθηση ότι αυτά τα αγόρια θα κρύβονταν πίσω από μια τέτοια αισθητική.

Πόσο δύσκολο είναι να καθοδηγήσετε τους ηθοποιούς σας σε περιοχές που αισθάνομαι ότι βρίσκονται πέρα από το ανθρώπινο;

(γελάει) Νομίζω ότι οι ηθοποιοί που δουλεύουν μαζί μου, ξέρουν τι να περιμένουν. Οι περισσότεροι έχουν δει παραστάσεις μου. Κάποιος που δεν του αρέσει η δουλειά μου, δεν θα έρθει να μου προτείνει να συνεργαστούμε. Και είναι πολύ σημαντικό για μένα να έχω ηθοποιούς που θέλουν να δουλέψουν μαζί μου. Περισσότερο το κοινό φαίνεται να λυπάται τους ηθοποιούς μου κι όχι εκείνοι, γιατί το βλέπουν σαν μια νέα εμπειρία. Σαν μια εκδρομή. Επίσης, έχεις τόσα πολλά να ανακαλύψεις όταν είσαι πίσω από μια μάσκα. Στους ηθοποιούς λειτουργεί απελευθερωτικά αυτό. Φεύγει το άγχος ότι πρέπει να αποδείξουν ότι είναι οι καλύτεροι και έχουν τη δυνατότητα να εμβαθύνουν, να σκάψουν σε περιοχές καινούργιες και συναρπαστικές.

Στις Αυτόχειρες παρθένους χρησιμοποιείτε και κείμενα του Αμερικανού ψυχολόγου και γκουρού του LSD Τίμοθι Λίρι. Υπάρχει μια φράση του που διάβασα ότι ακούγεται στην παράσταση: «Το χειρότερο που μπορεί να σας συμβεί είναι να καταλήξετε ο ίδιος άνθρωπος που είσαστε πριν από αυτήν την εμπειρία». Είναι το θέατρο για εσάς μια εμπειρία μεταμόρφωσης;

Απολύτως. Αλλά από την άλλη θεωρώ ότι όλα στη ζωή σε μεταμορφώνουν. Κάθε μέρα, η διαδρομή μας μέσα στην κάθε μέρα, μας αλλάζει με έναν τρόπο. Εάν αντιστέκεσαι στην αλλαγή, δεν ωριμάζεις. Και υπάρχει δυναμική για να ωριμάσεις παντού. Βεβαίως το θέατρο δίνει τη δυνατότητα αυτή η διαδικασία να γίνει πιο συνειδητά. Να πλαισιώνει αυτή τη διαδικασία και να τη μεταφράζει ως εμπειρία που μπορεί να σε πάει παραπέρα. Και νομίζω αυτή είναι η μεγάλη δυνατότητα που προσφέρει το θέατρο.

Εάν έπρεπε να αναφέρετε στοχαστές ή δημιουργούς του θεάτρου που σας έχουν επηρεάσει, ποιοι/ποιες θα ήταν αυτοί/αυτές;

Θυμάμαι μια παράσταση του Καστελούτσι που είχα δει στη Ruhrtriennale. Την Ιεροτελεστία της Άνοιξης. Εκεί ο Καστελούτσι δούλεψε με μηχανές, οι μηχανές ήταν αυτές που κινούνταν στη μουσική του Στραβίνσκι, οι μηχανές χόρευαν και αυτό ήταν ένα από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω δει. Αυτή τη στιγμή όμως δεν μπορώ να σκεφτώ άλλους καλλιτέχνες από τον θεατρικό χώρο που μου προσφέρουν ερεθίσματα. Περισσότερο εμπνέομαι από τηλεοπτικές σειρές, από το Netflix. Οι τηλεοπτικές σειρές προτείνουν νέες δυνατότητες στην αφήγηση μιας ιστορίας, ορισμένες φορές αρκετά πειραματικές. Και στη δουλειά μου προσπαθώ να φέρω πάντα μια ποιότητα από τον χώρο του κινηματογράφου ή της ιντερνετικής τηλεόρασης. Για παράδειγμα, βρήκα καταπληκτική τη σειρά O.A. αλλά και το Westworld. Όσο για στοχαστές, μια κύρια αναφορά στις παραστάσεις μου προέρχεται πάντα από τον Νίτσε –αν και ομολογώ ότι έχει κάνει τον κύκλο της η σχέση μου με τη φιλοσοφία του. Πόσες φορές να τσιτάρεις Νίτσε πια στις παραστάσεις σου; Και φυσικά έχω επηρεαστεί πολύ και από τον Αντονέν Αρτώ. Ξαναδιαβάζω τα κείμενά του αυτήν την περίοδο και τα καταλαβαίνω καλύτερα από τότε που τα διάβαζα όταν σπούδαζα. Είναι πολύ δυνατά όσα έχει γράψει. Και, στην πραγματικότητα, σαν δημιουργός είμαι πολύ πιο κοντά στην κληρονομιά του Αρτώ κι όχι τόσο σε αυτήν του Μπρεχτ.

Υπάρχει μια συζήτηση που έχει ξεκινήσει διεθνώς και αφορά ένα αίτημα για ισότητα στην εκπροσώπηση των γυναικών δημιουργών σε σημαντικές θέσεις σε θεατρικούς οργανισμούς. Για παράδειγμα, στο φεστιβάλ Theatertreffen για τα επόμενα δύο χρόνια θα εφαρμοστεί αυτή η ρήτρα που λέει ότι το 50% των επιλεγμένων παραστάσεων πρέπει να έχουν σκηνοθετηθεί από γυναίκες. Ποια είναι η γνώμη σας για το ζήτημα;

Αυτή είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που έχει αποκτήσει και ιδιαίτερη δυναμική και με το #metoo κίνημα. Σχετικά με το Theatertreffen είμαι περίεργη για το τι θα συμβεί. Το βλέπω σαν ένα πείραμα. Και είμαι πάντα ανοιχτή στα πειράματα. Είναι καλό που θα δοκιμαστεί κάτι τέτοιο. Αλλά γενικά αυτή είναι μια δύσκολη ερώτηση για μένα. Γιατί δεν είχα ποτέ την αίσθηση ότι με κράτησαν πίσω οι άντρες δημιουργοί στη χώρα μου. Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να αναλογιστούμε είναι η γαλούχηση των γυναικών. Το πώς μεγαλώνουν οι γυναίκες. Πώς έχουν μάθει πάντα να φροντίζουν τους άλλους. Να τους κάνουν να αισθάνονται όμορφα. Να κάνουν πράγματα για να ευχαριστήσουν τους άλλους και όχι τον εαυτό τους. Να κάνουν πίσω από μόνες τους. Να μην διεκδικούν αυτό που θέλουν. Νομίζω ότι υπάρχει ένας μηχανισμός που κάνει τις ίδιες τις γυναίκες να στέκονται πιο πίσω. Ίσως το πιστεύω αυτό γιατί δεν θέλω να αποδεχτώ ότι οι γυναίκες είναι θύματα. Γιατί όταν είσαι θύμα, είναι πολύ δύσκολο να βγεις από αυτήν την κατάσταση και να αποκτήσεις δύναμη. Συνεπώς για μένα η ερώτηση αφορά το πώς μπορούν οι γυναίκες να κυνηγήσουν αυτό που θέλουν και τους αξίζει. Αυτή είναι η ενδιαφέρουσα ερώτηση. Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να κάνω περισσότερα εργαστήρια ή μαθήματα και να προσπαθήσω να μιλήσω με νέες καλλιτέχνιδες για το ζήτημα αυτό. Υπάρχουν πολλές γυναίκες που ξεκινούν και μετά από λίγο χάνονται, δεν συνεχίζουν. Φυσικά και παίζει ρόλο η μητρότητα, αλλά κι αυτή είναι διαχειρίσιμη. Προσωπικά έχω κάνει τις πιο σημαντικές μου δουλειές από τη στιγμή που έγινα μητέρα. Επομένως είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα.

Τι είναι το θέατρο για εσάς;

Μια τελετουργία. Που ενώνει τους ανθρώπους της σκηνής και της πλατείας. Μια κοινή εμπειρία. Σε έναν συμπυκνωμένο χώρο και χρόνο. Πρέπει να πάμε πίσω σε διαφορετικούς πολιτισμούς και εποχές και να αναρωτηθούμε: ποια ανάγκη μας ικανοποιεί το θέατρο; Τι είναι αυτό που οδηγεί ορισμένους ανθρώπους να κάθονται και να βλέπουν κάποιους άλλους να παίζουν; H δύναμη του θεάτρου είναι το «εδώ και το τώρα» και η ανάγκη να μιλά για τα μεγάλα ερωτήματα.

Και ποια είναι αυτά;

(παύση) Γιατί είμαστε εδώ.

Πώς να ζεις.

Πώς να πεθαίνεις.

Αυτά είναι τα τρία μεγάλα θέματα για μένα. Και να μην είναι το θέατρο μια εγκεφαλική διαδικασία, να μην μιλάμε μόνο για αυτά, αλλά να ερεθίζουμε και τις αισθήσεις του θεατή. Να τον κάνουμε να νιώθει. Με όλο του το σώμα. Με την ψυχή. Με όλη του την ύπαρξη.

Σας ευχαριστώ πολύ. Σας περιμένουμε στην Αθήνα.

Κι εγώ. Ανυπομονώ!

Info παράστασης:

Αυτόχειρες παρθένοι | 4 – 5 Ιουλίου 2019 | Πειραιώς 260