Αξίζει να διαβάσετε το δελτίο Τύπου για τη βράβευση των Swedish House Mafia με το Βραβείο Μουσικής Εξαγωγής της σουηδικής κυβέρνησης και τα δελτία Τύπου της εγχώριας Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Την ώρα, δηλαδή, που η σουηδική κυβέρνηση αναγνωρίζει πως μια παρέα DJs είναι η καλύτερη βιτρίνα της χώρας στο εξωτερικό, εμείς διαπιστώνουμε επισήμως ότι είναι «φθηνότερο φέτος το χριστουγεννιάτικο τραπέζι κατά 3,1%». Αλλά έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε εξαγωγές, οπότε τι σχετικές ανακοινώσεις να βγάλουμε;

Οι Swedish House Mafia είναι εδώ και χρόνια οι U2 της club σκηνής. Γεμίζουν τεράστιους χώρους και η μουσική τους προκαλεί αμφιθυμικές αντιδράσεις παραληρήματος ή αηδίας. Κάποιοι θεωρούν ότι αρκεί να εμφανιστεί μία τρίχα των μαλλιών τους πίσω από το DJ booth για να μπει φωτιά σε ένα club και άλλοι ότι η μουσική τους είναι ιδανική για τα παραλιακά μαγαζιά της καγκουριάς. Ο υποφαινόμενος ανήκει στην πρώτη ομάδα. Πριν από δύο χρόνια σε ένα λιβάδι μεταξύ Manchester και Liverpool (όπου οφείλω να επισημάνω ότι είχαμε φτάσει κατόπιν σηματοδοτήσεως των τοπικών αρχών) είχα χωθεί σε μια τέντα με μερικές χιλιάδες ακόμα και χοροπηδούσα χωρίς χημική ενίσχυση ακούγοντας τους μετέπειτα εκπροσώπους της σουηδικής εξαγωγικής ιπποσύνης Axwell, Sebastian Ingrosso και Steve Angello. Εκτόξευαν τη μία κολοσσιαία house επιτυχία μετά την άλλη, χαμήλωναν τον ήχο και έδιναν τα ρεφρέν στο κοινό σαν γνήσιοι Έλληνες τραγουδιστές της πίστας. Τότε με έκαναν να καταλάβω γιατί όλες οι λίστες του Bleep δεν πιάνουν μία μπροστά τους. Εντάξει, αυτό το τελευταίο ακούγεται κάπως υπερβολικό, αλλά όσοι έχουν περάσει τη νυχτερινή ζωή τους στο Faz και στο +Soda και την πρωινή στο Discobole μπορούν να καταλάβουν τι εννοώ. Οι Swedish House Mafia είναι η εκδίκηση της house μουσικής στο mainstream, αφού το κατέλαβαν άνετα με βαριά beats, πιασάρικα ρεφρέν και τα πιο αποτελεσματικά mash-ups, χωρίς να γίνουν κοσμικό ρεντίκολο όπως ο David Guetta. Η εμφάνισή τους το καλοκαίρι στο Milton Keynes Bowl θα είναι ένα ορόσημο για την ποπ κουλτούρα. Όπως και να το κάνουμε, είναι καθοριστικό ότι το supergroup της δεκαετίας του ’10 δεν είναι κάποιος κυριλέ ροκάς με οικολογικές και πολιτικές ευαισθησίες υποψήφιας σε καλλιστεία.

Αυτή η κοσμοπολίτικη ομάδα, που τη μία παίζει στη Μύκονο και την επόμενη κατακτά τον τίτλο του πρώτου dance supergroup που εμφανίζεται στο νεοϋορκέζικο Madison Square Garden, είναι άλλη μία απόδειξη για το πόσο συμπλεγματικά επεξεργαζόμαστε την έννοια του (πολιτιστικού) επιτεύγματος στη χώρα μας. Φανταστείτε να υπήρχε μια αντίστοιχη ομάδα που να ονομαζόταν «Greek House Mafia». Θα την προσκαλούσε ο πρόεδρος της δημοκρατίας στην Ηρώδου Αττικού; Θα την παρασημοφορούσε; Θα γίνονταν αξιωματικοί των ενόπλων δυνάμεων; Θα διοργανώνονταν υποδοχές στο Καλλιμάρμαρο παρουσία των πολιτικών και των εκκλησιαστικών αρχών του τόπου έπειτα από μια επιτυχημένη σεζόν στην Ibiza; Όχι! Αυτά τα προνόμια ανήκουν στους ολυμπιονίκες της αναβολικής συμφοράς. Το πολύ πολύ να ξεσηκώνονταν μερικοί εθνικιστές, επειδή ένα προβεβλημένο ελληνικό σχήμα θα είχε στο όνομά του τις λέξεις «μαφία» και «ελληνική». Τα ρεπορτάζ του Star θα ήταν καταπέλτης.

Αυτός είναι ένας λόγος που δεν πρόκειται ποτέ να γίνουμε Σουηδία, θα χαιρόμαστε όμως πάντα γιατί είμαστε πάνω από τις αφρικανικές χώρες σε διάφορες λίστες ανάπτυξης. Η Σουηδία έχει οργανωμένο σύστημα κρατικής πρόνοιας, υπόγειους σωλήνες που λιώνουν το χιόνι στους δρόμους και ξανθιές δίμετρες κουκλάρες. Έχει, βέβαια, κατά το στερεότυπο, και μεγάλο ποσοστό αλκοολισμού και αυτοκτονιών, αλλά το σουηδικό μοντέλο (στην πολιτικοοικονομική και φυσική του εκδοχή) υπερισχύει. Η Σουηδία έχει κάτι ακόμα παραπάνω. Ρεαλιστική αίσθηση της θέσης της στο παγκόσμιο χωριό. Αν υπήρχε ένα αντίστοιχο ελληνικό βραβείο μουσικής εξαγωγής, ποιος νομίζετε ότι θα το κέρδιζε κάθε χρονιά; Μα, φυσικά, ο Μίκης Θεοδωράκης. Άντε και η Ρίτα Σακελλαρίου επί Ανδρέα Παπανδρέου ή ο Λουδοβίκος των Ανωγείων επί Κωνσταντίνου Καραμανλή του νεώτερου. Ό,τι είναι για τους Ινδούς οι αγελάδες, είναι για μας ο πολιτισμός. Μπροστά στα ελληνικά πολιτιστικά δόγματα, τα εκκλησιαστικά είναι μαμαδίστικες συμβουλές τύπου «να ντύνεσαι καλά γιατί έξω κάνει κρύο». Αλλά έτσι δουλειά δε γίνεται. Τις προάλλες επισκέφτηκε την Αθήνα μια black metal νορβηγική μπάντα. Ξέρετε, απ’ αυτές που έχουν δημιουργήσει το στερεότυπο ότι όταν νυχτώνει στο Όσλο όλοι οι κάτοικοι μαζεύονται σε υπόγειες στοές και θυσιάζουν βρέφη. Η συγκεκριμένη συναυλία έγινε, παρακαλώ, υπό την αιγίδα της νορβηγικής πρεσβείας. Υπό την αιγίδα της ελληνικής πρεσβείας μόνο ο Πλούταρχος θα μπορούσε να τραγουδήσει. Στην Astoria ή σε pub του Bayswater. Θα αναρωτηθείτε ποιος άλλος θα μπορούσε να είναι στη θέση του. Οι Στέρεο Νόβα; Οι Τρύπες; Οι Keep Shelly in Athens; Ο L-Sega; Τώρα πια είναι αργά να μιλάμε για οικονομικές ενισχύσεις, αιγίδες ή, έστω, για ηθική στήριξη σε μουσικούς που πουλάνε για λογαριασμό δικό τους και της χώρας τους. Είναι επίσης δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι η «αυτήν-έχουμε-αυτή-να-δείξουμε» Ακρόπολη θα έπρεπε να ανοίγει με μία και μόνο υπογραφή σε κάθε ενδιαφερόμενο – ντυμένο, γυμνό, σε στάση ανάποδο κατακόρυφο. Μέχρι τότε λέω να βγάλω ένα εισιτήριο για το Milton Keynes Bowl για να ξεδώσω μαζί με άλλους 65.000, χωρίς να προβληματίζομαι γιατί το μεγαλύτερο εξαγώγιμο μουσικό προϊόν της Σουηδίας έχει αγγλικούς στίχους.