Τα βιβλία της, ιδιαίτερα και αγαπημένα. Αν διαβάσει πάντως κανείς τα σχόλια κάτω απ’ τα άρθρα και τις κατά καιρούς παρεμβάσεις της θα διαπιστώσει ότι, όπως έχει πολλούς οπαδούς, έχει αντιστοίχως και πολλούς επικριτές. Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει μάθει, όπως μας λέει, να εκφράζει αυτό που πιστεύει χωρίς να την ενοχλεί το κόστος. Και να μην ασχολείται με την επιλογή στρατοπέδου.

ελc: Υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία στο βιβλίο “Για την αγάπη της γεωμετρίας”;
Σ.Τ.: Η ηρωίδα είναι μυθιστορηματικό πρόσωπο. Έχει δανειστεί ορισμένα στοιχεία όπως και στα περισσότερα βιβλία. Καμιά φορά τα στοιχεία αυτά είναι λιγότερο φανερά. Και στο «Άλμπατρος» πχ υπάρχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία, απλώς είναι διαφορετικό το σκηνικό – το Λονδίνο τον 19ο αιώνα – και δεν κάνει κανείς εύκολα τη σύνδεση. Ενώ εδώ μιλάμε για την Αθήνα, ο τόπος και ο χρόνος είναι κάτι το οικείο, γεγονός που κάνει να αναρωτηθεί κανείς για αυτοβιογραφικά στοιχεία. Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κάποια, ωστόσο δεν είναι αυτοβιογραφικό.

ελc: Μέσα από το βιβλίο φαίνεται μια αρκετά έντονη κριτική για την «παραδοσιακή» αριστερά.
Σ.Τ.: Νομίζω ότι η αριστερά, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, έχει ξεπεραστεί από τα γεγονότα. Στο βιβλίο περιγράφεται μια οικογένεια που πρόσκειται στο ΚΚΕ. Τότε αυτό ήταν η αριστερά, παρότι υπήρχε η διάκριση ανάμεσα στους ΕΔΑίτες της εποχής, ανθρώπους πιο πολιτισμένους, και το ΚΚΕ που πρόβαλε μια πιο άξεστη, πιο πρωτόγονη αντίληψη για τη ζωή και για τα πράγματα.
Οι πρώτες ιδέες της αριστεράς τον 19 αιώνα αντιστοιχούσαν σε μια πολύ διαφορετική κατάσταση της εργατικής τάξης. Αυτές οι συνθήκες που περιγράφει ο Ένγκελς και οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με την κατάσταση μετά. Η αναφορά λοιπόν σε μια τέτοια κατάσταση εργατικής τάξης, δικαιολογεί βέβαια το σοσιαλιστικό όνειρο, αλλά στηρίζεται πάνω σε μια εκτίμηση που είναι λάθος.
Ένας από τους ήρωες του βιβλίου, ο πατέρας, ο Λευτέρης Μπότσαρης τα βλέπει όλα αυτά, αλλά θεωρεί ότι δεν είναι σωστό να τα δει και να τα εκφράσει. Έτσι παγιδεύεται στην ίδια την ιδεολογία που δεν είναι καν δική του, είναι δανεισμένη ιδεολογία.

ελc: Γιατί χρησιμοποιείς τη λέξη «παγιδεύεται»;
Σ.Τ.: Πιστεύω ότι πολλοί άνθρωποι που πρόσκεινται στην παραδοσιακή αριστερά δανείζονται μια ιδεολογία, που συχνά δεν ξεκινά από την αγάπη για τη ζωή, αλλά από την αντίληψη ότι η ζωή είναι χάλια και άρα «τι να κάνεις». Κι όταν δεν είναι αρκετά άσχημη η ζωή, τότε τη ρυπαίνουμε ακόμα περισσότερο, έτσι ώστε να δικαιολογήσουμε την ιδέα ότι η ζωή είναι χάλια.
Η ηρωίδα λοιπόν μεγαλώνει σε μια οικογένεια που είναι παγιδευμένη μέσα στην ιδεολογία, λόγω του εμφυλίου και των συγγενικών προσώπων που έχουν διωχθεί μετά τον εμφύλιο. Δηλαδή οι λόγοι είναι συναισθηματικοί κυρίως, αλλά έχουν σχέση και με αυτό που λεγόταν τότε και λέγεται ακόμα, την «επιλογή στρατοπέδου». Ωστόσο απ’ την πλευρά μου, την πλευρά ενός συγγραφέα, όταν κανείς διαπιστώνει ότι η ζωή είναι στρατόπεδα, απομακρύνεται. Γιατί δεν έχει καμία διάθεση να ζήσει στρατιωτική ζωή, είτε δηλαδή την υπεραπλούστευση ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς, τους φίλους και τους εχθρούς, είτε τη ζωή των στερήσεων, της τιμωρίας και της ελπίδας για ένα επέκεινα που κάθε τόσο απομακρύνεται. Πράγματι λοιπόν αυτό το βιβλίο είναι μεταξύ άλλων μια κριτική για την αριστερή ιδεολογία και την ηθική, αλλά η πρόθεσή μου ήταν να πλησιάσω τους χαρακτήρες και να καταλάβω τι τους έχει συμβεί.

ελc: Στο βιβλίο γίνονται επίσης αρκετές αναφορές στην ψυχανάλυση. Είναι κάτι που παίζει για σένα ιδιαίτερο ρόλο;
Σ.Τ.: Δεν έχω ιδιαίτερη ψυχαναλυτική προσέγγιση στη ζωή. Θα έλεγα ότι όπως πιστεύω στις επιστήμες, πιστεύω και στην ψυχιατρική, ότι μπορεί δηλαδή να βοηθήσει. Επίσης επειδή έχω τελειώσει τη φαρμακευτική, πιστεύω και στα φάρμακα. Επειδή πολλά ξεκινούν από υλισμό, έχω την τάση να εξηγώ τα διάφορα φαινόμενα με υλιστικό τρόπο. Ακόμα και ζητήματα που ανάγονται στην ψυχανάλυση, όπως η κατάθλιψη κλπ, παρότι οι αιτίες ανάγονται στην ψυχανάλυση, τα συμπτώματα είναι τομέας της φαρμακευτικής. Δηλαδή για να αναλύσουμε και να ξεπεράσουμε τα πράγματα που μας έχουν οδηγήσει στην κατάθλιψη, κάτι πρέπει να κάνουμε.

ελc: Η οικογένεια είναι κάτι που μας κρατάει πίσω στην Ελλάδα; Εσύ, αν δεν κάνω λάθος, έφυγες νωρίς από το σπίτι.
Σ.Τ.: Την κοπάνησα, συγκεκριμένα. Δεν είναι όλες οι οικογένειες ίδιες. Υπάρχουν οικογένειες πολύ υποστηρικτικές και που σέβονται τα παιδιά τους όλο και περισσότερο, και άλλες που ενεργούν με καταπιεστικό τρόπο. Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα είναι ότι εξαφανίζεται κάθε τι ιδιωτικό. Έχει βοηθήσει και η πολεοδομία, χτίζουμε τα σπιτάκια πάνω απ’ το πατρικό – πάντα τα παιδιά μένουν από πάνω κι όλα ακούγονται κάτω. Αυτό είναι το όνειρο που ακόμα έχουν πάρα πολλοί άνθρωποι. Υπάρχει ένα ανεξερεύνητο θέμα με την ελληνική οικογένεια, ακριβώς επειδή προσφέρει τόσα πολλά ελλείψει κοινωνικού κράτους, οπότε δεν το πιάνουμε, είναι ταμπού.

ελc: Παλιότερα είχα διαβάσει ένα κείμενό σου για το πάρκο Ναβαρίνου στη Χαρ. Τρικούπη, στο οικόπεδο του ΤΕΕ και μου είχε κάνει εντύπωση η κριτική σου διάθεση στην προσπάθεια. Γιατί είσαι τόσο αυστηρή;
Σ.Τ.: Ναι, το πάρκο… Είχαν βάλει και κάτι πανό, μα ποιός θέλει να περνά τη ζωή του κάτω από πανό; Η προσπάθεια αυτή φαινόταν ότι μπορούσε να πάρει διαστάσεις έκρυθμες, γιατί αυτό το πάρκο ήταν ένας περιορισμός χώρου. Ωραία, αν ήταν ένα οικόπεδο που δεν ξέρουμε σε ποιόν ανήκει και δε θα μάθουμε ποτέ, αλλά αν αυτό το κάνουμε οπουδήποτε, μετά πώς σταματά κανείς την όποια παραβίαση; Εκεί ήταν το θέμα μου περισσότερο, ότι αν αρχίσουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, το χάσαμε. Να μην κρίνουμε τίποτε; Ό,τι κάνει ο λαός είναι σωστό;

ελc: Τελικά μήπως σου αρέσει να προκαλείς;
Σ.Τ.: Ούτε μ’ αρέσει ούτε δε μ’ αρέσει. Δεν θέλω να προκαλέσω τίποτα, λέω αυτό που πιστεύω. Κατά κάποιο τρόπο το μαθαίνεις, να μη σε ενοχλεί το κόστος. Δεν διαβάζω ποτέ τα σχόλια, δεν απαντάω ούτε μπαίνω σε διάλογο. Έχω ζήσει πολύ με τον κόσμο, κι έχω μάθει πώς γίνεται αυτό και πώς κερδίζονται και μάχες.

ελc: Πώς κερδίζονται;
Σ.Τ.: Με υπομονή, επιμονή, ανθρωπιστική διάθεση σίγουρα, και never give an inch. Το να αρχίζεις να κάνεις το χατίρι των άλλων, είναι κάτι που δεν έχει πάτο.

ελc: Τελευταία σε καλούν αρκετά σε συζητήσεις που έχουν να κάνουν με την πολιτική και τι θα κάνουμε.
Σ.Τ.: Έχω κάποια ιδέα για το τι πρέπει να κάνουμε, αλλά δεν είμαι η μόνη που έχει μια ιδέα, είναι πολλοί. Το ότι πρέπει να γίνουν μεταρρυθμίσεις τώρα, δηλαδή ήδη απ’ το 2009, είναι κάτι που λέμε και ξαναλέμε, αλλά κανείς δεν έχει τη βούληση να το κάνει. Ίσως είναι η τελευταία ευκαιρία, αλλά το λέμε πολύ κι αυτό… «η τελευταία μας ευκαιρία». Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στη ζωή βάζουν μυαλό. Μυαλό έβαλε μέχρι και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ο πρεσβύτερος. Το ‘55 ήταν ένα βαλκανικό φασιστοειδές, δεν μπορεί κανείς να πει το ίδιο για τον Καραμανλή του ‘74.
Οπότε φαντάζομαι ότι επειδή είμαστε προϊόντα της εποχής μας, μπορούν να αναπτυχθούν δημιουργικές δυνάμεις, και παλιές και πιο καινούριες, που να μας οδηγήσουν σε μια διαφορετική κοινωνία. Πρέπει να το θέλουμε κι εμείς βέβαια.

ελc: Δε σε καταβάλλει όμως η τωρινή παρακμή;
Σ.Τ.: Κάθε παρακμή είναι και μια μεγάλη ευκαιρία για το μεγάλο άλμα προς τα μπρος. Δεν μπορώ να δεχτώ ότι αυτή η πορεία δεν μπορεί να πάει παρακάτω. Δεν μπορώ.

Το βιβλίο «Για την αγάπη της γεωμετρίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη