«Το Συνέβη στο Σόχο» ξεκινά, η Ελοΐζ παίζει στο δωμάτιό της τους δίσκους βινυλίου με τραγούδια της δεκαετίας του εξήντα, χορεύει με τα τραγούδια, τίποτα στο δωμάτιο, στα ρούχα της, στο στυλ της, δεν μαρτυρά ότι η Ελοΐζ ζει στο σήμερα των ηλεκτρονικών συσκευών, των smartphones και του ψηφιακού κόσμου και όχι στη δεκαετία του εξήντα. Ο Έντγκαρ Ράιτ παίζει το πρώτο τoυ παιχνίδι με τον χρόνο χωρίς άλλα τρικ, αλλά μόνο δείχνοντάς μας ένα νέο κορίτσι που ζει στο παρελθόν ως αισθητική επιλογή και ως επιλογή διαμόρφωσης προσωπικότητας.

Κι αν αυτός είναι ο ας τον πούμε σχετικά νορμάλ τρόπος να ζεις στο παρελθόν, η Ελοΐζ θα αρχίσει σιγά σιγά να ζει στο παρελθόν και με τρόπους κάθε άλλο παρά νορμάλ. Καταρχάς ως τώρα της κρατούσε συντροφιά η εικόνα της μαμάς της που εμφανιζόταν μπροστά της ξαφνικά, της μαμάς της που αυτοκτόνησε όταν η Ελοΐζ ήταν παιδί γιατί έπασχε από κάποια ψυχική διαταραχή. Την έχει κληρονομήσει και η Ελοΐζ; Η γιαγιά της, που ζει μαζί της κάπου στην Κορνουάλη, ανησυχεί. Η Ελοΐζ τη διαβεβαιώνει ότι δεν βλέπει την εικόνα της μαμάς της πια. Η Ελοΐζ έχει επίσης το καλύτερο νέο: έγινε δεκτή στο London College of Fashion και το όνειρό της να γίνει σχεδιάστρια μόδας μπορεί πια να αρχίσει να πραγματοποιείται.

Αλλά η πρώτη επαφή με το Λονδίνο παραείναι πραγματική και σύγχρονη για την ιδιοσυγκρασία της κι έτσι αφενός αφήνει τη συγκατοίκηση στη φοιτητική εστία και αφετέρου, στη σοφίτα του παλιού λονδρέζικου σπιτιού που νοικιάζει, αρχίζει κάθε βράδυ να ταξιδεύει αλλού: στην εποχή των αγαπημένων της τραγουδιών, στο Λονδίνο των swinging sixties. Εντάξει, θεωρητικά ονειρεύεται και τα βλέπει όλα στον ύπνο της, αλλά παραείναι έντονα όλα όσα βλέπει για να είναι απλά όνειρο. Πρωταγωνίστρια άλλωστε στο όνειρο – μη όνειρό της δεν είναι η ίδια, αλλά μια άλλη νέα κοπέλα, η Σάντι, που μοιάζει να είναι κάτι σαν alter ego της από το παρελθόν.

Βραδιά τη βραδιά η Ελοΐζ θα δει να ξετυλίγεται μπροστά της σε συνέχειες η ιστορία της Σάντι, που ονειρεύεται να γίνει τραγουδίστρια στο Σόχο του τότε. Το χτύπημα του ξυπνητηριού θα την επαναφέρει κάθε πρωί στο Σόχο του σήμερα, μέχρι που φυσικά τα πράγματα θα αρχίσουν να μπερδεύονται ακόμη περισσότερο στο μυαλό της.

Κι όλο αυτό το μπρος πίσω στον χρόνο, στην πραγματικότητα ( ; ) του χθες και την πραγματικότητα του σήμερα, ενορχηστρώνεται από τον μεγάλο δεξιοτέχνη του fun (“Shaun of the Dead”, “Hot Fuzz”, “Scott Pilgrim vs the World”, “Baby Driver”) Έντγκαρ Ράιτ, με τρόπο που αποτελεί τον ορισμό της κινηματογραφικής απόλαυσης, με τα τραγούδια να δένουν τις σκηνές μεταξύ τους και το ανεβοκατέβασμα της έντασής τους να αποτελεί οργανικό τμήμα του μοντάζ. Και το γεγονός ότι ενώ έχεις μπει για τα καλά στην ατμόσφαιρα της απόλαυσης, ενώ είσαι μέσα στην καρδιά της απόλαυσης, βλέπεις ξαφνικά τη νοσταλγία να σου γυρνάει μπούμερανγκ και την εξιδανίκευση του παρελθόντος να καταρρέει μέσα σε δυο πλάνα, είναι ακόμη μεγαλύτερη μαγκιά του Ράιτ: το παρελθόν δεν ήταν αυτό που νομίζετε, πίσω από τη λάμψη και το κέφι υπήρχε μια εντελώς μαύρη πλευρά.

Και ότι το έργο, χωρίς να αλλάζει τελικά ύφος (ή αλλάζοντας τόσο μαεστρικά ύφος που είναι σαν να μην άλλαξε ποτέ), περνάει από την τέρψη του θεατή στην κοινωνική στόχευση, και αρχίζει να μιλάει για πράγματα πάρα πολύ βαριά, όχι μόνο δεν σε ξενίζει, όχι μόνο δεν σε πετάει έξω, αλλά αντίθετα σε κάνει ακόμη περισσότερο συντονισμένο: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε «μόνο» με απόλαυση λες, εδώ ο τύπος λέει και κάτι και δη με τρόπο ιδιαίτερα ευρηματικό, ιδιαίτερα συναρπαστικό, αναμιγνύοντας τα κινηματογραφικά είδη. Από συντονισμένος είσαι πλέον ενθουσιασμένος.

Αλλά.

Αλλά δυστυχώς, φτάνοντας στο τελικό μέρος της ταινίας, τα πράγματα αρχίζουν να παραμπουρδουκλώνονται από πλευράς περιεχομένου. Ο Ράιτ σαν να πριονίζει το κλαδί, στο οποίο καθόταν κι ενώ είχε καταφέρει να φτιάξει ένα κινηματογραφικό υβρίδιο με εικόνες που θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να έχουν βάρος και μετά τη θέαση της ταινίας (και γιατί όχι να γίνουν και σημείο αναφοράς), πετάει διάφορες ανατροπές που μάλλον τρικυμία εν κρανίω μαρτυρούν παρά κάποια -έστω άστοχη- στόχευση, φτάνοντας ακόμη και στα όρια της εκούσιας παρωδίας ή της ακούσιας αυτοπαρωδίας.

Με άλλα λόγια, άλλες δεξιότητες αποτελεί το παιχνίδι με τα κινηματογραφικά είδη και η διατήρηση της ισορροπίας του ύφους και εντελώς άλλες δεξιότητες (τις οποίες, σε αντίθεση με τον Ράιτ, επέδειξε π.χ. παλιότερα ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο στον «Λαβύρινθο του Πάνα») αποτελεί η διατήρηση μιας καθαρής και όχι θολής ματιάς στο τι στον πι ήθελες τελικά να πεις.

Ακόμα κι έτσι όμως, τα πρωτογενή υλικά του «Συνέβη στο Σόχο», το στυλ, η οπτικοακουστική γιορτή, η αγάπη του Ράιτ για αυτά που κινηματογραφεί, η ικανότητά του να φτιάχνει μαζί με τους συνεργάτες του έναν κινηματογραφικό κόσμο με αποτύπωμα, παραείναι θελκτικά για να βάλεις τελικό αρνητικό πρόσημο στην ταινία. Θα παραμείνω στο θετικό πρόσημο, αφού το τέλος δεν αναίρεσε συνολικά στα μάτια μου την ταινία, μου άφησε όμως την αίσθηση ενός πολύ μεγάλου κρίμα για τη χαμένη ευκαιρία, γιατί βρεθήκαμε πολύ κοντά σε μια ταινία που θα μπορούσε να λειτουργεί υποδειγματικά σε κάθε επίπεδο.