Ανορθογραφία: Ξεκινάω ανορθόγραφα το κείμενο, υποκύπτοντας στον πειρασμό να αναλωθώ στην εναρκτήρια παράγραφο σε μια κρυάδα. Επανεκδίδεται πενήντα χρόνια μετά την πρώτη -λογοκριμένη- προβολή της η «Συνοικία το Όνειρο» και προβάλλεται μάλιστα στην περιοχή που γυρίστηκε, στα Άνω Πετράλωνα, όπου το 1961 υπήρχε ακόμα μια παραγκούπολη στην εντελώς υποβαθμισμένη γειτονία «Ασύρματος». Όλα μοιάζουν διαφορετικά, ένας κόσμος που ανήκει στο παρελθόν, ωστόσο κάτι έχει παραμείνει αναλλοίωτο: σε μια σκηνή της ταινίας, πίσω από μια πόρτα που κλείνει, διακρίνουμε σε έναν τοίχο να γράφει «ΟΛΗΜΠΙΑΚΟΣ». Και θέλει δεν θέλει το μυαλό πάει λίγες μέρες πριν σε ένα από τους τελικούς του μπάσκετ, όταν οπαδοί του Ολημπιακού με ύψιλον είχαν αναρτήσει πανό όπου επαίρονταν για κάποιους που έστειλαν στον «ΕΒΑΓΓΕΛΙΣΜΟ»: μισόν αιώνα ανορθόγραφοι.

Πείνα: Και τώρα πώς πηγαίνουν από την κρυάδα σε ένα θέμα τόσο οριακό; Πηγαίνουν. Την Κυριακή το βράδυ στη Συνέλευση της Πλατείας Συντάγματος κάποιος μιλάει για την πείνα στην Αθήνα. Για μαθητές που λιποθυμούν στα διαλείμματα από την πείνα. Για την ανάγκη οργάνωσης συλλογικής άμυνας (με συσσίτια κλπ) απέναντι σε αυτήν την πείνα. Τον ακούω και αρνούμαι να δεχτώ ότι ισχύει. Δεν μπορεί, σκέφτομαι, θα υπερβάλλει. Δεν λιποθυμούν μαθητές από την πείνα. Δίπλα δίπλα οι λέξεις «Πείνα» και «Αθήνα» μου ακούγονται εξωτικές, παράδοξες, αταίριαστες. Ο συνδυασμός τους μοιάζει αναχρονιστικός. Και αναρωτιέμαι γιατί οι λέξεις να είναι τόσο ταμπού, ενώ οι σχετικές εικόνες παντού γύρω μας αφομοιώνονται και γίνονται μέρος της καθημερινότητάς μας. Γιατί το να ονοματίζεις το τέρας σοκάρει τόσο, ενώ το να το βλέπεις και να σιωπείς όχι. Λες και επειδή αυτά που βλέπω γύρω μου δεν συμβαίνουν αμέσως σε μένα, λες και επειδή εγώ δεν πεινάω, πάει να πει ότι δεν υπάρχει και πείνα στην Αθήνα. Λες και το 2011 μπορεί να υπάρχει ό,τι άλλο, κρίση, ανεργία, μιζέρια, οτιδήποτε αντιστοιχεί εν πάση περιπτώσει στο 2011, πάντως όχι πείνα: αυτή ανήκει στο οριστικό παρελθόν. Μα, ας δούμε στην ταινία πώς ζούσαν στον Ασύρματο το 1961 και ας μην είμαστε τόσο μελοδραματικοί; Και τότε γιατί να μη δούμε πόσοι στο 2011 ψάχνουν στα σκουπίδια, πόσοι κοιμούνται στο δρόμο, πόσο αποστεωμένοι είναι αυτοί που καραδοκούν στα φανάρια για να μας πλύνουν τα τζάμια;

Είναι λοιπόν η «Συνοικία το Όνειρο» επίκαιρη με τον πλέον απροσδόκητο τρόπο; Όχι ακριβώς. Αλλά ας το δούμε ως εξής: αν την βλέπαμε το καλοκαίρι του 2008 δεν θα κάναμε καν κάποια σκέψη περί επικαιρότητας. Αν τώρα ακούγεται τραβηγμένο, ελάχιστα καλοκαίρια πριν θα ήταν αδιανόητο. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως τα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε πολύ. Και πως όπου και να οδηγήσει τώρα μια ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου, η ζωή έχει αλλάξει: πενήντα χρόνια πίσω τεχνολογικά δεν γίνεται να γυρίσουμε. Οι φτωχοί του 2011 δεν είναι ίδιοι με τους φτωχούς του 1961. Ούτως ή άλλως ζούνε σε έναν διαφορετικό τεχνολογικά (και όχι μόνο) κόσμο. Από εκεί και πέρα, πράγματι, όποιος πεινάει, πάντα με τον ίδιο τρόπο θα πεινάει.

Λογοκρισία: Η λογοκρισία και οι διώξεις που γνώρισε η ταινία είχαν να κάνουν με το ότι έδειχνε μια αντιτουριστική εκδοχή της Αθήνας και γενικότερα του τρόπου ζωής, με το ότι έδειχνε λίγο κάτω από την Ακρόπολη ανθρώπους να ζουν σε άθλιες συνθήκες, αντί για μια ευημερούσα πρωτεύουσα. Η απεικόνιση του αποσιωπημένου χώρου, του αντιεμπορικού χώρου, του δυσάρεστου χώρου. Ένας κόσμος που δεν θέλουμε να βλέπουμε. Ο Αλεξανδράκης μαζί με την τότε σύζυγό του Αλίκη Γεωργούλη μολονότι δεν προέρχονταν από αυτόν τον κόσμο αποφάσισαν ότι έπρεπε να τον δουν και να τον δείξουν. Και αυτή τους η χειρονομία, αυτό τους το κοίταγμα έχει την μεγαλύτερη αξία. Και ίσως ένα στοίχημα για τον σημερινό ελληνικό κινηματογράφο είναι μαζί με όλους τους γόνιμους δρόμους που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια, να μπει στα γκέτο και να γυρίσει ταινίες εκεί γιατί εκεί σήμερα υπάρχουν χειρότεροι Ασύρματοι και ακόμη μεγαλύτερη αποσιώπηση.

Ανθεκτικότητα: Ενώ σε επίπεδο εικόνας η ταινία δείχνει -με την εξαίρεση λιγοστών σκηνών- ιδιαίτερα ανθεκτική, διατηρώντας το ήθος της χειρονομίας της, το ήθος της αλήθειάς της (η φωτογραφία του Δήμου Σακελλαρίου είναι άλλωστε πρώτης ποιότητας και η ματιά του Αλεξανδράκη πολύ αξιόλογη), σε επίπεδο σεναριακό, σε επίπεδο ιστορίας, πλοκής, χαρακτήρων τα πράγματα μοιάζουν πολύ λιγότερο αληθινά και πολύ λιγότερο ανθεκτικά. Εκεί όμως που δεν έχουμε να κάνουμε με απλή ανθεκτικότητα αλλά με κάτι πολύ μεγαλύτερο είναι με τις κλασικές μουσικές του Μίκη Θεοδωράκη που ακούγονται στην ταινία και ακόμη περισσότερο με το μεγάλο τραγούδι του σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη, το «Βρέχει στη Φτωχογειτονιά». Και μια ενδιαφέρουσα ερώτηση είναι γιατί αυτή η διαφορά; Λόγω κλάσης; Επειδή ο Αλεξανδράκης δεν ήταν το σκηνοθετικό αντίστοιχο του Θεοδωράκη; Όχι μόνο. Η διαφορά είναι και εγγενής: τα τραγούδια είναι γενικά πολύ πιο ανοξείδωτα στο χρόνο από τις ταινίες. Η κινηματογραφική γλώσσα είναι ένα σύνθετο κατασκεύασμα που υπόκειται σε συνεχή διαμόρφωση. Οι εικόνες από τις νεότερες ταινίες επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τις παλιές. Πολύ πιο αρχέγονο πράγμα το τραγούδι, απευθύνεται σε πιο πρωτογενείς ευαισθησίες μας.

Είσαι μικρός και δεν χωράς τον αναστέ, τον αναστέναγμό μου. Όλα αυτά που η φωνή του Μπιθικώτση χωρά στο «α» του «δεν χωράς». Σπάνια ένα φωνήεν έχει υπάρξει τόσο ανατριχιαστικά ευρύχωρο.