Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Στη λογοτεχνική ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, μόλις δεκατέσσερις συγγραφείς έχουν κατακτήσει και τα δύο μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία για την κατηγορία της μυθοπλασίας: το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου και το Βραβείο Πούλιτζερ. Η λίστα των συγγραφέων που έχουν κατακτήσει το Βραβείο Πούλιτζερ δύο φορές, είναι ακόμη πιο σύντομη: μόλις τέσσερις (μεταξύ αυτών ο μεγάλος Γουίλιαμ Φόκνερ). Αν τώρα μετρήσουμε πόσοι συγγραφείς έχουν κατακτήσει το βραβείο Πούλιτζερ για δύο διαδοχικά τους μυθιστορήματα, τότε πλέον μας προκύπτει μόλις ένα όνομα, αυτό του Κόλσον Γουάιτχεντ. Θα μου πείτε, έχουν τόσο μεγάλη σημασία όλα αυτά; Είναι ο Κόλσον Γουάιτχεντ μεγαλύτερος συγγραφέας από τον Φόκνερ; Προφανώς και όχι. Η βράβευση λογοτεχνικών έργων (και έργων τέχνης ευρύτερα) είναι μια περίπλοκη υπόθεση, εν πολλοίς άτοπη και σαφώς μπορεί να λειτουργήσει αποπροσανατολιστικά. Το παραπάνω στοιχείο όμως υποδηλώνει τη δυναμική του Κόλσον Γουάιτχεντ στη σύγχρονη αμερικανική πεζογραφία. Κι αν κάποιος καχύποπτος ισχυριστεί ότι ο Γουάιτχεντ είναι ο σωστός άνθρωπος στη σωστή στιγμή, ένας μαύρος συγγραφέας σε μια εποχή που η φυλετική ένταση στις Η.Π.Α. οδηγεί τους φιλελεύθερους κύκλους της διανόησης να προωθήσουν έναν Αφροαμερικανό πεζογράφο (από προνομιούχο, βεβαίως,  περιβάλλον), είναι τουλάχιστον άδικο να παραβλέψει κανείς ότι ο Γουάιτχεντ είναι ένας αν μη τι άλλο πολύ χαρισματικός συγγραφέας με εξαιρετικό «αυτί» για τον παλμό της εποχής του.

Το 2016, η έκδοση του ιστορικού του μυθιστορήματος Ο Υπόγειος Σιδηρόδρομος (εκδόσεις Ψυχογιός), με θέμα το δίκτυο αλληλοβοήθειας για δραπέτες σκλάβους με προορισμό τον Καναδά στην προεμφυλιακή Αμερική, γνώρισε τεράστια επιτυχία κατακτώντας και τα δύο μεγάλα λογοτεχνικά βραβεία. Το 2019, η κυκλοφορία του αμέσως επόμενου έργου του Τα Αγόρια του Νίκελ, απέσπασε και πάλι το Βραβείο Πούλιτζερ και ψηφίστηκε ως ένα από τα δέκα σημαντικότερα αμερικανικά μυθιστορήματα του εικοστού πρώτου αιώνα από το περιοδικό Time.

Πρωταγωνιστής είναι ο Έλγουντ, ένα νεαρό μαύρο αγόρι από το Ταλαχάσι της Φλόριντα που ζει με τη γιαγιά του και χαρακτηρίζεται από σοβαρότητα, φιλομάθεια, εργατικότητα και λατρεία για τον Δρ Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, όταν με πολλές θυσίες γίνονταν τα πρώτα βήματα προς τη σταδιακή κατάργηση του φυλετικού διαχωρισμού στον Αμερικάνικο Νότο, αλλά που ο ρατσισμός σε αυτές τις πολιτείες παρέμενε όχι μονάχα κραταιός, αλλά εν πολλοίς και κρατικός. Ο Έλγουντ βρίσκεται στο λάθος μέρος τη λάθος στιγμή: κάνει οτοστόπ και μπαίνει σε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο. Αυτό και το χρώμα του δέρματός του αρκεί για να καταδικαστεί σε εγκλεισμό στην Ακαδημία Νίκελ, ένα περιβόητο αναμορφωτήριο για αγόρια με μακρά (και όπως σύντομα αποδεικνύεται, φρικτή) ιστορία.

Η ακαδημία Νίκελ είναι για τον Γουάιτχεντ εκτός από ιδανικός καμβάς για να ξετυλίξει την ανατριχιαστική ιστορία του, και ένα πλούσιο συμβολικό πεδίο. Όπως το φαλαινοθηρικό Πίκουοντ αποτέλεσε για τον Χέρμαν Μέλβιλ ένα ιδανικό σύμβολο για την αμερικανική δημοκρατία, έτσι και η ακαδημία μοιάζει να συνοψίζει την κατάσταση της αμερικανικής κοινωνίας, με όλες της τις παθογένειες: είναι φυλετικά διαχωρισμένη (στον βόρειο τομέα τα μαύρα αγόρια και στον νότιο τα λευκά, αντίστοιχα και οι επιστάτες και επιτηρητές), η διαφθορά βρίσκεται παντού, ενώ η καλύβα όπου γίνονται τα φριχτά μαστιγώματα (και ενίοτε φόνοι) αποκαλείται «Λευκός Οίκος», με τον υπαινιγμό να είναι μάλλον υπερβολικά προφανής και ξεκάθαρα προορισμένος προς τον παρόντα ένοικο του Λευκού Οίκου. Βασανισμοί, βιασμοί, συστηματική κακοδιαχείριση κρατικών πόρων, όλα αποτελούν κομμάτι της καθημερινότητας στην ακαδημία Νίκελ. Η κυρίαρχη σταθερά όμως είναι η βία.

Στο αριστούργημά του Ματοβαμμένος Μεσημβρινός, ο Κόρμακ Μακάρθι αποτύπωσε με ανατριχιαστικό τρόπο τη βία ως κινητήριο μοχλό του εποικισμού της αμερικάνικης Δύσης. Όμως ο Μακάρθι αναφερόταν στην ανεξέλεγκτα βίαιη ανθρώπινη φύση εκτός των ορίων του πολιτισμού, σε ένα περιβάλλον ανομίας και αμοραλισμού. Ο Γουάιτχεντ αντιθέτως αναφέρεται στη συστημική, θεσμική, κρατική βία. Βία που όχι απλά ανέχονται οι θεσμοί αλλά και πηγάζει από αυτούς ή έστω την ελαττωματική εφαρμογή τους. Το μυθιστόρημα σαφώς και έχει φυλετικό πρόσημο, σαφώς και εστιάζει στο πώς το σύστημα και οι θεσμοί του έχουν χτιστεί ώστε να συνθλίβουν κατά προτεραιότητα τη μαύρη κοινότητα, αλλά εν τέλει η βία του συστήματος μπορεί να καταπιεί τους πάντες. «Η βία είναι ο μόνος μοχλός που μπορεί να κινήσει τον κόσμο», αναφέρει χαρακτηριστικά ο αφηγητής Γουάιτχεντ.

Τα Αγόρια του Νίκελ σαφώς και δεν είναι ένα από τα δέκα καλύτερα αμερικανικά μυθιστορήματα του εικοστού πρώτου αιώνα, δεν ξέρω καν αν είναι ένα από τα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα της χρονιάς στης Ηνωμένες Πολιτείες. Είναι όμως ένα πολύ καλό βιβλίο από έναν εμφανώς πολύ καλό συγγραφέα. Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα από ιστορίες σχετικά με την ιδρυματική βία και την επιρροή της στην ανθρώπινη ψυχή, ιστορίες για αναμορφωτήρια, φυλακές, ψυχιατρεία, στρατιωτικές σχολές, το μυθιστόρημα του Γουάιτχεντ από αυτή την άποψη δεν κομίζει κάτι καινούριο. Αυτό που τον κάνει να διαφέρει όμως είναι η ικανότητά του να αφουγκράζεται τις ιδιαιτερότητες της εποχής μας και να τις ενσωματώνει αλληγορικά στο βιβλίο. Αν και το βιβλίο γράφτηκε πριν από τις πρόσφατες ταραχές για τις νέες περιπτώσεις αστυνομικής βίας έναντι μαύρων πολιτών και τις ακόλουθες συγκρούσεις ανάμεσα σε παραστρατιωτικές οργανώσεις που λειτουργούσαν με την ανοχή των δυνάμεων καταστολής και των διαδηλωτών, το μυθιστόρημα είναι λες και απευθύνεται ακριβώς σε αυτή την επικαιρότητα. Αυτό είναι επίτευγμα όπως κι αν το δει κανείς.

Info:

«Τα αγόρια του Νίκελ» του Κόλσον Γουάιτχεντ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος