Το θέατρο, αυτό το τόσο υβριδικό είδος που εντέλει εμπεριέχει κάθε άλλη μορφή τέχνης, έχει προ πολλού σταματήσει να αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σχέση μεταξύ κειμένου και σκηνής. Στις σύγχρονες παραστάσεις, κάθε επιμέρους στοιχείο (ήχοι/μουσική, σκηνικό/αντικείμενα, videos, φωτισμοί, χορός/κίνηση κ.ά.) έχει πάψει να λειτουργεί απλώς ως φορέας της σκηνοθετικής άποψης και διεκδικεί την ισότιμη συμμετοχή του ως μέρος ενός συνολικού σκηνικού δημιουργήματος. Το παραπάνω – που αφορά ακόμη και παραστάσεις που έχουν να κάνουν με την «παραδοσιακή» σχέση σκηνοθέτη και θεατρικού έργου (χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο «Φαέθων», που σκηνοθέτησε πέρυσι ο Δημήτρης Καραντζάς, όπου το ηχητικό περιβάλλον απέκτησε σχεδόν «σωματική» παρουσία) – γίνεται, αναμενόμενα, ιδιαιτέρως αντιληπτό στις παραστάσεις του επινοημένου θεάτρου, εκεί όπου το κείμενο δεν αποτελεί προαπαιτούμενο και η παράσταση δομείται πάνω σε πολλά άλλα θεμέλια· θεατρικό έργο δεν υπάρχει αλλά μονάχα «κείμενο παράστασης» – και κείμενο παράστασης γίνεται οτιδήποτε διαδραματίζεται επί σκηνής, τόσο οι λέξεις, επινοημένες από τους συντελεστές ή δανεισμένες από το μεγάλο φάσμα της ανθρώπινης διανόησης, όσο και οι δράσεις.

Υποθέτω πως η απεμπλοκή από ένα, συγκεκριμένο θεατρικό έργο αποτελεί σταθερή επιλογή των ομάδων του devised theatre (και) λόγω της ευκολίας που τους προσφέρει να εκφραστούν όπως ακριβώς επιθυμούν, σταματώντας επιλεκτικά σε όποιο κείμενο τους εξυπηρετεί και καταθέτοντας συχνά και τα δικά τους – τι καλύτερο από το να πεις αυτό που θέλεις να πεις με τις δικές σου λέξεις, αντί να ψάχνεις ποιο από τα ήδη υπάρχοντα κείμενα εκφράζει τις σκέψεις σου· αναρωτιέμαι όμως αν καταλαβαίνουν οι ίδιοι πως αυτή η «ευκολία» βάζει στην πραγματικότητα τεράστιες τρικλοποδιές. Το κείμενο της παράστασης δεν παύει να υπόκειται στους ίδιους κανόνες με κάθε άλλο (θεατρικό) έργο· μάλιστα, καθώς πια πρόκειται για ένα υλικό «τρισδιάστατο» και ανομοιογενές (λόγος -συνήθως αποσπασματικός ή/και διαφορετικών ειδών- και δράσεις), από μία άποψη η δουλειά της ομάδας είναι πολύ δυσκολότερη, αφού καλούνται να γίνουν, εκτός από σκηνοθέτες και ερμηνευτές, συγγραφείς και δραματολόγοι. Κι όπως ένα θεατρικό έργο δεν αρκεί να έχει ενδιαφέρον θέμα, αλλά και να χειρίζεται ικανοποιητικά τα εργαλεία της δραματικής γραφής, έτσι μια devised παράσταση δεν αρκεί να έχει μια ωραία ιδέα, αλλά να βρει τα σκηνικά εκείνα εργαλεία που θα τη μεταδώσουν επιτυχώς. Η ιδέα είναι η αρχή· το πώς θα εκφρασθεί είναι το στοίχημα.

blitz 3_photo Elina Giounanli
Στιγμιότυπο από την παράσταση «6 a.m. How to disappear completely» των Blitz

Όλα τα παραπάνω θέτουν σε ένα θεωρητικό πλαίσιο τη θολή εικόνα που αποκόμισα από την τελευταία δουλειά των Blitz, όσον αφορά την πρόσληψη και την επιδραστικότητά της· με τον αινιγματικό τίτλο «6 a.m. How to disappear completely» και με βασικό θεματικό μοτίβο τον στίχο του Χαίλντερλιν, «Καθημερινώς εξέρχομαι και αναζητώ κάτι άλλο» (από τους «Θρήνους του Μένωνος προς τη Διοτίμα»), η ομάδα δεν νομίζω ότι κατάφερε να κατεβάσει στην πλατεία κάτι περισσότερο από μια γενική ιδέα: σε ένα μεταίχμιο μεταξύ καταστροφής και αναγέννησης, μέσα σε ένα σκηνικό που ορίζεται από σκαλωσιές, ο άνθρωπος είναι αυτός που θα ανοικοδομήσει τον νέο κόσμο. Αυτό πάνω-κάτω ήθελαν να μας πουν οι Blitz, το οποίο βρήκα δραματουργικά, αλλά και αισθητικά, ανεπαρκές, εξαιτίας όχι μόνο του -ελάχιστου- λόγου αλλά και του συνολικού σκηνικού «κειμένου», της σκηνικής δραματουργίας δηλαδή.

Είναι πάντως αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι devised παραστάσεις, ειδικότερα η οπτική και η προσέγγιση που επιφυλάσσουν οι devised παραστάσεις στα κείμενα, έχουν επηρεάσει την ίδια τη θεατρική γραφή. Το 2010, για παράδειγμα, το «Έσπασε» του Στέλιου Χατζηαδαμίδη, γραμμένο σαν κείμενο επινοημένου θεάτρου, αποσπασματικό και πολυσυλλεκτικό, χωρίς καθορισμένους χαρακτήρες, πλοκή και καθαρή δομή, βραβεύτηκε με το β΄ βραβείο συγγραφής θεατρικού έργου («Διάσπαρτες μνήμες του Χατζηαδαμίδη, εμπλουτισμένες με στίχους τραγουδιών, συνταγές μαγειρικής, σημειώσεις σε αρχεία word και ένα πλήθος από εμβόλιμες, “άχρηστες” όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος, πληροφορίες συγκροτούν το δραματικό σύμπαν του κείμενου», σημείωνε η Κορίνα Χαρίτου.

unnamed
Στιγμιότυπο από την παράσταση «Θέλω μια χώρα» του Ανδρέα Φλουράκη

Χαρακτηριστικό ανάλογο παράδειγμα αποτελεί και το έργο του Ανδρέα Φλουράκη, «Θέλω μια χώρα», που ανεβαίνει στο Θέατρο Τέχνης σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, μετά την καλοκαιρινή του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Αθηνών. Χωρίς πλοκή ή χαρακτήρες, το έργο αποτελεί μια ομαδική συνεκφώνηση, από την οποία θα προκύψουν οι όποιες ατομικές φωνές, ένα «χορικό» της νέας γενιάς για τη χώρα τους (μας). Το βασικό ερώτημα που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του έργου είναι: «Να φύγω ή να επανεφεύρω τη χώρα; Κι αν ναι, ποια υλικά να χρησιμοποιήσω;». Τα λόγια που καταθέτει ο Φλουράκης θα μπορούσαν να είναι το υλικό μιας devised παράστασης, αυτά που γεννήθηκαν από την ομάδα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της· η στόχευσή τους είναι σαφής, το περιεχόμενό τους λιτό, το ύφος του κειμένου διατηρεί την εντύπωση του «αυθόρμητου».

Ο Φλουράκης, βάζοντας σε πρώτο πλάνο τους σημερινούς εικοσάρηδες, αυτούς που εκφράζονται και επικοινωνούν με μονολεκτικά sms, emoticons και αργκό ακρωνύμια, υιοθετεί πάνωκάτω το γλωσσικό τους ύφος, την αποσπασματικότητα της σκέψης και του λόγου τους, την πεζολογία, ενίοτε και την αφέλειά τους· όμως, δεν εμβαθύνει στο υλικό του, δεν το οδηγεί κάπου, το καταθέτει περισσότερο σαν ένα είδος προφορικού «ντοκουμέντου» που έμεινε χωρίς επεξεργασία. Και κάτι ακόμη: η αφέλεια που προσδίδει σε αυτή τη νέα γενιά δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας για το μέλλον· αν η «νέα χώρα» ήταν να δημιουργηθεί από τέτοιους ελαφρόμυαλους, «αφασικούς» νεαρούς και νεαρές, δεν θα έπρεπε να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Η αίσθηση της υπερβολικής αφέλειας, βέβαια, διογκώθηκε και από το υποκριτικό ύφος που όρισε η σκηνοθεσία, όπως και από την αισθητική αντίθεση της γλώσσας του έργου από αυτή του Μανώλη Αναγνωστάκη, που ακούστηκε -όπως και του Ελύτη- μέσω του ρόλου της Ρένης Πιττακή (συνολικά, πάντως η Μαριάννα Κάλμπαρη καθοδήγησε το καλοδουλεμένο και απολύτως συγχρονισμένο υλικό της -απόφοιτοι και φοιτητές της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης-, έτσι ώστε να αποτελέσει ένα παλλόμενο, ολοζώντανο ανθρώπινο μωσαϊκό).

Αναρωτιόμουν τι κλείσιμο θα ταίριαζε στο παραπάνω κείμενο, όταν το μεσημέρι βρέθηκα στην παρουσίαση του προγράμματος του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων για τη φετινή σεζόν. Εκεί, η Αμαλία Μουτούση στην αναφορά της στον Λευτέρη Βογιατζή -που θα γιόρταζε σήμερα τα 71α γενέθλιά του- είπε: «αυτό που μου λείπει από τον Λευτέρη είναι η σχέση που ανέπτυσσε με το λόγο. Δεν ήταν μια διανοητική σχέση, δεν τον αντιμετώπιζε σαν κάτι ξέχωρο από τις αισθήσεις, ήταν μια σχέση σωματική». Ας μην ξεχαστεί.

Info παραστάσεων: