Αν τα πράγματα ήταν όπως τα ξέραμε η πιο σημαντική έκθεση αυτή την εποχή στο Λονδίνο θα ήταν η αφιερωμένη στον Ντέιβιντ Χόκνεϊ μεγάλη έκθεση με 150 έργα του από μουσεία και ιδιωτικές συλλογές στην National Portrait Gallery. Η έκθεση άνοιξε στις 27 Φεβρουαρίου και θα έληγε στις 28 Ιουνίου του 2020.

Τα έργα «εγκλωβισμένα» στην καραντίνα των μουσείων και των γκαλερί, στην απόλυτη σιωπή και το ανησυχητικό σκοτάδι του μουσείου θα μείνουν εκεί όπως φαίνεται για αρκετό καιρό. Όμως η παρουσία του Χόκνεϊ στη δημόσια ζωή μας ακόμα και αυτή την περίοδο μάς υπενθυμίζει διαρκώς τον λόγο για τον οποίο αγαπάμε αυτό τον καλλιτέχνη. Για τη διαρκή ανανέωση της τεχνικής και των υλικών του, για τον άφοβο πειραματισμό, για την αδιαπραγμάτευτη αγάπη του προς τη ζωή, τον έρωτα και τη φύση.

Η έκθεση David Hockney: Drawing from Life το αποδεικνύει περίτρανα. Αυτά είναι μερικά από τα έργα που εκτίθενται με τους γονείς, τη μητέρα του, τον επιμελητή του, τη μούσα του και τον εκτυπωτή των περίφημων χαρακτικών του, μέσα από μια ποικιλία μέσων καθώς και τη νεωτερική ανάγνωση των μεγάλων ζωγράφων στην ιστορία της τέχνης.

My Parents and Myself

Τον Ντέιβιντ Χόκνεϊ, τον επισκέφθηκαν οι γονείς του ενώ ζούσε στο Παρίσι (1973-5). Εκεί έκανε τα προπαρασκευαστικά σχέδια και πήρε φωτογραφίες για τον πίνακα. Σε αυτό τον πίνακα υπάρχει η αντανάκλασή του στον καθρέφτη ανάμεσα στους δυο γονείς του. Ο Χόκνεϊ έκανε ξανά το ίδιο έργο κάπως διαφορετικό, το οποίο υπάρχει σήμερα στη συλλογή της Tate και τον συγκεκριμένο καμβά νόμιζε για χρόνια ότι τον είχε πετάξει. Επιλέγοντας τα έργα για την έκθεση Drawing from Life στη National Portrait Gallery, ανακάλυψε τον πίνακα στο στούντιό του στο Λος Άντζελες.

Ως μαθητής, ο Χόκνεϊ είχε πάθος για την τέχνη, ακόμη και πριν καταλάβει πλήρως τι σημαίνει να είναι καλλιτέχνης. Στη Σχολή Τέχνης του Μπράντφορντ σπούδασε σχέδιο, ζωγραφική, μελέτη της ανατομίας και της προοπτικής. Λάτρευε τον Piero della Francesca και τον Pierre Bonnard και δεν άφησε ποτέ σε όλη τη διάρκεια της πολλών δεκαετιών καριέρας του αναξιοποίητο ούτε ένα κομμάτι χαρτί.

Αυτή η αυτοπροσωπογραφία, ένα κολάζ σε εφημερίδα φτιάχτηκε όταν ο Χόκνεϊ ήταν δεκαεπτά, μεταδίδει τη νεανική αυτοπεποίθηση ενός καλλιτέχνη που σε όλη τη ζωή του είχε τον απόλυτο έλεγχο της τέχνης του.

Το φθινόπωρο του 1983, ο Χόκνεϊ δημιούργησε αυτή την αυτοπροσωπογραφία με κάρβουνο που αποτελεί ένα από τα έργα μιας ολόκληρης σειράς στην οποία ζωγράφιζε καθημερινά -σαν να κρατά ημερολόγιο-, τον εαυτό του. Περνά μια δύσκολη περίοδο ενώ πολλοί φίλοι του έχουν αρχίσει να αρρωσταίνουν και να πεθαίνουν από AIDS. Η αυτοπροσωπογραφία αυτή είναι μια από τις ενδεικτικές της διάθεσής του που άλλαζε καθημερινά.

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, ο Χόκνεϊ έκανε μια σειρά από αυτοπροσωπογραφίες χρησιμοποιώντας την τεχνολογία που αναπτύχθηκε για τα iPads. Το 2012, ο καλλιτέχνης έκανε μια ψηφιακή αυτοπροσωπογραφία κάθε μέρα κατά τη διάρκεια 20 ημερών, εξερευνώντας τύπους χαρακτήρων και εκφράσεις προσώπου εμπνευσμένα από σκίτσα των Old Masters, όπως του Rembrandt.

Με τον τρόπο του Βαν Γκογκ ο Χόκνεϊ ζωγραφίζει τη μητέρα του με μελάνι στο χρώμα της σέπιας. Ο Χόκνεϊ απεικόνισε τη θλίψη της μητέρας του μετά τον θάνατο του πατέρα του καθώς τον κοιτάζει κατάματα.

Ο Χόκνεϊ ζωγραφίζει την σχεδιάστρια υφασμάτων και στενή του φίλη από τη δεκαετία του ’60 Celia Birtwell. Έχουν μέχρι σήμερα μια στενή φιλική σχέση και τους συνδέει το ίδιο χιούμορ και ο θαυμασμός τού ενός προς το έργο του άλλου. Την έχει ζωγραφίσει πολλές φορές και είναι ένα από τα αγαπημένα του μοντέλα, ενώ πάντα δίνει μεγάλη σημασία στον τρόπο με τον οποίο απεικονίζει τα διακριτικά και ρομαντικά σχέδια υφασμάτων των ρούχων της, μερικά από τα οποία είναι εμπνευσμένα από το έργο του.

Ο Γκρέγκορι Έβανς και ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ είναι στενοί φίλοι για πενήντα χρόνια και, μαζί με τη Celia Birtwell και τον Maurice Payne, ήταν συχνά μοντέλο στα έργα του. Ο Γκρέγκορι γνώρισε τον καλλιτέχνη στο Λονδίνο μέσω του ατζέντη του στο Λος Άντζελες, Nick Wilder. Ξεκίνησαν μια οικεία σχέση στο Παρίσι το 1974, όταν και οι δύο ζούσαν στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα: ο Γκρέγκορι στη rue de Dragon και ο καλλιτέχνης σε μικρή απόσταση με τα πόδια στην Cour de Rohan. Ο ρόλος του άλλαζε με τα χρόνια από εραστή και βοηθού στο στούντιο σε επιμελητή και αξιόπιστου σύμβουλου. Οι δυο τους ταξίδεψαν στην Ευρώπη και πολλά μέρη του κόσμου. Αυτό το σχέδιο έγινε στη Ρώμη στην αρχή της σχέσης τους. Ο Χόκνεϊ χρησιμοποιεί στυλό για να συλλάβει τη γοητεία του νεαρού με τον οποίο ήταν πολύ ερωτευμένος.

Πάντα ενδιαφερόταν να πειραματιστεί με διαφορετικά μέσα, και στη δεκαετία του ’80 έκανε μια σειρά έργων με Polaroids για να δημιουργήσει ένα πορτραίτο ανανεώνοντας την έννοια του κυβισμού.

Η δια βίου φιλία του τυπογράφου Μορίς Πέιν με τον Χόκνεϊ ξεκίνησε στο Λονδίνο στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όταν δούλεψαν μαζί για το Illustrations from Fourteen Poems από τον CP Cavafy (1967). Ο Πέιν είχε στούντιο εκτυπώσεων στο Λος Άντζελες και συνεργάστηκαν με τον Χόκνεϊ σε πολλά καινοτόμα έργα του πειραματιζόμενοι με νέες τεχνικές και ασυνήθιστα εργαλεία.