Τα παιδιά αγαπούν το θέατρο, όχι τυχαία, καθώς τους θυμίζει τα δικά τους παιχνίδια: το πλάσιμο ιστοριών, πολλές φορές εκ του μηδενός, η φαντασία, οι εναλλαγές ρόλων, η λιτότητα των μέσων, η πολυχρηστικότητα των αντικειμένων, είναι όλα στοιχεία που συναντούμε εξίσου στο παιδικό παιχνίδι και στο (παιδικό) θέατρο. Το θέατρο στα μάτια των παιδιών φαντάζει ταυτόχρονα ένας γνώριμος και ένας άγνωστος κόσμος. Παίζει με τις συμβάσεις των δικών τους παιχνιδιών, αλλά ταυτόχρονα τους βάζει στη θέση των θεατών, όχι των συμμετεχόντων. Αυτή την απόσταση –που καταλύεται μέχρι ενός σημείου χάρη στον αυθορμητισμό με τον οποίο μπαίνουν τα παιδιά μέσα στο θέαμα– έρχονται να καλύψουν οι διαδραστικές παιδικές παραστάσεις που αυξάνονται συνεχώς.

Μία τέτοια είναι και η παράσταση «Το κορίτσι που ζήτησε μια βελόνα, μια απλή βελόνα», βασισμένη στο ομώνυμο παραμύθι του Χρήστου Μπουλώτη, που εμπνεύστηκε, σκηνοθέτησε και ερμηνεύει η Αριστέα Κοντραφούρη σε συνεργασία με το εικαστικό θέατρο κούκλας «Πράσσειν Άλογα». Η παράσταση ποντάρει ιδιαίτερα στη συμμετοχή του κοινού, ανήλικου και ενήλικου, ήδη από την εισαγωγή της που διαδραματίζεται στο φουαγιέ του θεάτρου Βαφείο και αποτελεί μια μύηση στην ιδέα που γέννησε την παράσταση («είναι πολύ ωραίο να βάζεις τα παιδιά στο μυστικό σου χώρο, είναι σαν να τους ανοίγεις μια τρυπούλα για να κρυφοκοιτάξουν τη διαδικασία της δημιουργίας σου», μου εκμυστηρεύτηκε η δημιουργός της παράστασης), μέχρι το τέλος της, που διαμορφώνεται σύμφωνα με την κρίση και τις προτάσεις των παιδιών. Στο ενδιάμεσο, τα παιδιά, αλλά και οι γονείς, θα επιφορτιστούν αρκετές φορές με βοηθητικούς ρόλους πάνω και κάτω από τη σκηνή. Μάλιστα, η Αριστέα Κοντραφούρη άλλαξε το αδιέξοδο και απαισιόδοξο φινάλε του παραμυθιού, όχι για τις ανάγκες ενός αόριστου happy end, αλλά ακριβώς για να εισάγει τα παιδιά στη διαδικασία της συμμετοχής, της κρίσης και της δράσης, κάνοντάς τα μέρος της λύσης.

Το παραμύθι, που πραγματεύεται το θέμα της απληστίας και της αγνωμοσύνης και επιθυμεί να εμφυσήσει στα παιδιά την αξία της προσφοράς και της λιτότητας, έγινε μία παράσταση που εστίασε στην ίδια αυτή τη λιτότητα και χρησιμοποίησε τις βασικές συμβάσεις των παιδικών παιχνιδιών: τα απλά αντικείμενα που αλλάζουν χρήσεις και ταυτότητα με οδηγό τη φαντασία, την πολυμορφικότητα του απλού σκηνικού (που το αποτελούσαν λίγα ξύλινα κουτιά), το μοίρασμα πολλών ρόλων σε έναν μόνο υποκριτή, το συμβολισμό των αντικειμένων. Χαρακτηριστικό της παράστασης, αποκύημα της πολύχρονης ενασχόλησης της Αριστέας Κοντραφούρη στο εικαστικό θέατρο κούκλας, αποτέλεσε η μίξη θεάτρου και κουκλοθεάτρου, η συνύπαρξη επί σκηνής μίας μόνο ηθοποιού με πολλές “κούκλες” (που δεν ήταν κούκλες, αλλά κορίνες, καπέλα, γάντια, κοστούμια). Μάλιστα, το κοστούμι του κυβερνήτη αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο το έναυσμα της παράστασης καθώς προϋπήρχε αυτής και η ερμηνεύτρια επιθυμούσε ιδιαίτερα να στήσει μία παράσταση πάνω στην εμψύχωσή του.

Αν τα παιδιά σε αυτή την παράσταση συμμετέχουν αυθόρμητα στο ρόλο που τους αναλογεί χάρη στην ιδέα της Αριστέας Κοντραφούρη, μεγάλος έπαινος αξίζει και σε κάποια άλλα παιδιά, που δημιούργησαν τη δική τους παράσταση από την αρχή ως το τέλος. Η μουσική ομάδα Τέττιξ, που αποτελείται από παιδιά και εφήβους, δημιούργησε την όπερα «Πετρόσουπα», βασισμένη στο ομώνυμο παραδοσιακό παραμύθι από την Ανατολή. Τα νεαρά μέλη της ομάδας, ηλικίας από εφτά χρονών και άνω, υπό την καθοδήγηση της μουσικοπαιδαγωγού και δασκάλας τους Τέτης Αϊβατζίδου, συνέθεσαν τη μουσική, έγραψαν το λιμπρέτο, έκαναν την εναρμόνιση και την ενορχήστρωση και με τη σκηνοθετική συμβολή του Δημήτρη Δεγαΐτη, έστησαν μία ολοκληρωμένη παράσταση στην οποία ανέλαβαν και τους ρόλους των υποκριτών!

Το παραμύθι, που διδάσκει την αξία της προσφοράς και της συνεργασίας, ενσαρκώθηκε εμπράκτως από περισσότερα από τριάντα παιδιά και νέους που προσέφεραν «κι από κάτι, την εμπειρία, τις γνώσεις, το χρόνο, το ταλέντο τους» (δεν κουράζεται να το επαναλαμβάνει αυτό η κυρία Αϊβατζίδου). Η παράστασή τους αποτελεί το αποτέλεσμα και την κορύφωση μίας γόνιμης περιόδου δημιουργίας (που διήρκησε δύο χρόνια), στην οποία παρέσυραν με το μεράκι και την όρεξή τους ακόμη και τους γονείς τους, που με τη σειρά τους έβαλαν το λιθαράκι τους, όπου ο καθένας μπορούσε: στο σχεδιασμό και την κατασκευή των σκηνικών, στον ήχο και τα φώτα ή στα χρέη φροντιστών και οδηγών σκηνής.

Η παράσταση της πολυμελούς ομάδας (μέτρησα περισσότερα από είκοσι παιδιά όλων των ηλικιών επί σκηνής) δεν θα μπορούσε να μας αφήσει ασυγκίνητους. Με ζωντανή ορχήστρα, λιτότητα αισθητικής και μέσων, φόρμα δανεισμένη από τη μουσικοκινητική αγωγή με στοιχεία παντομίμας, αισθητική από την ανατολίτικη καταγωγή του παραμυθιού, η Πετρόσουπα αποδείχθηκε μία αξιέπαινη προσπάθεια επαγγελματικών προδιαγραφών. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι έχει ήδη παιχτεί σε παιδικά και μουσικά φεστιβάλ, καθώς και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο Συνεδρίου για τη Μουσική Εκπαίδευση, ενώ το καλοκαίρι προβλέπονται κι άλλες παραστάσεις σε φεστιβάλ της Χαλκιδικής και του Πηλίου.

Ο ενθουσιασμός των παιδιών που συμμετείχαν ήταν τεράστιος και μάλιστα θα πρέπει να τονιστεί ότι αρκετά από αυτά είναι στις τελευταίες τάξεις του Λυκείου, με όλες τις υποχρεώσεις που αυτό συνεπάγεται. Είναι φανερό όμως ότι διέθεσαν το χρόνο και την ψυχή τους σε κάτι που αγάπησαν πραγματικά. Οι «πρόβες», η «συνενοχή», η «ανεκτίμητη εμπειρία», η «πορεία των δύο χρόνων», το «δικό μας δημιούργημα» είναι λέξεις που επανέλαβαν στη συζήτησή μας μετά την παράσταση. Και δεν παρέλειψαν να μοιραστούν και το πικρό τους παράπονο για την αδιαφορία των συμμαθητών τους, εξαιτίας της διαστρεβλωμένης αντίληψης που επικρατεί, ειδικά σε αυτές τις ηλικίες, για την όπερα: «δεν μας έδιναν σημασία όσο λέγαμε ότι συμμετέχουμε σε αυτό το εγχείρημα. Νομίζουν ότι όπερα σημαίνει κάποιοι που τραγουδούν  “ααααααα”».

Κοινή συνισταμένη και στις δύο παραστάσεις αποτελεί το γεγονός ότι το θέατρο αποδεικνύεται ένα πρώτης τάξεως ψυχαγωγικό και παιδαγωγικό εργαλείο, είτε έχουμε να κάνουμε με τη δημιουργία μιας παράστασης, είτε με τη συμμετοχή από τη θέση του θεατή. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι και οι δύο εμπνεύστηκαν από ιστορίες με σημαντικό «μήνυμα» και επέλεξαν τον θεατρικό τρόπο για να τις μοιραστούν μαζί μας.

Info:

«Το κορίτσι που ζήτησε μια βελόνα, μια απλή βελόνα» παίζεται στο θέατρο Βαφείο, κάθε Κυριακή στις 17:00

Η «Πετρόσουπα» παρουσιάζεται στο Αμφιθέατρο του 9,84 (Τεχνόπολις), τα Σάββατα 2 & 9 Μαρτίου στις 12.00