Η ιστορία των μουσείων, των θεσμών που διαφυλάσσουν και ερμηνεύουν τα υλικά τεκμήρια της ανθρώπινης δραστηριότητας και του φυσικού κόσμου, που λέει και η Britannica αντανακλά, και συχνά προλέγει, την ιστορία του κοινωνικού, οικονομικού και πολιτισμικού κόσμου μέσα στον οποίο εξελίσσεται. Κατά τις τέσσερις πρόσφατες δεκαετίες, τα μουσεία, που κάποια στιγμή βρέθηκαν να ανοίγουν σωρηδόν, πολύ συχνά χωρίς σχεδιασμό, μακροπρόθεσμη έμπνευση, και κυρίως χωρίς κοινωνική ενσυναίσθηση (σαν τον βουλιμικό στόχο των χιλιάδων μουσείων που θέτει η κινεζική πολιτιστική πολιτική), έζησαν μαζί με (ή και πριν από) όλους μας τη μετάβαση από την πληθωρικότητα των 80ς στο σφιγμένο ζωνάρι των 10ς.

Και κάπως έτσι, μετά τις δραματικές μειώσεις στον προϋπολογισμό τους, τα μουσεία κλήθηκαν να μετατραπούν από, συχνά, αποστειρωμένοι, δυσπροσπέλαστοι ακαδημαϊκοί χώροι, με αυστηρά προκαθορισμένα τα πώς, πού, πότε και γιατί τους, σε ζωντανά, δυναμικά και ευέλικτα κύτταρα μιας κοινωνίας σε μετάβαση, επιδιώκοντας να γίνουν ένας χώρος προσφοράς πολλαπλών εμπειριών που αναζητά ενεργητικά το κοινό του. Κάνοντας άνοιγμα σε διαφορετικά κοινά, με εκπαιδευτικά και μουσειοπαιδαγωγικά προγράμματα, παράλληλες εκδηλώσεις εκτός ωραρίου και μεταφορά της δράσης τους σε δημόσιους χώρους, τα μουσεία έγιναν ένας χώρος για να υπάρχουμε, να «πεθαίνουμε» και, την τελευταία δεκαετία, να κοιμόμαστε.

Τα sleepover-διανυκτερεύσεις σε μουσειακούς χώρους καθιερώθηκαν από τις αρχές του 2000 ως διεθνής πρακτική που αλλάζει ριζικά τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη μουσειακή εμπειρία, από οπτικοκεντρικό και παθητικά προσληπτικό σε βιωματικό και ενεργητικό. Εκατοντάδες μουσεία διαφορετικών προσανατολισμών σε όλον τον κόσμο άρχισαν να ανοίγουν τις πόρτες τους και να φιλοξενούν σε υπνόσακους στο πάτωμα παιδιά, με ή χωρίς τους γονείς τους, και πρόσφατα και ενήλικες, που σπεύδουν να πληρώσουν τα πολύ συχνά τσουχτερά εισιτήρια για να διανυκτερεύσουν σε χώρους που κάποτε προσπερνούσαν αδιάφοροι.

Στη Θεσσαλονίκη (και, όπως με ενημερώνει το google, πιθανότατα πανελληνίως) το πρώτο -δωρεάν- sleepover σε μουσείο διοργανώθηκε πιλοτικά τον Μάιο του 2011 για παιδιά στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού από την Αντιδημαρχία Πολιτισμού, Παιδείας & Τουρισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης με στόχο τη βιωματική καλλιέργεια της παιδείας και του πολιτισμού από τις μικρές ηλικίες, σύμφωνα με τον τότε Αντιδήμαρχο κ. Πέγκα. Η μεγάλη επιτυχία της δράσης οδήγησε στην επανάληψή της με αύξηση του αριθμού τόσο των συνεργαζόμενων μουσείων, όσο και των φιλοξενούμενων παιδιών που φτάνουν τα 200 περίπου ετησίως από όλη τη Βόρεια Ελλάδα. Ενδεικτικό της μεγάλης απήχησης, πέραν του χρόνου ρεκόρ μέσα στον οποίο κλείνουν οι προσφερόμενες θέσεις, είναι το γεγονός ότι στη διανυκτέρευση του Ιουνίου 2012 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού συμμετείχαν αποκλειστικά παιδιά της Ε’ τάξης του 18ου Δημοτικού Σχολείου των Ιωαννίνων, μετά από δικό τους αίτημα.

Στη φετινή, 4η διοργάνωση, που πραγματοποιείται από τις 21 Νοεμβρίου έως τις 20 Δεκεμβρίου σε 11 μουσεία της πόλης, περίπου 200 παιδιά ηλικίας 6-12 ετών (ο αριθμός και η ηλικία των παιδιών που συμμετέχουν στο πρόγραμμα κάθε Μουσείου καθορίζεται από το ίδιο) παίρνουν υπνόσακο, μαξιλάρι, φακό, παντόφλες, ζεστά ρούχα και νερό, και περνούν μια νύχτα στο μουσείο της επιλογής τους από τις 19.00 έως τις 09.00 της επόμενης ημέρας, συμμετέχοντας σε ειδικά σχεδιασμένα εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες. Τη φύλαξη και σίτιση των παιδιών με γεύματα που προσφέρει ο Δήμος αναλαμβάνουν βρεφονηπιοκόμοι και παιδαγωγοί του Δήμου, ενώ οι Εθελοντές Σαμαρείτες του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού παρέχουν πρώτες βοήθειες σε περίπτωση ανάγκης.

Στη διανυκτέρευση που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Παρασκευή στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που συμμετέχει για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά στη δράση, 15 παιδιά 9-12 ετών συμμετείχαν στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα «Κι όμως κινείται». Με τη βοήθεια των παιδαγωγών-μουσειολόγων του Μουσείου, της Γεωργίας Κουρκουνάκη και της Βίλλυς Πολυζούλη, και αξιοποιώντας έργα διεθνών καλλιτεχνών από τη μόνιμη συλλογή του μουσείου, όπως το «Μουσικό» του Τάκι, τον «Μακάβριο Χορό» του Ζαν Τινγκελί και τον «Επιτραπέζιο Ήλιο» του Ρενέ Μπερτολό, τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να ανακαλύψουν τους τρόπους με τους οποίους οι καλλιτέχνες αξιοποιούν μηχανισμούς και διαφορετικά είδη ενέργειας, όπως τον ηλεκτρισμό και τον μαγνητισμό για να παράγουν κίνηση, συμμετείχαν σε κινητικά παιχνίδια που τα βοήθησαν να βιώσουν τις έννοιες του χρόνου, του ρυθμού και της μηχανικής κίνησης που εμπεριέχονται στα έργα τέχνης, ενώ στη συνέχεια, στα εργαστήρια του μουσείου, πειραματίστηκαν με τις δυνάμεις της μηχανικής για να φτιάξουν τα δικά τους κινούμενα έργα.

Την επόμενη μέρα, στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, που συμμετείχε για πρώτη φορά στη διοργάνωση, 10 παιδιά ηλικίας 8-12 ετών, ήρθαν σε επαφή με τον μαγικό κόσμο της συλλογής Κωστάκη. Συμμετείχαν σε θεατρικό παιχνίδι, ενώ, στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος που στόχευε στην εξοικείωσή τους με τη διάσταση αναπαραστατικής/μη-αναπαραστατικής τέχνης, με βάση επιλεγμένα σουπρεματικά έργα της συλλογής, δημιούργησαν τα δικά τους συμπλέγματα σχημάτων, τα οποία στη συνέχεια έκοψαν και μετέτρεψαν σε stop motion animation με τη βοήθεια των υπεύθυνων για τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου Εύης Παπαβέργου και Κατερίνας Παρασκευά.

Συζητώ με τα κορίτσια για τη σημασία και τους στόχους μιας παιδικής διανυκτέρευσης σε ένα μουσείο. Αναφέρουν όλες την αξία της οικειοποίησης του χώρου από τα παιδιά, η οποία επιτυγχάνεται με τέτοιες δράσεις. Τα κορίτσια του Μακεδονικού Μουσείου μού μιλούν για τον ανοιχτό στο ευρύ κοινό χώρο που «ξαφνικά γίνεται προσωπικός, προσαρμόζεται στον κόσμο του παιδιού και λειτουργεί ενισχυτικά στη διάθεση αυτονομίας που χαρακτηρίζει το παιδί αυτής της ηλικίας», αλλά και τη λειτουργία της δράσης ως «παράγοντα ανατροφοδότησης για τους μουσειοπαιδαγωγούς που λειτουργεί ενισχυτικά στην ιδέα της υλοποίησης εναλλακτικών τρόπων προσέγγισης του παιδικού κοινού προσαρμοσμένων στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του».

«Τι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση», ρωτώ τα κορίτσια του Κρατικού και η Κατερίνα Παρασκευά μού μιλά για το πώς τα παιδιά έβγαλαν κατευθείαν τα παπούτσια τους και φόρεσαν παντόφλες με το που μπήκαν στο μουσείο, σημάδι της ακομπλεξάριστης οικειότητας που ένιωσαν αυθόρμητα με τον χώρο ξέροντας ότι θα περάσουν ώρες εκεί. Με κάνει να σκεφτώ ότι τα παιδιά τούς την έφεραν, δεν οικειοποιήθηκαν απλώς τον χώρο, αλλά τον ανακατέλαβαν, και μου θυμίζει αυτή την εξαιρετική ιδέα που υλοποιείται εδώ και λίγα χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία, όπου στο πλαίσιο του TakeOverDay παιδιά και νέοι καλούνται να συναποφασίσουν για τη λειτουργία των αγαπημένων τους μουσείων. Με κάνει να σκεφτώ ότι αυτός ο κόσμος είναι καταδικασμένος να γίνει καλύτερος, γιατί τα παιδιά έχουν ήδη βρει τον τρόπο να τον κάνουν δικό τους.

Τώρα… Να βρίσκαμε μόνο έναν τρόπο να πραγματοποιηθεί και το πολυπόθητο sleepover σε Μουσεία για ενήλικες που προσπαθεί να στήσει εδώ και δύο χρόνια η Διεύθυνση Πολιτισμού…

Υγ. Μικρή υποσημείωση κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος: στη μεγάλη πλειοψηφία τους, τα παιδιά που συμμετείχαν στα δύο προγράμματα ήταν κορίτσια.

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Sleepover @ Natural History Museum London
Φωτογραφίες κειμένου: Sleepover @ Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης