“Everything, Everywhere, All At Once” o πρωτότυπος τίτλος και «Τα Πάντα Όλα» η εύστοχη ελληνική απόδοσή του, η οποία δανείζεται μια φράση που έλεγε ο Νίκος Αλέφαντος και -αν δεν με απατά η μνήμη μου- την είχε κάνει σλόγκαν ο Γιώργος Μητσικώστας, κάπου στο δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Μόλις καμιά δεκαπενταριά χρόνια πριν, κι όμως ακόμη μάλλον ζούσαμε σε μια άλλη εποχή, άντε να μπαίναμε σιγά σιγά στο μεταίχμιο της τωρινής. Η τόσο κυρίαρχη παρουσία του ψηφιακού κόσμου στη ζωή μας ήταν ακόμη προ των πυλών, η εποχή που το κινητό μας θα γινόταν η ανά χείρας κιβωτός ενός κόσμου που τρέχει παράλληλα με τον αναλογικό ήταν ακόμη προ των πυλών.

Έτσι, από την εποχή του καλοκάγαθα γραφικού ιδιωματισμού του «Τα πάντα όλα», μεταβήκαμε στην εποχή που στο κινητό μας, στο τάμπλετ ή στο λάπτοπ, μπορούμε να βρούμε «Τα πάντα, παντού, όλα αμέσως». Στον ψηφιακό κόσμο μπορούμε να είμαστε ανά πάσα στιγμή παντού, μπορούμε να έχουμε ανά πάσα στιγμή τα πάντα, μπορούμε να τα έχουμε όλα μαζί ταυτόχρονα. Μικρό προβληματάκι που προκύπτει; Η διάσπαση της προσοχής, η ολοένα και αυξανόμενη δυσκολία συγκέντρωσης, η ολοένα και μεγαλύτερη προσπάθεια που απαιτείται για να μην τσεκάρεις συνεχώς τι γίνεται στις αγαπημένες σου γωνιές του διαδικτυακού multiverse.

Η ταινία εικονογραφεί με ιδιαίτερα ευρηματικό τρόπο τη διάσπαση της προσοχής, δίνοντάς της κεντρική σημασία, καθώς η Έβελιν, η ηρωίδα της, καλείται να επιστρέψει στο σύμπαν της και να προσέξει επιτέλους τι της λένε, ενώ το μυαλό της ταξιδεύει πότε στο ένα και πότε στο άλλο εναλλακτικό σύμπαν. Πολύ της κινηματογραφικής μόδας εσχάτως τα εναλλακτικά σύμπαντα, κατεξοχήν στο υπερηρωικό σινεμά, και η Έβελιν ενημερώνεται ότι πρέπει κι αυτή ως ένα είδος υπερηρωίδας να σώσει κατά κάποιον τρόπο τον κόσμο.

Τι θα είχε συμβεί αν η Έβελιν είχε κάνει άλλες επιλογές ζωής; Κάθε επιλογή σε κάθε στάση της κι ένα σταυροδρόμι που δημιουργεί με τη σειρά του ένα εναλλακτικό σύμπαν. Ίσως σε περασμένους αιώνες η λογική των σταυροδρομιών να ήταν λιγότερο κυρίαρχη στη φαντασία των δημιουργών ιστοριών, ακριβώς γιατί οι δρόμοι του καθενός έμοιαζαν πολύ πιο ορισμένοι και το περιθώριο προσωπικών αποφάσεων για αλλαγή τους πολύ μικρότερο. Και οι σχέσεις και τα επαγγέλματα είχαν πολύ πιο σταθερό και δεδομένο ορίζοντα. Η ελευθερία και η κινητικότητα και η επισφάλεια μάς κάνουν να σκεφτόμαστε ότι η ζωή μας ήταν και είναι ένας χάρτης διαρκών πιθανοτήτων. Με ό,τι καλό και κακό συνεπάγεται αυτό, ο σημερινός ανθρωπότυπος μοιάζει να είναι πολύ λιγότερο αγκυροβολημένος και ριζωμένος απ’ ό,τι ο ανθρωπότυπος παλιότερων γενεών.

Στο σύμπαν στο οποίο συναντάμε την Έβελιν, είναι ιδιοκτήτρια καταστήματος με πλυντήρια, με ένα σύζυγο που θέλει να της ζητήσει διαζύγιο με την ελπίδα να την ταρακουνήσει και να ξαναδεί σοβαρά τη σχέση τους, με έναν πατέρα που την είχε αποκηρύξει όταν ήταν μικρή και τώρα αναγκάζεται να έρθει από την Κίνα στις ΗΠΑ για να τον περιθάλψει, με μια κόρη με την οποία βρίσκονται σε συνεχή δυσλειτουργική φάση, κυρίως όμως με χαρτιά που πρέπει να πάει στην εφορία για έλεγχο. Υπάρχει διέξοδος από μια τόσο μπανάλ, αν όχι και βουλιαγμένη στο βαθύ γκρι, ζωή; Αν μη τι άλλο, σώσει δεν σώσει τον κόσμο, βρει δεν βρει διέξοδο απ’ τη δική της ζωή, το μπρος – πίσω στα διάφορα εναλλακτικά της σύμπαντα θα τη γεμίσει όχι μόνο με εικόνες για τις άλλες πιθανές εκδοχές της ζωής της, αλλά και με ένα σωρό δεξιότητες για πολεμικές τέχνες, καθώς η ταινία θα μπει σε ένα δαιμονισμένο τριπάκι απ’ το οποίο και δεν θα βγει ποτέ, που ό,τι άλλο κι αν συμβαίνει διανθίζεται συχνά πυκνά με ευφάνταστες ως και ξεκαρδιστικές σκηνές πολεμικών τεχνών.

Το ότι η μεγάλη πλειοψηφία των μαχών λαμβάνει χώρο στα γραφεία της τοπικής εφορίας κάνει το όλο σκηνικό ακόμη περισσότερο ευφορικό. Το ότι η μάλλον πιο αστεία σκηνή της και μια από τις πιο αστείες σκηνές των τελευταίων ετών χρησιμοποιεί ως καταλύτες βραβεία που έχει λάβει η εφοριακός, πάει τα πράγματα ένα βήμα πιο πέρα. Το σχήμα δε των συγκεκριμένων βραβείων και η χρήση τους στη σκηνή, πάει τα πράγματα ένα βήμα πιο πέρα απ’ το πέρα. Αρκετά νωρίτερα, όταν η εφοριακός επεδείκνυε τα βραβεία της, έκανε κι ένα τεράστιο κύκλο σαν μηδέν πάνω σε μια απόδειξη δαπάνης που είχε πάει να περαστεί κουτοπόνηρα ως επαγγελματική. «Εσείς μπορεί να βλέπετε απλά μια απόδειξη», εξηγούσε, «αλλά οι αποδείξεις λένε πάντα μια ιστορία». Η ιστορία της λογοδοσίας στη γραφειοκρατία και του ελέγχου από τους φορείς της κάθε μικρότερης ή μεγαλύτερης εξουσίας είναι πάντα βαθιά υπαρξιακή. Ιστορία που σημαίνεται με ένα μηδέν. Το σχήμα του διαρκώς παρόν στην ταινία. Απ’ το σημάδι στην απόδειξη, ως το μπέιγκελ – μαύρη τρύπα που θα καταπιεί τα πάντα, γιατί μπήκαν μέσα του όλα σε μια χειρονομία απεγνωσμένου μηδενισμού, ως τους κάδους των πλυντηρίων που γυρνάνε γύρω – γύρω.

Έρχεται στο νου μια επίσης ευφορικά και αναρχικά υπαρξιακή ταινία, η «Oλοκαίνουργια Καινή Διαθήκη» του Ζακό Βαν Ντορμέλ, που έβαζε τον Θεό να κατεβαίνει στη γη μέσα από πλυντήριο σε laundromat. Τα χοτ ντογκ που έχει για δάχτυλα (!) η Έμιλι σε ένα από τα παράλληλα σύμπαντά της φέρνουν επίσης στο νου το επίσης αναιδέστατο υπαρξιακό ενήλικο ανιμέισον «Πάρτι με Λουκάνικα». Από εκεί και πέρα όλο το «Για Πάντα Όλα» είναι ένα ξενοδοχείο γεμάτο σινεφίλ αναφορές. Απ’ το «Αντίο Παλλακίδα» μου ως το «Περσέπολις», απ’ τον «Λαβύρινθο του Πάνα» ως το Μπόλιγουντ, απ’ το σινεμά του Τσάρλι Κάουφμαν και του Ντέιβιντ Λιντς ως αυτό του Ταραντίνο και ενδεχομένως των αδελφών Κοέν, απ’ τον φωναχτό «Ρατατούη» ως το πασίδηλο “Μatrix”, απ’ τον «Τίγρη και Δράκο» ως όλο το σινεμά των πολεμικών τεχνών και σίγουρα πάρα πολλά ακόμη.

Αλλά είναι ώρα για μια ειδική μνεία. Στις σκηνές που κόπιαραν την αισθητική και τα πλάνα του Γουόνγκ Καρ Βάι απ’ το “Ιn The Mood For Love”, ήταν σαν να ήσουν σε multiverse, ήταν σαν να ήσουν ταυτόχρονα μέσα σε δύο ταινίες. Και ήταν πανέμορφο. Θα ήθελα πάρα πολύ να το έβλεπα να διαδίδεται αυτό, να γινόταν τάση και υποείδος. Να φτιάξουμε νέες συγκινήσεις μέσα από τις παλιές. Κουβαλάνε τόσο συναισθηματικό βάρος οι εικόνες από τις ταινίες που αγαπήσαμε, ώστε μπορούν να χτιστούν πάνω τους νέες ιστορίες πάνω στις παλιές. Το σινεμά μπορεί να στραφεί στο παρελθόν του με πολύ πιο άμεσο τρόπο απ’ ό,τι οι απλές σινεφίλ αναφορές. Προφανώς και η ζωή πάντα θα δίνει υλικό και έμπνευση για νέες ιστορίες. Αλλά υλικό και έμπνευση για νέες ιστορίες μπορεί να δώσει και το ίδιο το σινεμά ως μια μεγάλη δεξαμενή ιστοριών που μας έχουν σημαδέψει, κλεισμένων σε εικόνες και αισθητική που μας έχει σημαδέψει. Η εκδοχή του να παίξουμε και να δημιουργήσουμε πάνω τους μου μοιάζει συναρπαστική.

Επιστροφή στην ταινία μας όμως. «Αν τίποτα δεν έχει σημασία, τότε κι όλος ο πόνος και η ενοχή σου που δεν έκανες τίποτα με τη ζωή σου, φεύγει», θα ακουστεί κάποια στιγμή. Aν τα άπειρα εναλλακτικά σύμπαντα καταλήγουν να σχετικοποιούν ως εκμηδενίζουν τη σημασία τη δική μας και των πράξεών μας, αν η μία και μεγάλη αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε και τόση σημασία, ότι ίσως και τίποτα να μην έχει τόση σημασία, αυτό δεν είναι τελικά ανακουφιστικό; Όχι. Αν τίποτα δεν έχει σημασία, τόσο το χειρότερο για τη σημασία, όχι για σένα. Ακόμα κι αν τίποτα δεν έχει σημασία, μπορείς ακόμα να συνεχίσεις να την παλεύεις. Δεν είναι κάποιο βαθύτερο νόημα και κάποια βαθύτερη ανταπόκριση και ανταμοιβή που θα δικαιώσει ό,τι κάνεις. Μπορείς απλά να παραμένεις θετικός. Μπορείς απλά να προσπαθείς. Μπορείς απλά να κάνεις ό,τι μπορείς. Κι ας είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών σου ελάχιστες στιγμές στον χρόνο με την αποξενωμένη κόρη σου. Κι όπως θα πει κι ένας ήρωας σε κάποιο εναλλακτικό σύμπαν, το να επιλέγεις να είσαι καλός δεν σε κάνει ντε και καλά αφελή. Μπορεί να είναι και στρατηγική επιβίωσης. Επιβιώνει καλύτερα και ζει καλύτερα όποιος δεν παραδίδεται στην πικρόχολη, κυνική και μισάνθρωπη εκδοχή των πραγμάτων.

Χωρίς να σημαίνει ότι το «Τα Πάντα Όλα» φτάνει σε κάποιο φιλοσοφικό breakthrough, δεν είναι κι ότι στερείται υλικό για να το πάρεις πιο στα σοβαρά. Ίσως με κάποιο άλλο περιτύλιγμα να ψάρωναν περισσότερο οι λάτρεις του βάρους και της σοβαροφάνειας. Από την άλλη δεν είναι σε καμία περίπτωση μια καθαρή κωμωδία. Είναι ένα έργο που προσπαθεί και καταφέρνει να μην ανήκει σε κανένα συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος. Ένα έργο που προσπαθεί και καταφέρνει να σε κάνει και να γελάσεις αλλά και να συγκινηθείς. Τι δεν είναι; Μια φάρσα, μια καλοστημένη απάτη. Έχει μέσα του πολύ κι όλων των ειδών τον πλούτο για να πεις ότι κάποιος εδώ προσπάθησε να σου πουλήσει φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Για την ακρίβεια μπορεί να ήταν και πιο κοντά στην αλήθεια αν λέγαμε ότι σου πουλά μεταξωτές κορδέλες σε περιτύλιγμα φυκιών. Τι είναι; Ένα ιδιοπρόσωπο υβρίδιο. Ένα υβρίδιο που είναι συγκινητικό, όχι παρότι είναι αναρχικό, αλλά ακριβώς επειδή είναι αναρχικό. Φτάνει στη συγκίνησή του μέσα από την αναρχία και τον εντελώς δικό του τρόπο. Τα είδη περιορίζουν, βλέπουν τη ζωή υπό μια οπτική γωνία. Ενώ η ζωή μπορεί να είναι τα πάντα όλα. Και το σινεμά μπορεί να είναι τα πάντα όλα.

Αν οι μάχες στην εφορία είχαν μια ευφορία ευφρόσυνη, η ευφορία των σκηνών με τις πέτρες στην έρημο είναι άλλου τύπου, είναι μια διανοητική απόλαυση υψηλοτάτου βαθμού. Βλέπεις τις πέτρες στην έρημο και ανοίγουν τα μάτια σου και το μυαλό σου και λες μπράβο. Κι ύστερα, αυτό το αδιανόητο πράγμα με τις δυο γυναίκες στο εναλλακτικό σύμπαν, όπου χωρίς καμία ιστορία από πίσω, με δάκτυλα χοτ ντογκ που τα τρως και βγάζουν μουστάρδα και κέτσαπ, με πιάνο που παίζεται με τα πόδια, αυτό το αδιανόητο πράγμα που είναι σαν να βλέπεις σκηνές από «Τρελές Σφαίρες» ή κάτι άλλο εντελώς για γέλια. κι όμως κατορθώνει να σε εμπλέξει και να σε κάνει με πέντε πλάνα να νοιαστείς, να συγκινηθείς, να φτιαχτείς, να χαρείς, πώς το κάνουν αυτό άραγε, πώς καταφέρνουν και η βαθιά σαχλή ιστορία του Ρακακούνη να κολλήσει κάπως κι αυτή το δικό της συναίσθημα, πώς γίνεται και συνδυάζουν τα ασυνδύαστα, πώς δεν τους πέφτουν όλα απ’ τα χέρια να γκρεμιστούν πανηγυρικά; Δεν ξέρω πώς το καταφέρνουν οι συν-σκηνοθέτες και συν-σεναριογράφοι της ταινίας Ντάνιελ Κουάν και Ντάνιελ Σέινερτ (που υπογράφουν από κοινού ως «Ντάνιελς»), ίσως γιατί έτσι είναι το σινεμά, γιατί έχουμε μνήμες συναισθηματικές και μια ιστορία μπορεί να λειτουργήσει έτσι με πέντε βασικές εικόνες κομμένες σωστά και ντυμένες με την κατάλληλη μουσική, ίσως γιατί αυτό είναι τέχνη και ελευθερία, ελευθερία και τέχνη και μαεστρία στο μοντάζ και μια σύνθεση τόσο παράτολμη που όμως με έναν δεξιοτεχνικό τρόπο λειτουργεί.

Μόνο ο χρόνος θα απαντήσει αν το «Τα Πάντα Όλα» θα καταχωρηθεί ως από κάθε άποψη μεγάλο σινεμά, αν μετά τον πρώτο εντυπωσιασμό και το πρώτο φιλτράρισμα, όλο αυτό το πολύ εντυπωσιακό κατασκεύασμα θα βρει την ξεχωριστή δική του θέση, ή αν ακριβώς επειδή είναι κάτι τόσο αταξινόμητο δεν θα βρει χώρο να κουμπώσει. Η στιγμή όμως ήδη απαντά, ότι σε κάθε περίπτωση μιλάμε για ελεύθερο σινεμά, δημιουργικό σινεμά, αυθεντικό σινεμά, γενναίο σινεμά, οργασμικό σινεμά, ένα σινεμά που ξέρει να σου βγάλει τη γλώσσα και το ντίλντο και να βάλει όλα τα συστατικά των genres στο μίξερ, όχι για να κάνει χαβαλέ, αλλά για να δείξει ότι υπάρχει ακόμα χώρος για αφηγηματική πρωτοπορία.