Κείμενο: Κωστής Καλογρούλης

Ο Τζ. Κ. Τσέστερτον υπήρξε ένας από τους θησαυρούς της αγγλικής λογοτεχνίας στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Ήταν ένας αξιαγάπητος λόγιος με τεράστια επιρροή σε διαφορετικούς τομείς: στη θεολογία (τρία εκ των βιβλίων του υπερασπίζονται τη Χριστιανική θρησκεία από τις επιθέσεις των άθεων φιλοσόφων της περιόδου), στην αστυνομική λογοτεχνία με την ευρεία έννοια του όρου (ιδιαίτερα τα μυθιστορήματα και διηγήματα με τον ιερέα Μπράουν αλλά και μια σειρά άλλων αφηγημάτων, στα οποία κυριαρχούν παράδοξοι γρίφοι), στη βιογραφία και τη λογοτεχνική κριτική, μέχρι και στη λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας. Ήταν ένας στιλίστας που επικεντρωνόταν στην αισθητική και τις ιδέες και λιγότερο στη δραματική ένταση.

Το ίδιο ισχύει και στη συλλογή των οκτώ διηγημάτων που αποτελούν Τα Παράδοξα του κυρίου Ποντ, η οποία εκδόθηκε μετά τον θάνατό του το 1936. Τα διηγήματα ουσιαστικά βασίζονται στις ιστορίες που αφηγείται ο κύριος Ποντ, ένας ευγενικός και χαμηλών τόνων δημόσιος λειτουργός, του οποίου όμως οι αφηγήσεις όλες χαρακτηρίζονται από ενδιαφέρουσες παραδοξότητες που δίνουν στους ακροατές του τη λανθασμένη εντύπωση ότι ο κύριος Ποντ παρουσιάζει προσωρινά κενά στη λογική του. Η πραγματικότητα όμως είναι εντελώς διαφορετική. Ο κύριος Ποντ, ο οποίος είτε αφηγείται, είτε συμμετέχει ο ίδιος ως μάλλον απρόθυμος ντετέκτιβ σε υποθέσεις που άπτονται ανθρώπων που γνωρίζει, επικεντρώνεται απλώς σε παραδοξότητες που εν τέλει αποκαλύπτουν την αλήθεια. Στους Τρεις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, το παράδοξο έγκειται στο πώς είναι δυνατόν η αποστολή ενός Πρώσου στρατηγού να αποτύχει ακριβώς επειδή και οι δύο αξιωματικοί στους οποίους έδωσε εντολές τον υπάκουσαν. Στο Όταν οι Γιατροί Συμφωνούν το παράδοξο επικεντρώνεται γύρω από το ότι ένας γιατρός σκότωσε έναν άλλον ακριβώς επειδή συμφωνούσε μαζί του. Ενώ στον Ακατονόμαστο Άντρα η ιστορία έχει ως πρωταγωνιστή έναν άνδρα που οι αρχές σκέφτονται να απελάσουν επειδή είναι ιδιαίτερα δημοφιλής.

Το ενδιαφέρον ερώτημα εδώ έχει να κάνει με το κίνητρο του Τσέστερτον για αυτά τα παράδοξα. Είναι απλώς ασκήσεις ύφους γύρω από την εκκεντρικότητα που διαβάζονται ευχάριστα, όπως οι περίφημες ανατροπές στα διηγήματα του Αμερικανού Ο’ Χένρι; Νομίζω πως όχι. Ο Τσέστερτον έχει ένα πολύ προσεκτικό σκεπτικό πίσω από τις παραδοξότητές του. Θεωρούσε το παράδοξο σαν «μια αλήθεια που στέκεται με το κεφάλι κάτω για να τραβήξει την προσοχή». Τι σημαίνει αυτό; Ότι συχνά η αλήθεια κρύβεται πίσω από κάτι που φαντάζει αλλόκοτο ή παράλογο. Αλλά ακόμα πιο σημαντική για τον Τσέστερτον υποθέτω ότι θα ήταν η αντίστροφη συνεπαγωγή: η λογική συχνά αποδεικνύεται εσφαλμένη καθώς έχει όρια. Αν λοιπόν το εκλάβουμε με αυτόν τον τρόπο, αυτή η συλλογή διηγημάτων ουσιαστικά αποτελεί άλλο ένα λιθαράκι στον υποβόσκοντα στόχο ολόκληρης της εργογραφίας του Βρετανού συγγραφέα: την υπεράσπιση της Χριστιανικής πίστης.

Παράδοξο; Αντιθέτως, είναι απόλυτα λογικό. Η αμφισβήτηση που δεχόταν ο Χριστιανισμός ήταν ασφυκτική και βασιζόταν σε μία διαρκή άνοδο του θετικισμού και της λογικής. Η πίστη κατηγορούνταν ως ένα παράδοξο έξω από τη λογική και την αλήθεια. Μέσα από τα διηγήματα του κυρίου Ποντ όμως, έστω κι αν δεν υπάρχουν παρά νύξεις προς τη θρησκεία και την πίστη, (ενδεχομένως να μπορούσε κάποιος να διαβάσει τον Ακατονόμαστο Άντρα σαν αλληγορία για τον Χριστό), ο Τσέστερτον μάς παρουσιάζει περιπτώσεις όπου η λογική αδυνατεί να εξηγήσει την πραγματικότητα, περιπτώσεις όπου το φαινομενικά παράλογο κρύβει μέσα του την αλήθεια και έτσι αιτιολογεί το πώς η πίστη υπερβαίνει τα στενά όρια της ορθολογικής σκέψης. Έτσι, με τον χαρακτηριστικό παιχνιδιάρικο τρόπο του, ο Τσέστερτον χρησιμοποιεί την ίδια τη λογική προκειμένου να αποδείξει τα αδιέξοδά της.

Αυτό που όμως με ιντριγκάρει περισσότερο είναι η επιλογή του ίδιου του κυρίου Ποντ σαν το φίλτρο που χρησιμοποιεί ο Τσέστερτον. Γιατί να μην τον παρακάμψει εντελώς και να μην επιλέξει την απλή τριτοπρόσωπη αφήγηση αφήνοντας έξω τον κύριο Ποντ; Η απάντηση ίσως δίνεται στο πρώτο διήγημα όπου ο κύριος Ποντ μάς συστήνεται μέσω ενός αφηγητή που τον συσχετίζει με την επώνυμη λιμνούλα του κήπου (η έννοια της λέξης pond). Όπως και η λιμνούλα, ο κύριος Ποντ ήταν πάντα τόσο ήσυχος, «τόσο απλός στην εμφάνιση, και θα μπορούσαμε να πούμε πως αντικατόπτριζε τη γη, τον ουρανό και το καθημερινό φως της ημέρας στους στοχασμούς του. Όμως ήξερα πως μέσα στη λιμνούλα του κήπου υπήρχαν κάποια αλλόκοτα πράγματα. Μια φορά στις εκατό, μια δυο μέρες τον χρόνο, η λιμνούλα έπαιρνε μια παράξενα διαφορετική όψη… και ήξερα επίσης ότι στον κύριο Ποντ υπήρχαν τέρατα: τέρατα στον νου του, που ανέβαιναν μόνο για μια στιγμή στην επιφάνεια και βουτούσαν ξανά βαθιά. Έπαιρναν τη μορφή τερατωδών παρατηρήσεων ανάμεσα στα μετριοπαθή και ορθολογικά σχόλιά του».

Ίσως λοιπόν ο κύριος Ποντ χρησιμοποιείται προκειμένου να αποτελέσει έναν καθρέφτη, έναν αγωγό, έναν παρατηρητή που φέρνει την ηρεμία σε όλους γιατί είναι τόσο χαμηλών τόνων, τόσο ευγενής και συνηθισμένος που περνάει απαρατήρητος ο ίδιος. Όμως ακριβώς αυτός ο απλός και συνηθισμένος άνθρωπος μπορεί ξαφνικά να διαταράξει τα ήρεμα νερά της λιμνούλας του ορθολογισμού και να αφήσει να αναδυθούν στην επιφάνεια παραδοξότητες που αποδεικνύουν την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής.  

«Τα Παράδοξα του κυρίου Ποντ» του Τζ. Κ. Τσέστερτον κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια