Κάθε εποχή τρέφει τα δικά της τέρατα, γεννήτριες πολλαπλών φόβων που μας ωθούν στην αέναη αναζήτηση καταφυγίου από τους κάθε λογής κινδύνους που βρίσκονται πάντοτε σε απόσταση βολής. Άλλοτε άγρια θηρία, το απροσπέλαστο σκοτάδι ή ένας ύπουλος εχθρός, άλλοτε η μήνις του θεού ή η αδάμαστη φύση, δαίμονες και αρμαγεδδώνες, άλλοτε πάλι η ενδεχόμενη απώλεια των σταθερών που θα σε βρει απροετοίμαστο, και ακόμη χειρότερα μόνο, ενώ για τους άλλους το πάρτι θα συνεχίζεται.

Η νεωτερικότητα, γράφει ο Zygmunt Bauman*, ανέτειλε με την υπόσχεση ότι θα έδινε ένα οριστικό τέλος στους φόβους που στοίχειωναν τα ανθρώπινα όντα κατά το παρελθόν, και ότι θα τα βοηθούσε να δαμάσουν τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις του κοινωνικού και φυσικού κόσμου. Η έλευσή της όμως συνοδεύτηκε από νέα κύματα ρευστού φόβου: όσο μεγαλύτερη η ασφάλεια, τόσο μεγαλύτερος ο φόβος για την απώλειά της. Ο Bauman συντάσσει ένα μικρό ευρετήριο των ρευστών μοντέρνων φόβων και προσδιορίζει την κοινή τους συνισταμένη: «”Φόβος” είναι το όνομα που δίνουμε στην αβεβαιότητά μας μπροστά στους κινδύνους που χαρακτηρίζουν τη ρευστή μοντέρνα εποχή μας, στην άγνοιά μας σχετικά με τη φύση της απειλής και στην ανικανότητά μας να καθορίσουμε τι μπορεί και τι δεν μπορεί να γίνει για την αντιμετώπισή της.»

Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσεις τον φόβο και να τον κοιτάξεις κατάματα. Κι αν η εγγύτητα πολλαπλασιάζει το φόβο εντός σου, μπορείς πάντα να εκμεταλλευτείς την απόσταση ασφαλείας του παρελθόντος: για κάθε εποχή υπάρχει πάντα μια πολυκαιρισμένη δίδυμή της. Ο χρόνος μπορεί να ρέει, αλλά οι ανθρώπινες καταστάσεις επαναλαμβάνονται εντός του με τελετουργική περιοδικότητα. Για τη δική μας, επιβεβαιώνοντας τη θεωρία των ογδονταετών κύκλων της Ιστορίας, αυτή μοιάζει να είναι η εποχή του Μεσοπολέμου.

Η τρέχουσα έκθεση του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης με τίτλο «Σολομών Νικρίτιν – Τζορτζ Γκρος. Πολιτικός Τρόμος και Κοινωνική Παρακμή στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Σχέδια και Χαρακτικά», σε επιμέλεια Lutz Becker και Μαρίας Τσαντσάνογλου, εστιάζει σ’αυτήν ακριβώς την περίοδο και αναζητά στο καθρέφτισμά της όψεις των δικών μας, σύγχρονων, φόβων. Δομικό υλικό της έκθεσης αποτελούν τα έργα δύο suis generis καλλιτεχνών, των Νικρίτιν και Γκρος, εκλεκτικών συγγενών που αγνοούσαν ο ένας την ύπαρξη του άλλου αν και δημιουργούν την ίδια περίοδο σε Ρωσία και Γερμανία αντίστοιχα, εστιάζοντας με παρόμοιες αισθητικές προσεγγίσεις σε κοινούς θεματικούς άξονες: ένας διαφαινόμενος πολιτικός απολυταρχισμός και μια κοινωνία σε σύγχυση και απόγνωση.


Σολομών Νικρίτιν – Πρόσωπο – 1935 – ΚΜΣΤ συλλογή Κωστάκη

Ο Σολομών Νικρίτιν (1898-1965), Ουκρανός εβραϊκής καταγωγής, καταπιάστηκε με την τέχνη πολύπλευρα και με μεγάλη ευαισθησία, αφήνοντας πίσω του έναν μεγάλο αριθμό έργων ζωγραφικής, φιλοσοφικών δοκιμίων, θεατρικών έργων και κινηματογραφικών σεναρίων, αλλά και μια πρωτότυπη εικαστική θεωρία, τον «προβολισμό» που συνέδεε τη ζωγραφική με το θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ με τον «πολυρεαλισμό» που εισηγείται προτείνει την πολλαπλότητα των εικόνων ως απάντηση στην αναζήτηση του ρεαλισμού και ως αντίλογο στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Η φρίκη των πολέμων (του Α΄ Παγκόσμιου, αλλά και του Εμφύλιου του 1919-20) θα μπολιάσει το έργο του με βία, ενώ, παρά την κομμουνιστική ιδεολογία του, επιχειρεί να προβάλει την εικόνα μιας νέας κοινωνίας, προβλέποντας την άνοδο του απολυταρχισμού που γεννά φοβισμένους ανθρώπους. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η κ. Τσαντσάνογλου, «συχνά στα έργα του απεικονίζονται μοναχικοί άνθρωποι που αδυνατούν να επικοινωνήσουν ή παράλογα συμπλέγματα ανθρώπων, ζώων και οικοδομημάτων που δημιουργούν την αίσθηση ενός επικείμενου πολιτικού τρόμου και μιας κοινωνίας που υποκύπτει στον παραλογισμό αυτής της βίας.»


Τζορτζ Γκρος – ECCE HOMO – 1921 – χαρακτικό – εξώφυλλο, Ιδιωτική συλλογή, ©The Estate of George Grosz

Ο George Grosz (Βερολίνο, 1893-1959) καταγράφει στο έργο του, με εξαιρετικά σατιρικό ύφος, τις πολικότητες και το ψυχολογικό ήθος της γερμανικής κοινωνίας της δεκαετίας του ’20. Βαϊμάρη δε σήμαινε μόνο Belle Epoque, αλλά και υπερπληθωρισμό, ανησυχία, ανασφάλεια, αυστηρά καθορισμένες ιεραρχίες, έναν ανερχόμενο απολυταρχισμό και μια ολοένα και πιο υπάκουη μικροαστική τάξη, σε μια τερατογόνο πορεία που οδήγησε τη Γερμανία, αλλά και την Ευρώπη, από τον Καλιγκάρι στον Χίτλερ.

Η έκθεση παρουσιάζει τα σχέδια που συμπεριλαμβάνονται στο σημαντικότερο λιθοφωτογραφικό άλμπουμ που εξέδωσε ο Γκρος με τίτλο «Ecce Homo» («Ιδού ο Άνθρωπος», 1923), τα οποία, σύμφωνα με τον επιμελητή κ. Becker «απεικονίζουν ένα τερατώδες θηριοτροφείο που απαρτίζεται από διαφορετικούς ανθρώπινους χαρακτήρες της βερολινέζικης καθημερινότητας και αποτυπώνουν την ασχήμια και τη διαφθορά μιας κοινωνίας που ζούσε υπό τη σκιά του υπερ-πληθωρισμού και του κοινωνικού και πολιτικού αποπροσανατολισμού […], μια στημένη άρχουσα τάξη και μια ανερμάτιστη μικρο-μπουρζουαζία, που χορεύουν μέσα στην παρακμή τον χορό του θανάτου».

Η περιδιάβαση στις δύο αίθουσες που φιλοξενούν ξεχωριστά τα έργα των δύο καλλιτεχνών αναδεικνύει τις εκλεκτικές τους συγγένειες. Και οι δύο συνδυάζουν την αφηγηματικότητα με την εικαστικότητα για να γίνουν οι χρονικογράφοι της εποχής τους. Δανείζονται την ευελιξία της κινηματογραφικής γλώσσας και θέτουν υπό μεγεθυντικό φακό τις κατά Kracauer σκοτεινές κηλίδες της πραγματικότητας μέσα από αλλεπάλληλα κάδρα που ανατέμνουν εμμονικά το θέμα ώσπου να το εξαντλήσουν, εικαστικά storyboards που επιτρέπουν στον θεατή, και απαιτούν από αυτόν, να ανασυνθέσει μόνος του την ιστορία. Στο έργο τους αποτυπώνονται γλαφυρά τα τραύματα του A’ Παγκοσμίου Πολέμου -του πολέμου που όλοι έχασαν. Άνθρωποι που έχουν χάσει τα μέλη τους, που στο έργο του Γκρος καταλήγουν να διαπράττουν σεξουαλικά εγκλήματα, σε έναν κόσμο που έχει χάσει την αγάπη. Η οξύνοια του βλέμματος θα στοιχίσει και στους δύο ακριβά: ο Νικρίτιν θα γνωρίσει τον διωγμό και τον εξευτελισμό από τους σοβιετικούς καλλιτεχνικούς κύκλους, ενώ ο Γκρος θα δει τους Ναζί να καίνε στην πυρά όλα τα αντίτυπα του «Ecce Homo».

Την πιο ενδιαφέρουσα συνάφεια όμως, θα τη βρούμε στον τρόπο με τον οποίο οι δύο καλλιτέχνες επιλέγουν να μιλήσουν για τον φόβο και την παρακμή. Με έναν ιδιωματικά εκφρασμένο σουρεαλισμό, θα τους δούμε να αποκαλύπτουν κάτω από το απολυταρχικό του προσωπείο το γκροτέσκο πρόσωπο του φόβου.

Κάθε εποχή έχει τα τέρατα και τους φόβους της. Ο φόβος ποτέ δεν εκλείπει, απλώς μεταστοιχειώνεται, μεταμφιέζεται και αλλάζει πρόσωπα. Τους τρόπους να ξεσκεπάζουμε τις μεταμφιέσεις του φόβου μάς τους έδωσε η επιστημονική σκέψη, η φιλοσοφική θεώρηση, η ψυχαναλυτική διερεύνηση. Τον τρόπο όμως να τον ξορκίζουμε μάς τον αποκάλυψε μόνο η τέχνη: να τον κοιτάς κατάματα και να γελάς μες στα μούτρα του, σαρκάζοντάς τον μέχρι θανάτου.

Η έκθεση θα φιλοξενηθεί ως τις 13 Σεπτεμβρίου στη Μονή Λαζαριστών. Ενημερωθείτε από την ιστοσελίδα του ΚΜΣΤ για τις ώρες και μέρες λειτουργίας, αλλά και το πρόγραμμα των ξεναγήσεων, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Το ίδιο διάστημα, έως τις 30 Αυγούστου, στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης στο Λιμάνι, η έκθεση Tempus Ritualis διερευνά τους τρόπους με τους οποίους το παροντικό τώρα συνδυάζεται με το τελετουργικά θεμελιωμένο παρελθόν.

* Ρευστός Φόβος, Zygmunt Bauman, μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις Πολύτροπον, 2007.

«Σολομών Νικρίτιν -Τζόρτζ Γκρος. Πολιτικός τρόμος και κοινωνική παρακμή στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου», από 4 Ιουνίου έως 13 Σεπτεμβρίου 2014 στο Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Κεντρική φωτογραφία άρθρου:
Τζορτζ Γκρος, “Η Συνάντηση” 1920, Ιδιωτική συλλογή, ©The Estate of George Grosz (αριστερά)
Σολομών Νικρίτιν-Μνημείο-1930-ΚΜΣΤ συλλογή Κωστάκη (δεξιά)