Μένει με τη μητέρα του, μετά το διαζύγιο των γονιών του. Ματώνει τα νύχια του. Έχει κάτι σημάδια στα χέρια. Δεν κοιμάται τις νύχτες. Έχει μήνες να πάει στο σχολείο. Και μόνο το περπάτημα τον χαλαρώνει. «Η ζωή μού είναι βάρος», λέει. «Το μυαλό μου είναι έτοιμο να εκραγεί», λέει. «Δεν καταλαβαίνω τι μου συμβαίνει», λέει. Ζητά να μείνει με τη νέα οικογένεια του πατέρα του. Και αλλάζει σπίτι. Μένει πια στην ίδια στέγη με τη νέα σύζυγο και το βρέφος-αδελφάκι του. Δεν απαντάει ποτέ στα μηνύματα της μητέρας του. Δεν πατάει ποτέ στο νέο του σχολείο. Λέει ψέματα στον πατέρα του. Έχει ένα μαχαίρι κάτω από το κρεβάτι του. Η θλίψη εξακολουθεί να τον κατακλύζει. Είναι 17 χρονών. Τον λένε Νικολά. Και δεν μπορεί να καταλάβει «σε τι χρησιμεύει η ζωή».

Οι γονείς, μορφωμένοι αστοί, δεν μπορούν κι εκείνοι να καταλάβουν. Δεν αποδέχονται ότι το παιδί τους χρειάζεται βοήθεια. Δεν τους περνάει καν από το νου να απευθυνθούν σε κάποιο ψυχίατρο. Ο πατέρας, σε πλήρη άρνηση, λέει ότι μάλλον θα φταίει καμιά ερωτική απογοήτευση. Η μητέρα, πιο διαισθαντική, παραδέχεται ότι ο γιος της «δεν είναι σαν τους άλλους», αλλά αδυνατεί να διαχειριστεί την κατάσταση. Η σύντροφος του πατέρα φαίνεται να έχει πιο καθαρό μυαλό. Αρνείται να αφήσει το μωρό μόνο του στο σπίτι με τον Νικολά. «Άνοιξε τα μάτια σου, κάτι δεν πάει καλά», της ξεφεύγει κάποια στιγμή στον άντρα της. Αλλά η τυφλότητα κάνει πάρτι. Ακόμη και όταν έρχεται η απόπειρα, οι γονείς δεν εμπιστεύονται τον γιατρό, που συστήνει παραμονή σε ψυχιατρική κλινική. Στο άκουσμα μάλιστα της λέξης «ψυχιατρική» σαστίζουν. Η άκρως χειριστική συμπεριφορά του Νικολά τους παρασέρνει. Και η συνέπεια, μοιραία.

«Έχω την πεποίθηση ότι πρέπει να παίρνουμε εξαιρετικά σοβαρά τη δυστυχία κάποιου, πολύ περισσότερο, εάν είναι έφηβος. Υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι που έχουν διάφορα προβλήματα και κανείς δεν είναι δίπλα τους. Υφίστανται μια τεράστια ψυχολογική πίεση και αυτό σπάνια έχει καλό τέλος. Στη Γαλλία υπάρχει ένα είδος άγνοιας για την ψυχική ασθένεια», λέει ο σημαντικότατος πολυβραβευμένος σύγχρονος Γάλλος συγγραφέας του Γιου (2018) Φλοριάν Ζελλέρ. Κι όχι μόνον στη Γαλλία, θα πρόσθετα. Ο Ζελλέρ, ωστόσο, δεν γράφει ένα διδακτικό έργο, που κατέχει τις απαντήσεις. Η δραματουργική ευφυΐα του κειμένου στηρίζεται ακριβώς στο αντίθετο. Στην αδυναμία να καταλάβουμε τι μπορεί να συμβαίνει στο μυαλό και την ψυχή του Νικολά. Και στην αδυναμία του ίδιου του Νικολά να συλλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει.

Απέναντι από το αίνιγμα Νικολά, ο Ζελλέρ τοποθετεί τον πατέρα, Πιερ. Στην πραγματικότητα, οι δυο γυναίκες, η μητέρα και η νέα σύντροφος του πατέρα, από γραφής λιγότερο αδρά σκιαγραφημένες, λειτουργούν συμπληρωματικά στο φόντο της δράσης. Η μητέρα έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, πετώντας το μπαλάκι στον πατέρα. Η σύντροφος προσπαθεί -μάταια- να μετατοπίσει το βλέμμα του Πιερ από την αποκλειστική έγνοια για τον έφηβο γιο του στο νέο μέλος-βρέφος της οικογένειας και την κοινή τους ζωή. Είναι λοιπόν φανερό: ο Γιος είναι η ιστορία ενός ενοχικού πατέρα που προσπαθεί να διαχειριστεί τη θλίψη που βαραίνει τον γιο του. Και ταυτόχρονα, η ιστορία ενός εφήβου που παλεύει με τους δαίμονες της κατάθλιψης.

Η παράσταση του έργου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου μας συστήνει με σκηνική λιτότητα το σημαντικό αυτό κείμενο, αναδεικνύοντας το κεντρικό θέμα του μέσα από ωραίες ερμηνείες και πειστικά χτισμένη κλιμάκωση. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος, έξοχος ως ενοχικός, νάρκισσος πατέρας, κουβαλά -χωρίς ποτέ να τις παραδεχτεί- τις τύψεις για την εγκατάλειψη της πρώην συζύγου του και την πικρία που έφερε αυτό το διαζύγιο στην ψυχή του γιου του, αλλά και τη σκιά του δικού του πατέρα. Ενός πατέρα που είχε εγκαταλείψει την άρρωστη μητέρα του. Ενός πατέρα αδιάφορου. Μικρού. Απόντα. «Δεν θέλω να γίνω τέτοιος άνθρωπος. Τέτοιος πατέρας», λέει. Και βουτάει με νύχια και με δόντια να σώσει τον γιο του. Με τον δικό του τρόπο. Μπλεγμένος στις δικές του ανεπάρκειες. Κολλημένος στις δικές του εμμονές. Και, προσπαθώντας να πράξει αυτό που νομίζει ως το σωστό, κάνει το ένα λάθος μετά το άλλο. Εθελοτυφλεί. Και συντρίβεται. Σπαραχτικός στην τελική σκηνή.

Ο Δημήτρης Κίτσος αναλαμβάνει να ενσαρκώσει τον απαιτητικό ρόλο του Νικολά. Και τα καταφέρνει εξαιρετικά ικανοποιητικά. Με τους κυρτωμένους ώμους του, το σύρσιμο στο περπάτημά του, το βλέμμα του να φεύγει, τα ξεσπάσματά του, τη χειριστική φύση του, φτιάχνει έναν έφηβο που διαρκώς μας διαφεύγει. Η Δέσποινα Κούρτη (Άννα, μητέρα) και η Άννα Καλαϊτζίδου (Σοφία, νέα σύζυγος) εκπροσωπούν το θηλυκό στοιχείο επί σκηνής. Η Κούρτη, βασίλισσα της απόρριψης, διατηρεί μια κάποια απελευθερωτικά σαρκαστική διάθεση, ενώ η Καλαϊτζίδου, γειωμένη, αποστασιοποιημένη, διεκδικεί για το σπίτι της φως και χαμόγελο. Το τραγικό, όμως είναι ότι όσο πιο πολύ προσπαθεί να κρατά αποστάσεις, να αποφεύγει να μιλά ανοιχτά στον άντρα της για τον Νικολά, τόσο πιο βαθιά βουτά στην κρίση η ζωή της. Ο Γιώργος Μακρής ως Γιατρός φέρνει στη σκηνή την εμπειρία της επιστήμης και αυτήν τη σκληρότητα που αναπτύσσουν από άμυνα οι γιατροί απέναντι σε καταστάσεις οριακές.

Ο σκηνικός χώρος (Ευαγγελία Θεριανού), δύο μετακινούμενες κατασκευές που μας μεταφέρουν στα δύο διαφορετικά σπίτια, το πατρικό του Νικολά και το νέο σπίτι του πατέρα του, αλλά και στην κλινική, λειτουργεί διεκπαιρεωτικά στη δράση. Εδώ ο χώρος δεν μας μεταφέρει επιπλέον σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή των κατοίκων του. Κάποια στιγμή συμβαίνει βέβαια κάτι πολύ ενδιαφέρον: σε μια αλλαγή στο πίσω στέλεχος του σκηνικού πέφτουν λευκά σεντόνια, μαξιλάρια, κάποια κουκλάκια από την ντουλάπα και κάπως σαν να βλέπουμε τον Νικολά να παλεύει με αυτά, σαν να εικονοποιούν τον τόσο προσωπικό εφιάλτη του. Αυτή η δυνατή εικόνα, όμως, μένει μετέωρη, η σκηνοθεσία δεν επενδύει περαιτέρω σε αυτήν την ιδέα, ώστε μέσα από τον χώρο, από βουβές δράσεις να φωτιστεί με μεγαλύτερη ενάργεια το δράμα των προσώπων του έργου.

Αν και σε σημεία στεγνή, η σκηνοθεσία καταφέρνει να αναδείξει τους προβληματισμούς που θέτει το κείμενο. Και αυτό δεν είναι λίγο. Γιατί ο Ζελλέρ λέει πολλά και σημαντικά σε αυτό το έργο. Μιλά για το πόσο δύσκολο είναι ένας γονιός να αποδεχτεί ότι το παιδί του πάσχει από κάποια ψυχική νόσο, για το πόσο σκοτάδι φέρει η ίδια η νόσος, για την αδυναμία να ακούσουμε στ’ αλήθεια τον Άλλον, για την αγάπη που, μερικές φορές, γίνεται βορρά χειριστικών συμπεριφορών. Θέλει να βλέπεις τα σημάδια. Και θέλει σκληρή αγάπη και αποδοχή, μοιάζει να λέει ο Ζελλέρ. Ακούει κανείς;

Info παράστασης:

«Ο Γιος» του Φλοριάν Ζελλέρ σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου | 5 Δεκεμβρίου 2019 – 20 Φεβρουαρίου 2020 | Θέατρο του Νέου Κόσμου