Όλα είναι ειδυλλιακά: το ψάρεμα, το εξοχικό μπροστά στη λίμνη, η κουκλίτσα μικρή κόρη, η όμορφη σύζυγος, το βιβλίο για τη μεσημεριανή σιέστα. Τα κλάματα της κόρης του που τον ξυπνούν. Ο πνιγμός της γυναίκας του στη λίμνη. Η αποτυχημένη προσπάθειά του να τη σώσει. Ατύχημα; Αυτοκτονία; Ό,τι από τα δύο, η ζωή του περνάει στο αντίθετο άκρο του ειδυλλιακού, η ζωή του χωρίζεται στο πριν και το μετά, ή μάλλον η ζωή του όσο κι αν συνεχίζεται, συνεχίζεται μηχανικά, καθώς μένει σε μεγάλο βαθμό καθηλωμένη στο τεράστιο τραύμα εκείνου του μεσημεριού.

Έτσι, πολλά χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να έχει επαγγελματική ζωή (είναι καρδιοχειρουργός), εξακολουθεί να έχει οικογενειακή ζωή μεγαλώνοντας την κόρη του που είναι πια στην εφηβεία, αλλά και το μεγάλωμα της κόρης του σχεδόν μηχανικά φαίνεται να το κάνει και άλλη κοινωνική ζωή δεν έχει. Ζει σε ένα περιβάλλον αποστειρωμένο, τακτοποιημένο, σιδερωμένο, διπλωμένο, καθαρίζει μέχρι και τα φύλλα από τα φυτά στις γλάστρες του. Όλα είναι πεντακάθαρα. Όπως πεντακάθαρο είναι ότι έχει μείνει προσκολλημένος στο πένθος. Η ερωτική του ζωή περιορίζεται στο να αυτοϊκανοποιείται, ενώ ψεκάζεται με το άρωμα της γυναίκας του και τελεί μικρούς κλιν κατ φετιχισμούς με τα ρούχα της. Δεν μπορεί να ξεφύγει από εκείνην και δεν μπορεί να ξεφύγει από την πληγή του. Δεν προσπαθεί να ξεφύγει από εκείνην, δεν προσπαθεί να ξεφύγει από την πληγή του, δεν προσπαθεί να την επουλώσει, τη σκαλίζει συνέχεια. Η απουσία της από δίπλα του ως μία πηγή πόνου και ο τρόπος με τον οποίο έφυγε για πάντα από δίπλα του και από τη ζωή ως μία άλλη πηγή πόνου.

Η κόρη μεγαλώνει, θέλει να αρχίσει να κάνει τις μικρές ταυτοτικές εξεγέρσεις της, όπως να κάνει piercing στη γλώσσα, κι εκείνος, από μια -όχι εντελώς αληθοφανή- σπόντα, θα βρεθεί ο ίδιος σε έναν κόσμο που ως τότε του ήταν τελείως ξένος, αλλά που του αποδεικνύεται απρόσμενα εξαιρετικά οικείος. Θα κάνει έτσι ο ίδιος τη δική του ταυτοτική εξέγερση, που δεν θα εξαντλείται στο φαίνεσθαι και στην επιφάνεια, αλλά θα τον συνταράξει: η τυχαία συνάντηση με μια dominatrix, ο κόσμος του ΒDSM, o κόσμος της ταπείνωσης και του πόνου. Θα βρει μέσα σε αυτόν τον κόσμο έναν άλλο τρόπο να επιστρέφει ηδονικά στην πληγή του, καθώς όσο η dominatrix τον πνίγει εκείνος επιστρέφει στον πνιγμό της γυναίκας του. Ο σωματικός πόνος συναντά τον ψυχικό και μετατρέπεται σε εθισμό από τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει και από τον οποίο ζητά ολοένα και μεγαλύτερες δόσεις. Αν με τα αρώματα και τα ρούχα επέστρεφε στη γυναίκα του με τη μορφή της ανάμνησης των ωραίων στιγμών, με τoν στραγγαλισμό και την ασφυξία επιστρέφει σε αυτό καθαυτό το τραυματικό γεγονός. Τα πράγματα παύουν να είναι καθαρά και παρφουμαρισμένα, τώρα όλα σκοτεινιάζουν, λερώνονται και καθαρίζονται με μεθόδους τελείως διαφορετικές.

Έχοντας βυθιστεί για χρόνια σε ένα σοκ μέσα από το οποίο είχαν αδρανοποιηθεί όλα τα συναισθήματά του και είχε σβήσει όλη η ζωτικότητά του, τώρα αρχίζει και μπαίνει σε έναν κόσμο λαχτάρας. Ακόμη κι αν ποθεί τα «λάθος» πράγματα, πάντως ποθεί. Και ποθεί έντονα. Σε βαθμό να μην υπολογίζει οτιδήποτε άλλο. Στα μάτια των τρίτων μπορεί να προκαλεί από αμηχανία ως οίκτο, στα μάτια των τρίτων μπορεί να προκαλεί ξέφρενα χαχανητά και να γίνεται περίγελως. Αλλά δεν τον νοιάζει πια. Στα μάτια των άλλων παύει να είναι ο κανονικός. Αλλά δεν τον νοιάζει πια.

Και ξέρουμε μόνο το δικό του παρελθόν, όχι το παρελθόν της γυναίκας που τον στραγγαλίζει, τον πονά, τον βάζει να περπατάει στα τέσσερα, του φέρεται σαν σκύλο. Έχει εξηγηθεί μόνο η δική του ανάγκη να νιώθει πόνο, όχι η δική της να προκαλεί πόνο. Το μόνο που ξέρουμε για εκείνη είναι ότι στις ημερήσιες δουλειές της εξακολουθεί να ελέγχει σώματα, είτε ως φυσιοθεραπεύτρια που δουλεύει με σχοινιά και με ιμάντες για να διώξει αυτήν τη φορά τον πόνο, είτε ως προπονήτρια κολύμβησης παιδιών που έχουν νοητική υστέρηση. Ο έλεγχος επί των σωμάτων άλλων. Κι ο πόνος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο πανταχού παρών. Η μόνη εξήγηση που δίνει η ίδια για τον εαυτό της, είναι ότι δεν μπορεί τα κανονικά, τα συνηθισμένα, τα κοινά πράγματα.

Και ίσως τελικά είναι σε αυτό τον συνδυασμό εξήγησης για τον άντρα που αποζητά τον πόνο και έλλειψης εξήγησης για τη γυναίκα που της αρέσει να προξενεί πόνο, που η ταινία βρίσκει την ισορροπία της και σε επίπεδο μηνύματος. Αν δηλαδή μαθαίναμε ότι και οι δύο ήρωες είχαν στραφεί στον εξτρίμ σαδομαζοχισμό, επειδή κάτι μέσα τους είτε δεν λειτουργεί σωστά είτε έσπασε, τότε ανεξαρτήτως σεναριακών προθέσεων θα είχαμε εν τέλει να κάνουμε με ένα μήνυμα πατροναριστικής συγκατάβασης, με ένα μήνυμα τύπου «Αφού έχετε σπάσει, επανασυναρμολογηθείτε τουλάχιστον λυτρωτικά έτσι». Τώρα που η δική της τάση για τον σαδομαζοχισμό μένει αδιερεύνητη, μοιάζει και πιο ειλικρινής η αποδοχή που προσφέρει η ταινία.

Κάθε άλλη ισορροπία πάντως, είναι ούτως ή άλλως κατακτημένη μέσα από τη σκηνοθετική ματιά του Γ.Π. Βαλκεάπαα, που ελέγχει πλήρως την ταινία του και ξέρει ακριβώς πού θέλει να κινηθεί αισθητικά. Υπάρχει για παράδειγμα τουλάχιστον μια σκηνή που τα πράγματα παραφτάνουν στα άκρα και που αναρωτιέσαι για το πού σταματάει η συναίνεση μεταξύ ενηλίκων και πού θα έπρεπε να αρχίζει το σοκ και η αποστροφή για αυτό που κάνουν. Ακόμα κι αυτή όμως δίνεται με μια λοξή ματιά και με σωστή δοσολογία μαύρου χιούμορ, ώστε να καταφέρνει να λειτουργεί, χωρίς να γίνεται ούτε καρικατούρα αλλά ούτε και αφόρητη στη θέαση. Και γενικότερα το «Τα σκυλιά δεν φοράνε παντελόνια» καταφέρνει να μας παρουσιάσει δύο ανθρώπους, που όσο και αν είναι μη «κανονικοί», μη συνηθισμένοι, μη κοινοί, τελικά μέσα σε όλη τους τη διαφορετικότητα και παρ’ όλη τους την εμπλοκή με το «βασανίζω» και το «βασανίζομαι», μοιάζουν στον πυρήνα τους να ψάχνουν ό,τι ψάχνουμε απεγνωσμένα όλοι: να βρούμε ανθρώπους και καταστάσεις που μας κάνουν να νιώθουμε καλά και όχι να υποφέρουμε.